Η επόμενη δεκαετία θα είναι αναπάντεχα καλύτερη. «Σας λέω την αλήθεια! Πιστέψτε με!». Φωτο: Φίλιππος Λεμονής / LiFO
Απόψεις

Φωτεινή Τσαλίκογλου: Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας

Η συγγραφέας και καθηγήτρια Ψυχολογίας του Παντείου επιχειρεί μια ανασκόπηση της δεκαετίας που τελειώνει.

-

Τη δεκαετία που πέρασε βεβαιότητες που έμοιαζαν ακλόνητες ένιωσα να θρυμματίζονται. Δεσμοί που φάνταζαν ακατάλυτοι είδα να διαρρηγνύονται. Είδα γύρω μου ανθρώπους, δίχως να πάσχουν απαραίτητα από μια ψυχική διαταραχή, να κινούνται στην γκρίζα ζώνη μιας ήρεμης απελπισίας, να επιζούν δίχως να ζουν, θυμίζοντας τον στίχο του Τ.Σ. Έλιοτ «and they go on living and partly living» (και συνεχίζουν να ζουν και εν μέρει μόνο να ζουν). Είδα τον φόβο στο βλέμμα τους. Στο όνομα του φόβου υψώνεις τείχη ψευδοπροστασίας και αμπαρώνεσαι σε ένα κελί. Κατασκευάζονται φανταστικοί εχθροί που επωμίζονται το βάρος της δικής σου δυσφορίας. Είδα τις αποχρώσεις να χάνονται και τον κόσμο μας να χωρίζεται σε απόλυτα καλά και απόλυτα κακά αντικείμενα. Είδα φίλους να μεταμορφώνονται στο πι και φι σε εχθρούς.


Η δυστυχία βγήκε στους δρόμους. Η θέα των εξαθλιωμένων άστεγων που ψάχνουν στα σκουπίδια σε ταράζει. Ωστόσο, ένα ερώτημα σε πιάνει από τον λαιμό. Από την άλλη όχθη όπου βρίσκεσαι, πόσο νομιμοποιείσαι να ταράζεσαι εκ του ασφαλούς; Πόσο ανεπαρκής, ίσως και κίβδηλα απενοχοποιητική είναι η εκ του ασφαλούς συμπόνια σου, όποια μορφή και αν αυτή παίρνει; Mε άλλα λόγια, ως πού μπορούν οι μεν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ταράζονται από αυτό που υφίστανται οι δε; Ερωτήματα που κληροδότησε η κρίση και έως σήμερα παραμένουν ανοιχτά.

 

Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους.


Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους. Μάσκες που υποδύονταν πρόσωπα. «Να είσαι ευτυχής, να χαμογελάς, να ελπίζεις, στο χέρι σου είναι». Η υπευθυνοποίηση αγκαλιά με την ενοχοποίηση. «Αν αποτύχεις, εσύ και μόνον εσύ θα φταις».

 

Η οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε μια κρίση της συνείδησης. Μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση αξιών. Ο κλονισμός μιας στοιχειώδους εμπιστοσύνης στα πράγματα. Αυτό το «δεν ξέρω τι μου ξημερώνει» που υπονόμευσε ένα θεμελιώδες για τον καθέναν μας αίτημα: να έχεις την αίσθηση ή, έστω, την ψευδαίσθηση ότι η επόμενη μέρα, η επόμενη στιγμή, θα είναι περιφρουρημένη από την τρομοκρατία του απροόπτου. Δηλαδή η επόμενη στιγμή δεν θα θυμίζει τρομοκράτη που εισβάλλει στο μυαλό ή στο σώμα σου και τα τινάζει όλα στον αέρα.

 

Με τη σπαραχτική αβεβαιότητα της επόμενης στιγμής ανοίγει ο δρόμος για το βίωμα μιας αβοήθητης, γυμνής ύπαρξης. Είτε χορτάτη είτε πεινασμένη, η ύπαρξη αυτή δυσκολεύεται να ζήσει. Δεν είναι να απορείς που η δεύτερη πιο σημαντική ασθένεια στον πλανήτη για το 2020, όπως μας ενημερώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, θα είναι η κατάθλιψη. Δηλαδή η ζωή σαν θάνατος πριν από τον θάνατο.

 

Η συλλογική δυσφορία θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός ανθρώπινου περιβάλλοντος συνεκτικότητας και αλληλοϋποστήριξης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

 
Θα ομολογήσω όμως ότι το σημαντικότερο γεγονός που με καθόρισε τη δεκαετία που πέρασε ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα. Ήταν ο θάνατος της μητέρας μου. Λίγο μετά γεννήθηκε το τρίτο κοριτσάκι της κόρης μου και πήρε το όνομά της: Έλλη. Η δυνατότητα μιας γέννησης καιροφυλακτεί πίσω από κάθε μορφή θανάτου. Κι αν δεν είναι έτσι, αξίζει να το δούμε έτσι. Μας συμφέρει.


Δεν ξέρω τι άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια. Δεν ξέρω αν ισχύει το «όσο περισσότερο αλλάζει, τόσο το ίδιο μένει». Η ελπίδα είναι ένα άτιμο πράγμα. Αν δεν υπάρχει, σε σκοτώνει. Αν υπάρχει σε πλεόνασμα, γίνεται ένα άδειο περιτύλιγμα. Ένα ρητορικό σχήμα που πληγώνει μέσα από την αναντιστοιχία του με την πραγματικότητα.


Η επόμενη δεκαετία περιμένω να φέρει το τέλος της ελπίδας για ένα καλύτερο χθες, χωρίς την παραίτηση από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Η επόμενη δεκαετία θα είναι αναπάντεχα καλύτερη. «Σας λέω την αλήθεια! Πιστέψτε με!». Μη χαμογελάτε ειρωνικά! Δεν πρόκειται για μια παιδιάστικη, αφελή ευχή. Να θυμίσω τον Πασκάλ. «Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να μην πιστεύει ένας άνθρωπος στα θαύματα» δήλωνε. Δεν πρόκειται για ειρωνεία ούτε για μεταφυσική, αλλά για απλή, ίσως, φυσική. Άλλωστε, ένας μεταγενέστερός του, ένθερμος οπαδός της λογικής, ονόματι Άλμπερτ Αϊνστάιν, παρατηρούσε: «Mόνο δύο τρόποι υπάρχουν να ζει κανείς τη ζωή του. Ο ένας είναι σαν τίποτα να μην είναι θαύμα. Ο δεύτερος, σαν τα πάντα να είναι θαύμα».

 

Ευτυχές, λοιπόν, το 2020!

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. Επιμέλεια: Μερόπη Κοκκίνη

Απόψεις