Οι θεωρίες του κ. Γιωσαφάτ, αν και υπήρξαν καινοτόμες για την εποχή τους, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από το βαθιά συντηρητικό, θρησκόληπτο και πατριαρχικό πλαίσιο στο οποίο ο ίδιος μεγάλωσε και ανατράφηκε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Τι λένε οι αναγνώστες

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ, η αρθρογραφία απέναντι στην οχλοκρατία των social media και ο σεξισμός από κούνια

Οι αντιδράσεις που δημιούργησαν τα άρθρα και τα posts μας την περασμένη εβδομάδα.

Αθηναίος της προηγούμενης εβδομάδας ήταν ο κορυφαίος Έλληνας ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Ματθαίος Γιωσαφάτ. Μίλησε στον Γιάννη Πανταζόπουλο για τα παιδικά του χρόνια, τους λόγους που τον οδήγησαν να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση, τις αυτοκτονίες στην Ελλάδα και τον γάμο, ο οποίος, κατά τον ίδιο, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες της χρόνιας κατάθλιψης.

 

Το άρθρο αυτό προκάλεσε αρκετές και αντιφατικές αντιδράσεις, με τον χρήστη Μαύρος Γάτος να επισημαίνει τα εξής: «Το γεγονός ότι έχουμε πολύ μικρό ποσοστό αυτοκτονιών στην Ελλάδα οφείλεται εν μέρει στο ότι κουκουλώνονται από την τοπική κοινωνία και τους οικείους, για να μη στιγματιστεί η οικογένεια, και παρουσιάζονται ως "ατυχήματα". Βέβαια, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αλλά θέμα γενικότερης κουλτούρας και θρησκείας/δόγματος. Ακόμα και ο μεγάλος Ντιρκέμ, ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης κοινωνιολογίας, την πάτησε άσχημα όταν σύγκρινε τα ποσοστά αυτοκτονιών στην ουσιαστικά ενιαία περιοχή της παλαιάς Φλάνδρας, δηλαδή με βάση το χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στους καθολικούς Βέλγους και το πολύ υψηλότερο στους προτεστάντες/καλβινιστές Ολλανδούς. Όμως, όπως αποδείχτηκε τελικά, οι υποκριτές καθολικοί κουκούλωναν πολλές αυτοκτονίες, ενώ οι άτεγκτοι καλβινιστές δεν αποσιωπούσαν καμία».

 

Με αφορμή τις αναφορές του ψυχαναλυτή στον ρόλο της γυναίκας και της μητέρας, η Σανάνθη συμπλήρωσε τα ακόλουθα: «Προσωπικά, ως γυναίκα, μητέρα και πρωτίστως ως άνθρωπος διαφωνώ με τη μονομερή, παιδοκεντρική, ψυχολογική προσέγγιση του κ. Γιωσαφάτ. Κατά τη δική μου άποψη, στηρίζουμε τη μητέρα για να νιώθει κυρίως εκείνη καλά. Αν νιώθει καλά η μητέρα, θα νιώθει καλά και το βρέφος. Οι θεωρίες του κ. Γιωσαφάτ, αν και υπήρξαν καινοτόμες για την εποχή τους, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από το βαθιά συντηρητικό, θρησκόληπτο και πατριαρχικό πλαίσιο στο οποίο ο ίδιος μεγάλωσε και ανατράφηκε. Η αναπαραγωγή ενός υπερανθρώπου-προτύπου της μίας και μοναδικής "μητέρας/τροφού" που όλα τα δίνει, όλα τα αντέχει, όλα τα υπομένει για χάρη του βρέφους δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις νέες μητέρες και πυροδοτεί έναν ψυχολογικό μηχανισμό δημιουργίας άγχους, ενοχών και αισθημάτων ανεπάρκειας, ακόμα και σ' εκείνες τις μητέρες με τις καλύτερες προθέσεις, προϋποθέσεις και αντοχές. Η μητέρα είναι άνθρωπος και όχι ρομπότ».

 

«Μπορώ να το γράψω ή θα με σταυρώσουν;» ήταν ο τίτλος στο κείμενο του Δημήτρη Πολιτάκη, ο οποίος θέλησε να τονίσει τον ρόλο της αρθρογραφίας απέναντι στην οχλοκρατία των social media. Από τα σχόλια που συγκέντρωσε το παραπάνω κείμενο αξίζει να σταθούμε σε αυτό που έκανε ο Γράφων: «Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει κάποτε ο Φυντανίδης είχε πει ότι τον είχαν ρωτήσει κάποιοι νεαροί δημοσιογράφοι "τι να κάνουμε για να γίνουμε καλύτεροι στη δουλειά μας;" κι εκείνος τους απάντησε "να διαβάζετε ποίηση, λογοτεχνία, Ιστορία. Να διαβάζετε". Οι σημερινοί γραφιάδες είναι συνήθως κατώτεροι των περιστάσεων – κάποιοι, όχι όλοι. Σχολιάζουν και κρίνουν πράγματα δίχως να έχουν το αντίστοιχο ειδικό βάρος, δηλαδή είτε τίτλους σπουδών είτε κάποια χρόνια εμπειρίας. Συνήθως, ή έστω κάποιες φορές, είναι παρόμοιοι με το κοινό των social media, αν όχι σαρξ εκ της σαρκός τους. Άλλωστε, πόσοι και πόσοι σχολιαστές, influencers, youtubers κ.λπ. έγιναν ξαφνικά δημοσιογράφοι; Αυτό, την εποχή που ο ελεύθερος πολιτικός διάλογος της Πνύκας έχει αντικατασταθεί από τους εκατό χαρακτήρες που χωράνε στο Twitter, δηλαδή από συνθήματα, φέρνει και την εύκολη και διά βοής απόρριψη. Αυτή η κατάσταση είναι εν μέρει αναπόφευκτη, αλλά και οι αρθρογράφοι, από την άλλη, πρέπει να αρθούν πάνω από τις περιστάσεις. Όσο οι ίδιοι παίρνουν οπαδικές θέσεις, τόσο θα αντιμετωπίζονται οπαδικά, αφού πλέον κριτές και κρινόμενοι έχουν περίπου ισότητα όπλων. Η ελευθερία της έκφρασης υπάρχει για να προστατεύει την ελευθερίας της σκέψης. Όταν τα γραφόμενα δεν εξωτερικεύουν καμία διαφορετική, πρωτότυπη ή σοβαρή σκέψη αλλά αναμασημένα κλισέ, ψεύδη ή μονομερείς υπερβολές, δεν υπάρχει και τίποτε άξιο προστασίας».


Για τον σεξισμό, με τον οποίο μεγαλώνουμε όλοι μέσα από τα σχολικά βιβλία, έγραψε η Λένα Φουτσιτζή. Η poua rige σχολίασε σχετικά: «Είμαι προπονήτρια σε παιδάκια, συγκεκριμένα σε κοριτσάκια. Τις προάλλες συζητούσαμε για το τι φάγαμε εκείνη την ημέρα κι ένα κοριτσάκι μού ανέφερε ότι κάθε μέρα τρώει πατατάκια και γλυκά, γιατί δεν της αρέσει το μεσημεριανό φαγητό και συνήθως δεν τρώει. Επίσης, μου είπε πως η μαμά της δεν προλαβαίνει πάντα να μαγειρέψει και ότι στο σχολείο, πριν από λίγες μέρες, έκαναν ένα μάθημα στη Γλώσσα, σύμφωνα με το οποίο η κακή διατροφή οφείλεται στο ότι οι μαμάδες δουλεύουν. Έπαθα σοκ! Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι για την προετοιμασία του φαγητού είναι υπεύθυνοι και οι δύο ενήλικες μιας οικογένειας, ότι η κατάσταση δυσκολεύει αν κάποιος δουλεύει πολλές ώρες και ότι γενικότερα στο σπίτι βοηθάμε όλοι όσο μπορούμε, ανάλογα με την ηλικία μας. Ελπίζω να έπιασαν τόπο τα λόγια μου».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια