Δ.Π.Σωτηρόπουλος

Η ηγεμονία του πολιτικού κέντρου (που ήρθε την κατάλληλη στιγμή)

Η Ελλάδα βρίσκεται αυτήν τη στιγμή σε μια φάση πιο προχωρημένη από τα υπόλοιπα κεντρικά κράτη του δυτικού κόσμου, που επίσης διαχειρίζονται την πανδημία.

Ο περίφημος δισκοβόλος του Μύρωνα, το χάλκινο ρωμαϊκό αντίγραφο του μαρμάρινου αρχαιοελληνικού πρωτοτύπου που χάθηκε κάποτε για πάντα, απεικονίζεται από τον άγνωστο καλλιτέχνη να κάνει μια κίνηση προς τα πίσω, την ώρα που ετοιμάζεται για τη ρίψη του δίσκου του. Ο εμπνευστής του προτίμησε να μας υπενθυμίσει ότι η κίνηση προς τα μπρος προϋποθέτει μερικές φορές μια μικρή υποχώρηση προς τα πίσω, για να πάρει κανείς φόρα. Και αυτή η αρχή φαίνεται ότι απηχεί και διαστάσεις της ίδιας της ζωής μας.

 

Ο δισκοβόλος, που πάντοτε με καθήλωνε με την ομορφιά του, μου θυμίζει στην παρούσα κατάσταση χώρες σαν τη δική μας. Δηλαδή χώρες που, ενώ αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν επιτυχημένα την υγειονομική πλευρά της πρωτοφανούς πανδημίας που ενέσκηψε στον πλανήτη, στέκουν πολύ προβληματισμένες απέναντι στην άλλη μεγάλη κρίση που είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσει και αφορά την οικονομία τους αλλά και ‒αυτό τείνουμε να το υποτιμάμε‒ τις πιθανές πολιτικές εξελίξεις στο κοντινό μέλλον.

 

Το ελληνικό κράτος έκανε, ως γνωστόν, εξαρχής και εγκαίρως μια συνειδητή στρατηγική επιλογή: επέλεξε να προστατέψει τις ζωές των πολιτών του, θέτοντας την οικονομία σε δεύτερη προτεραιότητα. Μια οικονομία, μάλιστα, που μόλις είχε αρχίσει να δίνει τα πρώτα δείγματα ανάκαμψης μετά τη λαίλαπα της προηγούμενης δεκαετίας της λιτότητας. Και ενώ κατάφερε, όπως φαίνεται, να εγγυηθεί την ασφάλειά μας, η διαχείριση της επερχόμενης οικονομικής κρίσης ίσως αποδειχτεί ακόμα πιο περίπλοκη, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν εναπόκειται μόνο σε μια εθνική κυβέρνηση το βάρος αυτό.

 

Σε μια ανοιχτή και διεθνοποιημένη εθνική οικονομία που εξαρτάται π.χ. από τον τουρισμό δεν αρκεί μόνο να πράξει τα σωστά ένας υπουργός, αν οι υπόλοιπες χώρες δεν μπορούν (ή δεν πρέπει) να στείλουν τουρίστες. Συνεπώς, οι προβλέψεις για το βάθος της ύφεσης αυτήν τη στιγμή αρκετά ασαφείς (άλλοι μιλούν για μονοψήφια ποσοστά και άλλοι για διψήφια), αλλά σίγουρα είναι δυσοίωνες. Όμως, το πιο βαθύ σκοτάδι είναι, λένε, λίγο πριν ξημερώσει. Κι εδώ, ο δικός μας βασικός σύμμαχος είναι η πολιτική συγκυρία.

 

Ο σημερινός κόσμος στηρίζεται σε τόσο μεγάλες τεχνικές περιπλοκότητες στα διάφορα επιμέρους πεδία του, που μόνο με την αξιοποίηση του επιστημονικού κεφαλαίου μπορούμε να έχουμε τη σιγουριά ότι προχωράμε, αναλαμβάνοντας μικρότερα ρίσκα. Καλύτερη επιβεβαίωση από αυτό που ζούμε με την πανδημία δεν υπάρχει, νομίζω.

 

Ακούγεται ίσως περίεργο, αλλά η Ελλάδα βρίσκεται αυτήν τη στιγμή σε μια φάση πιο προχωρημένη από τα υπόλοιπα κεντρικά κράτη του δυτικού κόσμου, που επίσης διαχειρίζονται την πανδημία. Δηλαδή, ενώ κράτη όπως η Αγγλία, η Ιταλία ή οι ΗΠΑ περνούν εδώ και λίγα χρόνια την παιδική ασθένεια κάθε σύγχρονης δημοκρατίας, εκείνη του αντισυστημικού λαϊκισμού, η Ελλάδα έχει αφήσει την περίοδο αυτή πίσω της, έχοντας πάρει επιπλέον όλα τα απαραίτητα και επώδυνα σχετικά μαθήματα. Αν πρωτοπορεί στην έξοδο από την κρίση του λαϊκισμού, το οφείλει προφανώς και στο γεγονός ότι πρωτοπόρησε και εγκαινιάζοντάς την. Ήταν εκείνη που άνοιξε πρώτη τον δρόμο της κρίσης, ήδη από το 2010, πληρώνοντας πολύ ακριβά τον «πρωτοπόρο» αντισυστημισμό της.

 

Αλλά η φάση εκείνη συνιστά πλέον παρελθόν για την ίδια. Και αποτελεί αξιοζήλευτη τύχη ότι τη στιγμή ακριβώς που καλούνταν να διαχειριστεί μία από τις μεγαλύτερες μεταπολεμικές πλανητικές κρίσεις, η πολιτική κουλτούρα και οι συναφείς αξίες που είναι οι επικρατούσες σήμερα στην Ελλάδα είναι εκείνες του πολιτικού κέντρου. Εκείνου του χώρου, μάλιστα, που τόσο πολύ χλευάστηκε τα προηγούμενα χρόνια της λαϊκιστικής έξαρσης ως «ακραίος», «φιλελέδικος», «ευρωλιγούρικος» κ.λπ. Κι όμως, οι ιδέες του είναι οι μόνες σήμερα που εγγυώνται ότι μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον, παρά τη νέα κρίση. Ποιες είναι αυτές όμως;

 

Πρώτον, η αξία της καλής διακυβέρνησης και της κινητοποίησης του πιο άξιου ανθρώπινου δυναμικού από την πλευρά του κράτους. Δεν αρκούν μόνο οι θυμωμένες ρητορείες και τα ηθικά πλεονεκτήματα για να διοικηθεί ένας πολυπλόκαμος οργανισμός σαν αυτόν. Ο δε ηγέτης πρέπει να διαθέτει έναν συνδυασμό βαθιάς γνώσης των καταστάσεων αλλά και διαίσθησης, καθώς είναι πλέον δεδομένο ότι η διαχείριση διαφόρων τύπων κρίσεων θα είναι η νέα κανονικότητα για τα κράτη της μετα-νεωτερικότητας.

 

Ενώ κανείς σώφρων δεν θα δεχόταν ποτέ να μπει σε ένα αεροσκάφος που το οδηγεί ένας άνθρωπος χωρίς εκπαίδευση και εμπειρία πιλότου, είμαστε πολλές φορές διατεθειμένοι ως πολίτες να δώσουμε τα κλειδιά του κράτους σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να διοικήσουν ούτε περίπτερο. Πρόκειται για έναν παραλογισμό που π.χ. σε άλλες χώρες πληρώνουν αυτήν τη στιγμή με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.

 

Δεύτερον, η εμπιστοσύνη στον λόγο των κάθε είδους ειδικών. Ο σημερινός κόσμος στηρίζεται σε τόσο μεγάλες τεχνικές περιπλοκότητες στα διάφορα επιμέρους πεδία του, που μόνο με την αξιοποίηση του επιστημονικού κεφαλαίου μπορούμε να έχουμε τη σιγουριά ότι προχωράμε, αναλαμβάνοντας μικρότερα ρίσκα. Καλύτερη επιβεβαίωση από αυτό που ζούμε με την πανδημία δεν υπάρχει, νομίζω.

 

Τρίτον, η σημασία του ενσυναισθητικού λόγου και της καλλιέργειας της συναίνεσης. Ο λαϊκιστής είναι εξ ορισμού διχαστικός, έχοντας επινοήσει ένα δήθεν αγεφύρωτο ρήγμα ανάμεσα στον «λαό» και το «κατεστημένο». Αντιθέτως, το πολιτικό κέντρο βλέπει στις κοινωνικές διαφορές την ανάγκη ακριβώς να μιλήσει στον καθένα ξεχωριστά με έναν λόγο πιο ευαίσθητο και συμπεριληπτικό. Και δεν επιτρέπει να υπάρχουν κάποια «ζώα» πιο ίσα από τα άλλα, όπως το θέλουν οι νέοι θιασώτες των παλιών ολοκληρωτισμών.

 

Τέλος, η πρωτοκαθεδρία του επεξεργασμένου ρεαλισμού. Αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις θεωρίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα, υποστήριζαν παλιά οι αθεράπευτοι ιδεολόγοι. Μόνο που ιδίως τα μικρότερα κράτη πρέπει να είναι ακόμα πιο προσαρμοστικά στη διεθνή πραγματικότητα, αν θέλουν να καρπώνονται τις ευκαιρίες που προκύπτουν. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι πέθαναν οι ιδέες αλλά ότι, για να αποδώσουν αυτές στην πράξη, πρέπει να βρίσκονται σε όσο το δυνατό δημιουργικότερο διάλογο με το περιβάλλον τους.

 

Οι απόψεις για τη στάση του δισκοβόλου του Μύρωνα είναι αλήθεια ότι διίστανται: παίρνει απλώς φόρα για να πετύχει όσο καλύτερη επίδοση μπορεί ή κοιτάζει με μια υποψία ναρκισσισμού το κοινό που τον επευφημεί; Αλλά η σωστή προετοιμασία που οδηγεί και σε αξιέπαινη επίδοση δεν είναι χαρακτηριστικό των νάρκισσων. Είναι των ρεαλιστών που σηκώνουν με αυτοπεποίθηση το βάρος της ευθύνης εκατομμυρίων ψυχών, αν και γνωρίζουν πόσο πολύ εξαρτημένες είναι από τις αποφάσεις τους.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια