Ο πρωθυπουργός παραμένει αρκετά δημοφιλής. Οι οξυδερκείς πολιτικοί, όμως, ιστορικά είχαν πάντα κατά νου, όποτε έβλεπαν τον λαό να τους ζητωκραυγάζει, ότι με την ίδια ευκολία λίγο καιρό μετά θα μπορούσε να ζητάει το κεφάλι τους.
Βασιλική Σιούτη

Θα τα καταφέρει ο Μητσοτάκης;

Θα είναι αυτή η χρονιά το έτος της μεγάλης ανατροπής που θα σηματοδοτήσει μια αλματώδη άνοδο, όπως επιθυμεί η κυβέρνηση; Θα δείξει! Για την ώρα, όμως, οι προϋποθέσεις δεν υπάρχουν.

Μετά από πολύ καιρό, μια νέα χρονιά ξεκινά με προσδοκίες. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, που ολοκλήρωσε το μνημονιακό πρόγραμμα, όσο και η ΝΔ, που επέστρεψε στην εξουσία αυτοδύναμη, καλλιέργησαν την περασμένη χρονιά (η οποία ήταν χρονιά εκλογών) ένα κλίμα «επιστροφής στην κανονικότητα», στο οποίο, βέβαια, καθένας μπορεί να δίνει όποια ερμηνεία θέλει. Όλοι όμως επιθυμούν διακαώς να αφήσουν πίσω τους την περίοδο της οικονομικής ύφεσης που ξεκίνησε το 2010, τη δική μας Great Depression, τη μεγαλύτερη σε διάρκεια και ένταση οικονομική κρίση που γνώρισε η χώρα εδώ και πολλά χρόνια.

 

Ο μεγαλύτερος στόχος της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι να πετύχει την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα για να βγει από το τέλμα στο οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται, καθώς οι απώλειες της πολυετούς κρίσης δεν έχουν αναπληρωθεί. Ο πρωθυπουργός ασχολείται προσωπικά με την επίτευξη του στόχου αυτού, καθώς πρόκειται για το πολιτικό του στοίχημα. Το επιτελείο του Μαξίμου εξαρχής στηρίζει πολλά στην οικονομία και εκτιμά ότι η ανόρθωσή της θα συμπαρασύρει σε ανοδική πορεία όλα τα υπόλοιπα.

 

Το ένα ζήτημα, όμως, είναι αν θα τα καταφέρει και το άλλο πώς σκοπεύει να το πετύχει. Για την ώρα υπάρχει μια θετική ψυχολογία, η οποία αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά θα καεί γρήγορα αν δεν βρει ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Και μπορεί διάφοροι τομείς να δημιουργούν μια αισιοδοξία, όπως το κόστος του δανεισμού, που υποχωρεί, και οι τιμές των ακινήτων, που ανεβαίνουν, ωστόσο η Ελλάδα είναι πολύ πίσω, καθώς δεν έχει κερδίσει το χαμένο έδαφος της δεκαετίας που πέρασε. Η ανάπτυξη παραμένει αναιμική και οι επενδύσεις δεν είναι όσες χρειάζονται για να συνέλθει. Οι μισθοί δεν έχουν καμία σχέση με τον μέσο όρο των μισθών των χωρών της Ευρωζώνης, οι γεννήσεις μειώνονται, οι θάνατοι αυξάνονται, το brain drain δεν μεταστρέφεται παρά τις πανηγυρικές εξαγγελίες.

 

Η συζήτηση για το χρέος (που παραμένει τεράστιο) ξεχάστηκε και οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν ποτέ. Ως τέτοιες βαφτίστηκαν διάφορες περικοπές που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η χώρα για να αρχίσει η ουσιαστική ανάπτυξη δεν έγιναν ποτέ. Ούτε στη δημόσια διοίκηση, ούτε στη Δικαιοσύνη, ούτε στην παιδεία.

 

Οι πολιτικοί, όμως, συγκρίνουν την κατάσταση με τον πάτο που έπιασε η χώρα στο αποκορύφωμα της κρίσης και εμφανίζονται ικανοποιημένοι. Κατά τ' άλλα, η συζήτηση για το χρέος (που παραμένει τεράστιο) ξεχάστηκε και οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν ποτέ. Ως τέτοιες βαφτίστηκαν διάφορες περικοπές που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η χώρα για να αρχίσει η ουσιαστική ανάπτυξη δεν έγιναν ποτέ. Ούτε στη δημόσια διοίκηση, ούτε στη Δικαιοσύνη, ούτε στην παιδεία. Οι τρεις αυτοί βασικοί τομείς της χώρας, των οποίων η μεταρρύθμιση ήταν απόλυτη προτεραιότητα, όχι μόνο δεν βελτιώθηκαν αλλά επιδεινώθηκαν. Όσο για την ψηφιακή επανάσταση, αυτή ως τώρα περιορίζεται στη ρητορική διαφόρων φόρουμ και συνεδρίων. Το βασικό χαρακτηριστικό της δεκαετίας που αποχαιρετήσαμε στο τέλος αυτής της χρονιάς είναι ότι η χώρα φτώχυνε κατά 25% και οι νέοι και τα καλύτερα μυαλά εγκατέλειψαν τη χώρα. Επιστροφή στην κανονικότητα, λοιπόν, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα λιγότερο από την ανάκτηση των απωλειών, καθώς και το να φτάσει η χώρα εκεί που θα ήταν αν δεν είχε πέσει.

 

Θα είναι αυτή η χρονιά το έτος της μεγάλης ανατροπής που θα σηματοδοτήσει μια αλματώδη άνοδο, όπως επιθυμεί η κυβέρνηση; Θα δείξει! Για την ώρα, όμως, οι προϋποθέσεις δεν υπάρχουν. Για την ακρίβεια, δεν έχουν δημιουργηθεί, αφού κανένας δεν έχει δουλέψει γι' αυτό και δεν έχει παρουσιάσει κάποιο αξιόπιστο σχέδιο. Η αξιωματική αντιπολίτευση, από την άλλη, ούτε άφησε κάποιο έργο φεύγοντας ούτε έχει κάποια εναλλακτική πρόταση να παρουσιάσει μετά τη σχεδόν πενταετή κυβερνητική της εμπειρία. Στον ΣΥΡΙΖΑ, εδώ και πέντε μήνες, που έχουν απολέσει την εξουσία, διεξάγεται μάχη μηχανισμών και ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τα εσωκομματικά τους, κυρίως με το αν μετά το συνέδριο θα επικρατήσουν οι κομματικοί ή οι πασοκογενείς καθώς και με το ποια ομάδα θα είναι η πιο ισχυρή, για να ελέγχει τον Αλέξη Τσίπρα (του οποίου η ηγεμονία δεν αμφισβητείται, η διαμάχη αφορά το ποιος μηχανισμός θα τον ελέγχει).

 

Όταν, λοιπόν, όλα αυτά τα χρόνια δεν πραγματοποιήθηκε καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση και το πολιτικό σύστημα επανήλθε στην κατάσταση που ήταν προ κρίσης, χωρίς να έχει διδαχτεί από αυτήν, πώς θα βγει από τον βάλτο η χώρα, πώς θα επιτευχθεί η επιθυμητή ανάπτυξη και πώς θα έρθει η επενδυτική καταιγίδα που όλοι προσδοκούν; Η πτώχευση, απ' ό,τι αποδείχτηκε, δεν ήταν παράγοντας ικανός να προσελκύσει επενδύσεις, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό κάποιων. Και, τελικά, η κρίση δεν ήταν ευκαιρία για τη χώρα ‒ ούτε αυτός ο ισχυρισμός δικαιώθηκε.

 

Οι προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί θα δικαιώσουν τη σημερινή κυβέρνηση αν μπορέσει να φέρει σύντομα κάποιο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, στην πολιτική το θετικό κλίμα μπορεί να μεταστραφεί πολύ γρήγορα. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι αμέτρητα. Οι δημοσκοπήσεις για την ώρα εξακολουθούν να είναι θετικές για το Μαξίμου (αν και οι καμπάνες χτυπούν για το προσφυγικό-μεταναστευτικό). Ο πρωθυπουργός παραμένει κι αυτός αρκετά δημοφιλής. Οι οξυδερκείς πολιτικοί, όμως, ιστορικά είχαν πάντα κατά νου, όποτε έβλεπαν τον λαό να τους ζητωκραυγάζει, ότι με την ίδια ευκολία λίγο καιρό μετά θα μπορούσε να ζητάει το κεφάλι τους. Η Ιστορία καταγράφει θετικά τους πολιτικούς που αφήνουν έργο, όχι όσους κερδίζουν τις εντυπώσεις για λίγο και στην πορεία απογοητεύουν τον λαό.

 

Στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα ως τώρα δεν υπάρχει. Ο βαθιά προβληματικός τομέας της δημόσιας διοίκησης και αυτός της Δικαιοσύνης παραμένουν ως είχαν. Το μόνο στο οποίο η κυβέρνηση θα παρουσιάσει εύκολα «έργο» είναι στις ιδιωτικοποιήσεις, καθώς ο Μητσοτάκης δεν αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις που αντιμετώπιζε ο Τσίπρας. Είναι αυτό όμως κάποιο κατόρθωμα; Η συγκυρία στην εξωτερική πολιτική δεν είναι θετική. Η Τουρκία κορυφώνει τις απειλές της, η Ε.Ε. δεν επιθυμεί να της απαντήσει όπως αρμόζει, γιατί προτάσσει τα οικονομικά συμφέροντα (κυρίως της Γερμανίας), και η ελληνική κυβέρνηση την αντιμετωπίζει αμήχανα έως και φοβικά. Το μπούλινγκ του Ερντογάν, εν πολλοίς, περνάει. Η μεγαλύτερη ελληνική ανησυχία είναι μην παραβιάσει τις ελληνικές περιοχές, αν προχωρήσει σε έρευνες, όπως απειλεί. Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει πει ότι μέχρι το 2023, που θα γιορτάσουν τα 100 χρόνια του τουρκικού κράτους, η χώρα τους θα είναι μεγαλύτερη. Σύμφωνα με τους αναλυτές, πάντως, παρότι διεκδικεί τους υδρογονάνθρακες της περιοχής, η Τουρκία δεν έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει μόνη της και οι διεθνείς εταιρείες δεν θα συνεργάζονταν σε μια τόσο παράνομη ενέργεια, ειδικά χωρίς πράσινο φως.

 
Διεθνώς εκφράζονται ξανά φόβοι για νέα κρίση, η Βρετανία θα αποχωρήσει από την Ε.Ε. άμεσα, αλλά οι διαπραγματεύσεις για τη νέα σχέση θα συνεχιστούν για πολύ ακόμη. Αυτήν τη χρονιά την κοινή γνώμη θα συνεχίσει να απασχολεί το θέμα της κλιματικής αλλαγής και των τεχνολογικών εξελίξεων (από τις οποίες η Ελλάδα είναι απούσα). Τουλάχιστον υπάρχει ανακωχή στον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, αλλά πάνω που όλοι πήραν μια βαθιά ανάσα απ' αυτό, ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τις προκλήσεις εναντίον του Ιράν και για την ώρα κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού