Μακριά κι αγαπημένοι: Μετά την Ιταλία, εμείς;
Δ. Πολιτάκης

Μακριά κι αγαπημένοι: Μετά την Ιταλία, εμείς;

Νίπτουμε τας χείρας μας όλη μέρα – τι άλλο μπορούμε να κάνουμε στην πραγματικότητα; Αυτό μόνο, και να περιμένουμε τη σειρά μας στην ακολουθία της πανδημίας, ελπίζοντας ότι τελικά δεν θα έρθει.

Αν μη τι άλλο, με τη δραματική εξάπλωση του ιού συνειδητοποιούμε ότι οι συνθήκες αποκαλυπτικής δυστοπίας δεν είναι και τόσο συναρπαστικές ούτε τόσο μαζοχιστικά απολαυστικές, όταν ξεφεύγουν από τη μυθοπλασία και προσγειώνονται στην πραγματικότητα. Αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία μάς τρομάζει και μας αποσυντονίζει και μας προκαλεί να ακουμπήσουμε τα χέρια στο πρόσωπο, σε μια αντανακλαστική πόζα περίσκεψης ή απελπισίας. Και μετά τρέχουμε να τα σαπουνίσουμε με εκδικητική μανία.


Νίπτουμε τας χείρας μας όλη μέρα – τι άλλο μπορούμε να κάνουμε στην πραγματικότητα; Αυτό μόνο, και να περιμένουμε τη σειρά μας στην ακολουθία της πανδημίας, ελπίζοντας ότι τελικά δεν θα έρθει. Πώς είναι πραγματικά η ζωή σε καραντίνα; Θα το διαπιστώσουμε κι εμείς σύντομα ή θα τη σκαπουλάρουμε τελικά με ελάχιστες απώλειες; Θα είναι μια δοκιμασία από την οποία θα βγούμε σοφότεροι ή θα γίνει κυριολεκτικά και ολοκληρωτικά της κακομοίρας στο έτσι κι αλλιώς αποσαθρωμένο κράτος μας;


Αυτός ο νέος τρόμος –ο τρόμος της πανδημίας– είναι ένας ιδιότυπος και περίεργα διαβρωτικός τρόμος. Μια διαρκής παραλυτική αναστολή. Θα αναγκαστούμε μάλλον να περιπλανηθούμε σε απάτητα εδάφη, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Η εμπειρία τους μέχρι τώρα, όμως, ίσως μας φανεί χρήσιμη.

 

Νίπτουμε τας χείρας μας όλη μέρα – τι άλλο μπορούμε να κάνουμε στην πραγματικότητα; Αυτό μόνο, και να περιμένουμε τη σειρά μας στην ακολουθία της πανδημίας, ελπίζοντας ότι τελικά δεν θα έρθει.

 

Ξαφνικά, σε πνίγει η οσμή του αντισηπτικού στο ασανσέρ. Κάποιος σου ανοίγει την πόρτα και οχυρώνεται πίσω της. Το κορίτσι στο ταμείο φορά λαστιχένια γάντια. Της φεύγει ένα μικρό φτάρνισμα και απολογείται αμέσως, λέγοντας ότι έχει ιγμορίτιδα από μικρή.


Διάβαζα χθες με δέος το κείμενο-μαρτυρία για τη ζωή σε συνθήκες εθνικής καραντίνας που έστειλε στους «New York Times» από το Μιλάνο, όπου ζει μόνιμα, ο γνωστός και υποψήφιος παλιότερα για το βραβείο Booker Βρετανός συγγραφέας Τιμ Παρκς (ένα από τα πολλά βιβλία του, το Πεπρωμένο, έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά). Γράφει, λοιπόν, μεταξύ άλλων:

 

«Σ' αυτόν τον κόσμο ζούμε πλέον. Μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες όλες οι βεβαιότητες έχουν χαθεί. Η όλη εμπειρία μοιάζει με πνευματική άσκηση αναστολής των πάντων... Μέρα με τη μέρα γίνεται πιο έντονη η συνειδητοποίηση της ανάγκης να κρατάς αποστάσεις από τους ανθρώπους, να μην ακουμπάς, να μην κάνεις χειραψίες. Ξαφνικά, σε πνίγει η οσμή του αντισηπτικού στο ασανσέρ. Κάποιος σου ανοίγει την πόρτα και οχυρώνεται πίσω της. Το κορίτσι στο ταμείο του σούπερ μάρκετ φορά λαστιχένια γάντια. Της φεύγει ένα μικρό φτάρνισμα και απολογείται αμέσως, λέγοντας ότι έχει ιγμορίτιδα από μικρή.


... Αναπόφευκτα, όμως, ο ιός κουβαλά και μια νέα αντίληψη: ότι όλοι μας μοιραζόμαστε τον ίδιο φυσικό χώρο, εδώ, στο Μιλάνο της Ιταλίας. Εδώ ζούμε, και θα κολυμπήσουμε ή θα πνιγούμε μαζί. Ίσως θα πρέπει να γνωριστούμε κιόλας, βεβαίως χωρίς χειραψίες... Ξανά και ξανά χρησιμοποιείται η λέξη "μάχη" κατά του ιού, παρότι ο πιο ασφαλής τρόπος καταπολέμησής του είναι να μείνεις κλεισμένος μέσα, πράξη ουδόλως αγωνιστική. Ωστόσο, όταν βγαίνει κανείς έξω και συναντά ανθρώπους στα μαγαζιά ή στο φαρμακείο, η ιδέα ότι πρέπει να αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον δημιουργεί μια νέα συνενοχή, σαν να χορεύεις με κάποιον χωρίς να επιτρέπεται να τον αγγίξεις. Ελπίζει κανείς να μείνει κάτι από αυτή την αλληλοκατανόηση και μετά».


Μια κουβέντα είναι, όμως, εν τέλει η αλληλοκατανόηση ή η αλληλεγγύη, μια τυφλή και αφηρημένη ιδέα που αναζητά εφαρμογές στο σκοτάδι. Δύσκολα καλλιεργείται εξ αποστάσεως και σε συνθήκες αυτοπεριορισμού και φόβου της ίδιας μας της σκιάς.

 

Μετά τη χθεσινή ανακοίνωση του αποκλεισμού ολόκληρης της γειτονικής χώρας με κατέλαβε μια συναισθηματική παρόρμηση και έγραψα στο Facebook τη φράση «καημένη Ιταλία». Λίγες ώρες μετά, μια παλιά φίλη και συμφοιτήτρια, που ζει μόνιμα στη Ρώμη τα τελευταία χρόνια, σχολίασε την ανάρτηση ως εξής: «Ε, όχι και καημένη, που σηκώθηκε όλο το Μιλάνο Σάββατο βράδυ να κατέβει στον Νότο για να γλιτώσει την καραντίνα. Η παντελής έλλειψη προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης είναι που οδήγησε στα 9.000 κρούσματα!».

 

Έχουμε να δούμε πολλά και απρόβλεπτα, αυτό είναι το μόνο βέβαιο.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια