Φωτ.: Getty/ LIFO
Απόψεις

Οι σούπερσταρ και τα οικονομικά τους

Αντίθετα με άλλα επαγγέλματα, φαίνεται ότι ουδείς (;) σοκάρεται από τις αστρονομικές αποδοχές των σούπερσταρ, ιδίως των αθλητών. Ισχύει κάτι τέτοιο και γιατί;

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟ

Την πανηγύρισε η Ελλάδα, την πανηγύρισαν οι ανά τον κόσμο θαυμαστές του, περισσότερο από όλους την πανηγύρισε ασφαλώς ο ίδιος. Διόλου ασήμαντο επίτευγμα, η νίκη του Στέφανου Τσιτσιπά στο ATP Finals δικαίως μας συγκίνησε. 

 

Ο Τσιτσιπάς, όμως, έχει και έναν πρόσθετο λόγο να είναι ευχαριστημένος. Η νίκη τού απέφερε 2,4 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία προστιθέμενα στις άλλες αμοιβές του αύξησαν το φετινό εισόδημά του κατά 6,6 εκατομμύρια ευρώ. Ποσό αδιανόητο για όλους εμάς, πόσω μάλλον όταν το έχει κερδίσει ένας 21-χρονος που μόλις ξεκίνησε την καριέρα του.

 

Παρά ταύτα, οι αποδοχές του απέχουν πολύ από εκείνες των κορυφαίων του τένις. Tο 2018, οι Ρότζερ Φέντερερ, Νόβακ Τζόκοβιτς και Ραφαέλ Ναντάλ εισέπραξαν 93,4, 50,6 και 35 εκατ. δολάρια αντιστοίχως από αμοιβές και διαφημίσεις (Forbes, The World's Highest-Paid Athletes). Ή για να αναφερθώ σε ένα πιο γνώριμο πρόσωπο, με 43,2 εκατ. δολάρια συνολικά την ίδια χρονιά, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κατετάγη 26ος στη λίστα των 100 πιο ακριβοπληρωμένων αθλητών του Forbes.

 

Ο Στ. Τσιτσιπάς είναι εκκολαπτόμενος σούπερσταρ. Προικισμένος με ταλέντο και χαρακτήρα, σίγουρα θα πλαισιωθεί, επίσης, από υποστηρικτική ομάδα υψηλών προδιαγραφών. Τα ίδια, όμως, ισχύουν και για τους ανταγωνιστές του. Λίγη τύχη θα χρειαστεί για να τους αφήσει πίσω του.

 

Ο Τσιτσιπάς δεν ανήκει μεν στους πάμπλουτους αθλητές, αλλά είναι διπλά τυχερός: και προικίστηκε με εξαιρετικό ταλέντο, και γεννήθηκε στην εποχή της ακμής των σούπερσταρ. Μπορεί να τραγουδάμε το «Παίζουμε για τη φανέλα / για το έτσι, για την τρέλα / για την πάρτη μας, για την πάρτη μας» (Λ. Μαχαιρίτσας)· μπορεί το «ματώναμε για τη φανέλα» να είναι η επωδός παλαίμαχων ποδοσφαιριστών και καλαθοσφαιριστών στις συνεντεύξεις τους, όμως η εποχή της αθωότητας στα σπορ έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο 17χρονος Πελέ έλαμψε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας το 1958, έγινε σταρ από τη μια μέρα στην άλλη, και έκτοτε η ομάδα του, Σάντος, τού κατέβαλλε ετησίως 1.500.000 σημερινά δολάρια για να μη μετακομίσει σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Από την άλλη, ο Μέσι πέρυσι κέρδισε συνολικά 127 εκατ. δολάρια, και κατέλαβε την πρώτη θέση στη λίστα του Forbes. Μοιάζει σαν να έχουμε περάσει από τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση σε πολυεθνική εταιρεία, κι αυτό δεν αλλάζει. 

 

Βρισκόμαστε, πράγματι, εδώ και λίγες δεκαετίες, στην αυτοκρατορία των σούπερσταρ στα σπορ, στον κινηματογράφο, στη μουσική, στις τέχνες, η οποία εμπλουτίστηκε και με τους νεοφερμένους της νέας αγοράς των κοινωνικών μέσων. Ως συνήθως, οι ακραίες περιπτώσεις είναι οι πιο εύγλωττες: ο Τάιγκερ Γουντς και ο Μάικλ Τζόρνταν απέκτησαν στον επαγγελματικό τους βίο περιουσίες ύψους περίπου 2 δισ. δολαρίων, ο Πωλ ΜακΚάρτνεϊ 1,2 δισ., και ο Ρόμπερ ντε Νίρο 600 εκατ. 

 

Σε όλες αυτές τις δραστηριότητες κυριαρχούν σχετικά λίγα άτομα, ταλαντούχα και κατά κανόνα με ισχυρή θέληση και πειθαρχία, που κερδίζουν τεράστια χρηματικά ποσά ― χαρακτηριστικά που τα διαφοροποιούν από τις λεγόμενες διασημότητες (celebrities). Γνωστές εξαιτίας της μεγάλης αναγνωρισιμότητάς τους, οι διασημότητες παράγονται τεχνητά από τα ΜΜΕ, το χάρισμά τους, αν υπάρχει, δεν είναι τίποτα το εξαιρετικό, η δε φήμη τους δεν μεταφράζεται αυτόματα σε μεγάλες αμοιβές. Δεν πρέπει, επίσης, οι σούπερσταρ να συγχέονται με άλλους καλοπληρωμένους διάσημους. Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε η πρόσληψη του Ζοσέ Μουρίνιο στην Τότεναμ με ετήσιο μισθό 15.000.000 λίρες. Ωστόσο, ούτε ο Μουρίνιο ή ο Γκουαρντιόλα, ούτε οι επικεφαλής των μεγάλων εταιρειών με τις εξωφρενικές αποδοχές μπορούν να ενταχθούν στους σούπερσταρ. Έχουν γίνει τέτοιες απόπειρες προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αποδοχές τους, αλλά τις προσπερνώ γιατί η πραγμάτευσή τους θα μας πήγαινε μακριά. 

 

Εν πάση περιπτώσει, στον Σέργουιν Ρόζεν, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, οφείλουμε την πρώτη μελέτη των οικονομικών των σούπερσταρ, την οποία εμπλούτισαν και άλλοι από το 1981 που πρωτοδημοσιεύτηκε. 

 

Διευρύνοντας τις αγορές του θεάματος σε ολόκληρο τον πλανήτη, οι μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές στην αποθήκευση του ήχου και της εικόνας, και την επικοινωνία, επέτρεψαν οι επιδόσεις κάποιου να μπορούν να καταναλώνονται παγκοσμίως, και φυσικά να αμείβεται αναλόγως. Γιατί θα πρέπει κάποιος να παρακολουθήσει έναν άθλιο ποδοσφαιρικό αγώνα, όταν μπορεί να δει από τον καναπέ του τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ; Κι αν του αρέσει το τένις, γιατί δεν θα φέρει το Λοράν Γκαρός στο σαλόνι του σπιτιού του για να δει τον νεαρό Τσιτσιπά να αντιμετωπίζει τον έμπειρο Φέντερερ; Δεν ξέρω ποιος είναι καλύτερος, ο Πελέ ή ο Μέσι – ουδείς έχει δώσει μέχρι σήμερα πειστική απάντηση στο τι είναι το ταλέντο. [Θα έλεγα ότι το ταλέντο μοιάζει με την πορνογραφία: κανείς δεν μπορεί να την ορίσει, αλλά την αναγνωρίζουμε ευθύς μόλις τη δούμε.] Οι μεγαλύτεροι θυμούνται, όμως, ότι έβλεπαν (σπανίως και μισό λεπτό το πολύ) τον Πελέ μόνο στα επίκαιρα των κινηματογράφων ― σε όποια χώρα υπήρχε, η τηλεόραση τη δεκαετία του ’60 ήταν είδος πολυτελείας. Απεναντίας, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στη Ρωσία παρακολούθησε ο μισός πλανήτης, τον δε τελικό 1,12 δισεκατομμύρια θεατές σε τηλεοράσεις εντός ή εκτός κατοικίας, και μέσω φηφιακών πλατφορμών. Ο Μέσι έγινε πάμπλουτος λόγω των ΜΜΕ, και φυσικά της ανόδου του βιοτικού επιπέδου που επέτρεψε την οικιακή διασκέδαση. 

 

Οι καινοτομίες στην τεχνολογία και τη μαζική παραγωγή άνοιξαν τον δρόμο σε μεγάλες οικονομίες κλίμακας. Όταν βλέπω τένις στην τηλεόραση δεν εμποδίζω κανέναν να δει επίσης τον ίδιο αγώνα, οι καταναλωτές αυξάνονται ταχύτατα, και άρα το μέσο κόστος μειώνεται, τα δε υψηλότερης ποιότητας αγαθά μπορούν να κατακτούν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά· και αφού οι πάροχοι ποιοτικών υπηρεσιών είναι οι σούπερσταρ, φυσικά θα πρέπει να ανταμειφθούν για το ταλέντο τους.

 

Ας πούμε πως υπάρχουν μόνο δύο τενόροι στον πλανήτη, ο Λουτσιάνο Παβαρότι και ο Χοσέ Καρρέρας, και ότι οι περισσότεροι λάτρεις της όπερας για τους δικούς τους λόγους θεωρούν καλύτερο τον Παβαρότι. Ακόμη κι αν η μεταξύ τους διαφορά είναι ασήμαντη, ο Παβαρότι θα κερδίσει πολλαπλάσια από τον Καρρέρας. Όντως, ο Παβαρότι θα καταβάλλει την ίδια προσπάθεια είτε ηχογραφήσει ένα είτε 50 εκατ. CD του Βέρντι. Συνεπώς, θα πουλήσει περισσότερα από τον Καρρέρας, και θα εισπράξει μεγαλύτερη αμοιβή. Δεδομένης της αμελητέας διαφοράς στις επιδόσεις τους, στην τύχη, δηλαδή σε άλλους παράγοντες πλην του ταλέντου, θα πρέπει να αποδώσουμε τα μεγαλύτερα εισοδήματα του Παβαρότι, λόγου χάριν επειδή συνέβη στην αρχή της καριέρας του να τον γνωρίζουν κάπως περισσότεροι. 

 

Από μιαν αντίθετη σκοπιά, καταλαβαίνουμε επίσης γιατί ο καλύτερος καθηγητής σε μια πόλη κερδίζει ελάχιστα σε σχέση με τους σούπερσταρ: το εισόδημά του περιορίζεται από τον αριθμό των μαθητών που χωράει μια αίθουσα διδασκαλίας. Μπορεί να φιλοσοφούμε, και καλά κάνουμε, περί της «ουσίας» της αξίας των ανθρώπων, αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς η πραγματικότητα αυτή είναι. Αν, όμως, χρησιμοποιηθεί το Ίντερνετ για διδασκαλία, που ήδη άρχισε να χρησιμοποιείται, και ο αριθμός των μαθητών μεγαλώσει αρκετά, πιθανόν να δούμε σούπερσταρ διδάσκοντες με σχετικά μεγάλες απολαβές.

 

Ωστόσο, οι οικονομίες κλίμακας δεν διασφαλίζουν ότι οι υψηλές αμοιβές θα συγκεντρωθούν σε λίγους. Η συγκέντρωση επιτυγχάνεται επειδή οι σούπερσταρ παρέχουν ποιοτικά καλύτερες υπηρεσίες που τις προτιμά ο καταναλωτής. Με άλλα λόγια, η χειρότερη ποιότητα είναι ατελές υποκατάστατο της υψηλότερης ποιότητας: πρόσθεσε όσες μέτριες τραγουδίστριες θέλεις, δεν πρόκειται να πάρεις την Εντίθ Πιάφ.  

 

Ως καταναλωτές, όμως, έχουμε διττό όφελος. Μας αρέσει να βλέπουμε έναν ταλαντούχο αθλητή· εξίσου, όμως, μας αρέσει να μιλάμε γι΄αυτόν με φίλους και συναδέλφους ― όπως όταν βρισκόμαστε με παρέα στο εστιατόριο: χαιρόμαστε τόσο το φαγητό και το κρασί, όσο και τη κουβέντα γι’ αυτά.  

 

Η επιτυχία των σούπερσταρ είναι αυτοτροφοδοτούμενη, η επιτυχία φέρνει επιτυχία, εξαιτίας γνωσιακών και διαπροσωπικών διεργασιών. Η ευχαρίστησή μας μεγαλώνει μέσω μαθησιακών διεργασιών. Όσο περισσότερο μπορούμε να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός σούπερσταρ, όσα περισσότερα γνωρίζουμε γι΄αυτόν, τόσο περισσότερο τον απολαμβάνουμε. Γνωστή με το βαρύγδουπο όνομα «κεφάλαιο κατανάλωσης», η εστιασμένη αυτή γνώση συσσωρεύεται αφενός από παλιότερες καταναλωτικές δραστηριότητες, και αφετέρου συζητώντας τις επιδόσεις του σούπερσταρ με τρίτους.

 

Επιπλέον, όσο δημοφιλέστερος είναι κάποιος, τόσο ευκολότερα βρίσκουμε υποστηρικτές του: το κόστος αναζήτησης συνομιλητών ελαχιστοποιείται, αν επιλεγεί δημοφιλές πρόσωπο. Η φήμη είναι μια κοινωνική κατασκευή που εξοικονομεί κόστος μάθησης σε δραστηριότητες στις οποίες όσο περισσότερα γνωρίζεις, τόσο περισσότερο τις απολαμβάνεις. Παρεμπιπτόντως, αυτό εξηγεί εν πολλοίς την άνθηση του φαινομένου των διασημοτήτων. Οι διασημότητες προσφέρονται για κουτσομπολιό και φλυαρία: τις γνωρίζουν πάρα πολλοί, οι φήμες γι΄αυτές κυκλοφορούν ευρέως, και βεβαίως δεν απαιτούν βαθυστόχαστες αναλύσεις και γνώσεις.

 

Δικαίως θα αναρωτηθεί κάποιος: είναι κοινωνικά αποδεκτές αυτές οι αποδοχές; Αντίθετα με άλλα επαγγέλματα, φαίνεται ότι ουδείς (;) σοκάρεται από τις αστρονομικές αποδοχές των σούπερσταρ, ιδίως των αθλητών. Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι ο αθλητισμός, ιδίως ο ατομικός, αποτελεί το δεσπόζον πρότυπο της αξιοκρατίας στις κοινωνίες μας. Οι αθλητές ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, και οφείλουν να συμμορφώνονται με προκαθορισμένους κανόνες. Ο ηττημένος ή θα πρέπει να αποδεχθεί την ανωτερότητα τού αντιπάλου του· ή, προκειμένου να αυτοπροστατευθεί, να επικαλεστεί την κακή του τύχη.  

 

Ο Στ. Τσιτσιπάς είναι εκκολαπτόμενος σούπερσταρ. Προικισμένος με ταλέντο και χαρακτήρα, σίγουρα θα πλαισιωθεί, επίσης, από υποστηρικτική ομάδα υψηλών προδιαγραφών. Τα ίδια, όμως, ισχύουν και για τους ανταγωνιστές του. Λίγη τύχη θα χρειαστεί για να τους αφήσει πίσω του. Όπως, άλλωστε, και όλοι εμείς στον δικό μας μικρόκοσμο.     

 

______________________

Ο Κωνσταντίνος Π. Αναγνωστόπουλος είναι πρώην Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Απόψεις
5 Σχόλια
avatar
σαλιγκάρι 28.11.2019 | 13:46
ό,τι πρέπει για τον εθνικό μας φθόνο που είναι τόσος πολύς που περισσεύει από παντού
avatar
lemonita 28.11.2019 | 18:19
Ο Τσιτσιπας δεν ειχε μόνο τύχη και θεόσταλτο ταλέντο. Αθλητές αυτού του επιπέδου περνούν όλη την ζωή τους στα γήπεδα και τα γυμναστήρια για να φτάσουν εκει που ειναι, ας μην τα ισοπεδώνουμε όλα.
avatar
Ηροστρατος 29.11.2019 | 03:41
Συμφωνω και μαγκια του, ειλικρινα.
Αλλα να βγαινουν καποιοι και να νιωθουν περηφανοι επειδη ενας ελληνορωσος κερδισε 2,5 εκατομμυρια δολαρια, ειναι γραφικο...
avatar
σαλιγκάρι 29.11.2019 | 07:59
δεν μίλησα για τον Τσιτσιπά αλλά για εμάς τους υπόλοιπους
Haifischnet 29.11.2019 | 13:50
Προτού συνεχίσουμε να κρίνουμε αν είναι δίκαιο να παίρνει τόσα λεφτά οποιοσδήποτε ιδρώνει τόσο πολύ την φανέλα του, θα ήθελα να μας πει κάποιος ΥΠΕΥΘΥΝΑ:
1) Ποιο είναι το κόστος συμμετοχής ενός αθλητή στο Ρολάν Γκαρός ή σε οποιοδήποτε άλλο τουρνουά τένις;
2) Ποιο είναι το κόστος της εκμάθησης και διαρκούς προπόνησης ενός παιδιού στο τένις ώστε να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό σημείο να συναγωνιστεί μεγάλα ονόματα;

Μετά θα μπορούμε να κάνουμε την εξίσωση - τι έχει επενδύσει κάποιος + έμφυτο χάρισμα + κόστος συμμετοχής στους αγώνες + έξοδα ταξιδίων και διαμονής = τι περιμένει ως απολαβές.

Και δεν έγινε και εκτενής αναφορά στο τι κερδίζουν οι παρατρεχάμενοι από τον σούπερσταρ.

Τουλάχιστον για τον Γιάννη (Αντετοκούνμπο) που τον λατρεύω, περιμένω οπωσδήποτε να κερδίζει περισσότερα από την Κιμ Καρντάσιαν που είναι ανειδίκευτη (και δεν έχω και τίποτα εναντίον της).
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια