Τόσα χρόνια η δημοσιοποίηση των πόθεν έσχες, έτσι «κουτσά» όπως γίνεται, δεν οδηγεί σε καμία διαφάνεια. Το αντίθετο συμβαίνει.
Bασιλική Σιούτη

Πόθεν Έσχες: Διαφάνεια ή openwashing;

Πώς μια διαδικασία, που στόχο έχει να ελέγξει τους πολιτικούς, καταφέρνει ελάχιστα.

Η δημοσίευση του πόθεν έσχες των βουλευτών παρουσιάζεται ως μια διαδικασία ελέγχου και διαφάνειας, ενώ στην πράξη λειτουργεί περισσότερο ως διαδικασία κάλυψης και νομιμοποίησης, αφού, χωρίς να γίνεται κανένας ουσιαστικός έλεγχος για τα πραγματικά περιουσιακά τους στοιχεία, εμφανίζονται όλοι ως ελεγμένοι. Αποδεδειγμένα παράνομα πλουτίσαντες πολιτικοί έχουν βρεθεί «εντάξει», ενώ άλλοι έχουν κληθεί κατά καιρούς να διορθώσουν τα «λάθη» τους χωρίς καμία συνέπεια. Αλλά ακόμα και όταν από αυτά τα πόθεν έσχες προκύπτουν κάποια ζητήματα, κανένας ποτέ δεν λογοδοτεί.

 

Υποτίθεται ότι η δημοσίευση του πόθεν έσχες των βουλευτών και ο έλεγχός τους είναι μια διαδικασία διαφάνειας και λογοδοσίας του πολιτικού συστήματος, απαραίτητη για τη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, όμως, κανένας έλεγχος δεν γίνεται, ούτε για το πόθεν ούτε για το έσχες. Το αποτέλεσμα είναι οι πολιτικοί να «παραδίδονται άσπιλοι» στην κοινωνία, χωρίς να έχουν ελεγχθεί ουσιαστικά.

 

Φυσικά, εάν κάποιος πολιτικός πλούτισε παράνομα ή δωροδοκήθηκε, δεν το δηλώνει στο πόθεν έσχες. Και η Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής δεν εξετάζει τίποτε άλλο, πέρα απ' όσα οι ίδιοι οι βουλευτές δηλώνουν. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες ικανότητες για να αντιληφθεί κάποιος ότι κανένας πολιτικός δεν θα δήλωνε στο πόθεν έσχες προϊόντα αθέμιτου πλουτισμού, αλλά από τις ελάχιστες περιπτώσεις διαφθοράς πολιτικών που έχουν βγει στη δημοσιότητα αυτό έχει αποδειχτεί κιόλας.

 

Yπάρχουν κραυγαλέες περιπτώσεις, γνωστές στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, που αν ήταν ουσιαστικός ο έλεγχος του πόθεν έσχες τους, θα είχαν εντοπιστεί και υποχρεωθεί να λογοδοτήσουν, αλλά φαίνεται ότι δεν συγκινούν κανέναν. Έτσι, οι πολιτικοί συνεχίζουν να υποκρίνονται ότι ελέγχονται και οι πολίτες, άλλοι αδιάφοροι και άλλοι απελπισμένοι, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα την κατάσταση αυτή.

 

Στην περίπτωση πολιτικών που κατηγορήθηκαν, αυτοί επικαλέστηκαν ακριβώς αυτόν τον (μη) έλεγχο για να πείσουν την κοινή γνώμη ότι δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό γύρω από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

 

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του καταδικασμένου από τη Δικαιοσύνη πρώην υπουργού Άμυνας, που ενώ μπήκε στην πολιτική φτωχός και κάθε χρόνο γινόταν πιο πλούσιος, η Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής δεν βρήκε ποτέ τίποτα. Ακόμα και όταν βοούσε ο τόπος και υπήρχαν συγκεκριμένες καταγγελίες, αναγκάζοντας την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής να διενεργήσει ειδικό έλεγχο για το πόθεν έσχες του, και πάλι αυτή δεν βρήκε τίποτα. Έτσι, ο πρώην υπουργός επικαλούνταν τους ελέγχους αυτούς ως απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ήταν «καθαρός».

 

Υπάρχουν κραυγαλέες περιπτώσεις, γνωστές στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, που αν ήταν ουσιαστικός ο έλεγχος του πόθεν έσχες, θα είχαν εντοπιστεί και υποχρεωθεί να λογοδοτήσουν, αλλά φαίνεται ότι δεν συγκινούν κανέναν. Έτσι, οι πολιτικοί συνεχίζουν να υποκρίνονται ότι ελέγχονται και οι πολίτες, άλλοι αδιάφοροι και άλλοι απελπισμένοι, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα την κατάσταση αυτή.

 

Τα τελευταία χρόνια, παρότι κάποιες υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς βγήκαν στο φως, οι έλεγχοι του πόθεν έσχες των πολιτικών, αντί να γίνονται ουσιαστικότεροι και αυστηρότεροι, γίνονται πιο αδύναμοι και πιο τυπικοί, με όλα τα κόμματα εξουσίας να συναινούν και να συμβάλλουν σε αυτό.

 

Μερικά παραδείγματα: γνωστός και προβεβλημένος πρώην υπουργός, που μπήκε φτωχός στην πολιτική, στην πορεία απέκτησε διάφορα ακίνητα, τα περισσότερα εκ των οποίων δεν φαίνονταν στο πόθεν έσχες του. Για κάποια χρόνια έμενε με την οικογένειά του σε ένα σπίτι στα βόρεια προάστια. Όλοι τον έβλεπαν να μπαίνει και να βγαίνει, όλοι γνώριζαν ότι είναι σπίτι του, αλλά στο πόθεν έσχες το σπίτι αυτό (και όχι μόνο) δεν εμφανίστηκε ποτέ. Και κανένας δεν αναρωτήθηκε, ούτε ελέγχθηκε γι' αυτό.

 

Αποκαλύφθηκε κάποια στιγμή από μια εφημερίδα ότι αρχηγός κόμματος είχε παραλείψει μια χρονιά να δηλώσει εταιρεία που είχε ιδρύσει με άλλα δύο πολιτικά πρόσωπα (της οποίας την ύπαρξη δεν γνώριζε κανείς ως τότε). Εκείνος το διέψευσε δημόσια, παρότι ξεκάθαρα δεν υπήρχε, όπως ο καθένας μπορούσε να διαπιστώσει, εάν ανέτρεχε στη δήλωση της χρονιάς εκείνης. Το θέμα διήρκεσε ελάχιστα, ως διένεξη μεταξύ του μέσου και του αρχηγού κόμματος, για να κλείσει πολύ σύντομα και να μην ασχοληθεί ξανά κανένας με αυτό. Και, φυσικά, χωρίς να λογοδοτήσει κανείς.

 

Ευρωβουλευτής, που όταν μπήκε στην πολιτική ήταν στα όρια της φτώχειας και σήμερα εμφανίζεται εκατομμυριούχος και με πολλά ακίνητα, στην πραγματικότητα δεν έχει εξηγήσει ποτέ πώς έκανε όλη αυτή την περιουσία. Όποτε βγαίνουν στη δημοσιότητα οι δηλώσεις του, γίνονται για μια-δυο μέρες κάποια σχόλια, σαν πολιτικό κουτσομπολιό, και κλείνει εκεί το θέμα.

 

Τα παραδείγματα πλουτισμού για τα οποία δεν δόθηκαν ποτέ εξηγήσεις είναι πολλά και απ' όλα τα κόμματα. Ακόμα και αν δεν πρόκειται για «προκλητικό πλουτισμό» όμως, υπάρχουν πολλά πολιτικά πρόσωπα, τα οποία, πριν μπουν στην πολιτική, δήλωναν καταθέσεις αξίας 2.000-3.000 ευρώ και τώρα αρκετών δεκάδων έως και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Η συνήθης απάντηση στο ερώτημα «πού τα βρήκε» είναι «ε, υπουργός/βουλευτής είναι, να μην έχει κάποια χρήματα στην άκρη από τον μισθό του!».

 

Οι βουλευτές, όμως, συνήθως αρνούνται, δυσφορούν ή διαμαρτύρονται κάθε φορά που μπαίνει θέμα είτε να συνεισφέρουν (όπως τώρα με την πανδημία) είτε να μειώσουν τις απολαβές τους (όπως στην κρίση). Η δικαιολογία τους κάθε φορά είναι ότι έχουν πολλά έξοδα για να συντηρούν τα γραφεία τους και δεν βγαίνουν κ.λπ. Αν «δεν βγαίνουν» όμως, πώς αποταμιεύουν πολλοί από αυτούς, παρότι εμφανίζουν ως μοναδικό τους εισόδημα τον βουλευτικό τους μισθό; Η πολιτεία τούς δίνει μεγάλους μισθούς για να μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς και χωρίς στερήσεις όσο ασκούν τα καθήκοντά τους, αλλά όχι για να αποταμιεύουν ή να στέλνουν τα παιδιά τους με τα χρήματα αυτά σε ιδιωτικά σχολεία, την ώρα που υποβαθμίζουν την δημόσια παιδεία σταθερά τα τελευταία χρόνια και η πλειονότητα των πολιτών δυσκολεύεται ακόμα και να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις. Γιατί π.χ είναι άλλο να στέλνει κάποιος τα παιδιά του σε ιδιωτικό σχολείο από τα χρήματα που είχε πριν μπει στην πολιτική και άλλο από τον μισθό του ως υπουργός ή βουλευτής. Η πολιτεία δεν πληρώνει τους βουλευτές για να έχουν προνόμια έναντι των υπολοίπων που στερούνται για να πληρώνουν τους φόρους, από τους οποίους πληρώνονται οι βουλευτές.

 

Είναι γνωστό επίσης, αν και ανομολόγητο, ότι πολλοί βουλευτές, παρότι έχουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν το ποθεν έσχες τους πριν το καταθέσουν και να ζητήσουν τη συμβουλή ειδικών (λογιστών, νομικών κ.ά.), είναι τόσο αμελείς, που το καταθέτουν με λάθη. Και αντί οι «αμελείς» να παραπεμφθούν στη Δικαιοσύνη, όπως συμβαίνει με έναν πολίτη όταν αποκρύπτει περιουσιακά στοιχεία, εκείνοι καλούνται στην Επιτροπή της Βουλής για να διορθώσουν τη δήλωσή τους.

 

Σε μια περίπτωση η δημοσιοποίηση είχε καθυστερήσει σχεδόν δύο χρόνια, προκειμένου να έχουν τον απαραίτητο χρόνο για να διορθώσουν συγκεκριμένοι βουλευτές και υπουργοί λάθη και παραλείψεις. Ορισμένοι είχαν παραλείψει να δηλώσουν σημαντικά ποσά που πέρασαν από τα χέρια τους, ενώ άλλοι έγιναν υπουργοί έχοντας στην κατοχή τους εταιρείες που είχαν ξεχάσει να μεταβιβάσουν. Μια άλλη περίπτωση εμφανιζόταν να έχει τεράστια κέρδη από ιδιωτική επιχείρηση τη χρονιά πριν μπει στη Βουλή και την άλλη χρονιά τα χρήματα αυτά δεν φαίνονταν ούτε σε καταθέσεις, ούτε σε κάποια αγορά, ούτε σε κάποια επένδυση.

 

Τόσα χρόνια η δημοσιοποίηση των πόθεν έσχες, έτσι «κουτσά» όπως γίνεται, δεν οδηγεί σε καμία διαφάνεια. Το αντίθετο συμβαίνει. Μόνο αν κάποιος το θέλει θα τον πιάσουν, και πάλι χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Ο έλεγχος του πολιτικού χρήματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος και εκ των ων ουκ άνευ για την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτό. Η διαδικασία του πόθεν έσχες, όπως έχει αποδυναμωθεί, ούτε τη διαφάνεια ούτε την λογοδοσία εξασφαλίζει. Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα υπάρχει με τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων, όπου δεν υπάρχει η παραμικρή διαφάνεια, μόνο μαύρο σκοτάδι. Ούτε για το πόσα χρήματα μπαίνουν στα (πραγματικά) κομματικά ταμεία, ούτε από ποια προέλευση, ούτε ποιοι τα διαχειρίζονται.

 

Η υπόθεση Siemens αποκάλυψε μια πρακτική χρηματοδότησης των κομμάτων, αλλά τίποτα δεν προχώρησε για να βγουν όλα στο φως και να οριστούν κανόνες διαφάνειας. Τουλάχιστον, ο Θεόδωρος Τσουκάτος και ο Παύλος Πολάκης υπήρξαν ειλικρινείς όταν αποκάλυψαν δημόσια αυτό που ξέρουν όλοι, την ύπαρξη διπλών ταμείων στην πολιτική. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις όλοι οι άλλοι έκαναν ότι δεν άκουσαν.


Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην πολιτική ως το «νέο», καταγγέλλοντας το «διεφθαρμένο παλιό», αλλά στα σχεδόν πέντε χρόνια που κυβέρνησε έκανε χρήση όλων των κακών πρακτικών του παρελθόντος και δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στην πολιτική. Ακόμα και πολιτικοί που στο παρελθόν παραδέχτηκαν το πρόβλημα, δεν έκαναν κάτι για να το αντιμετωπίσουν.

 

Τον Νοέμβριο του 2013 ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει ότι από τα πόθεν έσχες λείπει η ιστορική εξέλιξη, «έτσι ώστε να βλέπει ο πολίτης με τι περιουσία μπήκε ένας βουλευτής στη Βουλή και πώς εξελίσσεται μέσα στο χρόνο η περιουσιακή του κατάσταση». «Υπάρχουν ακόμα αντιστάσεις στο θέμα αυτό, όμως εγώ δεν θα σταματήσω να το ζητώ» είχε πει. Παρ' όλα αυτά, όχι μόνο σταμάτησε να το ζητά αλλά δεν πήρε και καμία πρωτοβουλία γι' αυτό, τώρα που είναι πρωθυπουργός και θα μπορούσε.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια