Δεν είναι μόνο ο κατηγορούμενος Κασιδιάρης που μας καλεί να πάρουμε θέση κόντρα στην ανθρωπιά μας ως κακός λύκος που τρώγεται να δαγκώσει. Είναι κι άλλοι. Κι ας φορούν κοστούμια πάνω απ' τις γούνες τους. Φωτο: Eurokinissi
Β. Στεργίου

Ο κακός λύκος και το όραμα μιας κοινωνίας μελισσών

Mία εξαιρετική αγόρευση του Θανάση Καμπαγιάννη στη δίκη της Χρυσής Αυγής.



ΕΝΑΣ ΠΕΛΙΔΝΟΣ ΝΕΟΝΑΖΙ και μια παχιά ελληνική σημαία. Σειρές βιβλίων απ' αυτά τα αδιάβαστα ‒ background σε βαρυσήμαντες δηλώσεις. Φόβοι για «εξισλαμισμό» της χώρας και της Ευρώπης. Φωνή που με κόπο κρατιέται να μην υψωθεί επιθετικά. Απόφαση για επάνοδο σε ένα σίγουρο μέλλον, χωρίς ξένους και χωρίς προβλήματα, με τους επιστήμονες στο επίκεντρο, όπου, υποθέτουμε, θα σκεπάζουν με γραφήματα και ύφος αυθεντίας τον ρατσισμό και την ανομολόγητη επιθυμία κάποια θέματα να μένουν εκτός δημοκρατικού διαλόγου, ανέλεγκτα, σαν θείες εντολές. Αγωνιώδες κάλεσμα για εθνικιστική αφύπνιση. Ο υπόδικος νεοναζί Κασιδιάρης γεμίζει την οθόνη του κινητού μου για λίγα λεπτά. Αηδιασμένη, το κλείνω.


Από το 2015 δικάζεται η Χρυσή Αυγή. Διαβάζω γι' αυτό στο Με τις μέλισσες ή με τους λύκους, αγόρευση στη δίκη της Χρυσής Αυγής του Θανάση Καμπαγιάννη (εκδόσεις Αντίποδες), εκπροσώπου των Αιγύπτιων ψαράδων. Η εξαιρετική αγόρευση εκθέτει τον εθνικοσοσιαλιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης. Την παρομοιάζει με αγέλη λύκων που χυμάει σε αθώα θύματα. Η δίκη δεν έχει τραβήξει την προσοχή που θα 'πρεπε. Οι δημοκρατικοί πολίτες δείχνουν αδικαιολόγητη αμεριμνησία.

 

Στις δίκες δεν δικάζονται ιδέες. Ούτε πρέπει και ούτε γίνεται. Καταδικάζονται πρόσωπα για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις. Αν μια ιδέα ηττηθεί στο δικαστήριο, αλλά όχι στην κοινωνία, η απονομιμοποίησή της είναι, φοβάμαι, προσωρινή. 


Ήδη, πριν από το ξέσπασμα της κρίσης του Covid-19, μια περίεργη γλώσσα έγινε συχνή. Στελέχη του κυβερνώντος κόμματος και δημοσιογράφοι δεν ντράπηκαν να χρησιμοποιήσουν λεκτικό υπερ-εθνικιστικό. Επιστρατεύτηκαν εκφράσεις που προδίδουν, αν όχι αποκρουστική ιδεολογία, τουλάχιστον κάποια ανομολόγητη πίστη στην ιδέα ότι έτσι στοιβαγμένοι οι μετανάστες εκπίπτουν της ιδιότητας του ανθρώπου. Λέξεις ακραίες διοχετεύτηκαν από επίσημα χείλη στον δημόσιο διάλογο και τον δηλητηρίασαν. Έγιναν καθημερινές. Αναφορές σε «εισβολείς» και «υγειονομικές βόμβες» απάλυναν την ανάγκη για ανθρωπιά μέσα μας ακριβώς πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Ιδέες περί «εξισλαμισμού» διαδόθηκαν.

 

Δεν τις καταδικάσαμε όπως τους άξιζε. Αντίθετα, με αφορμή τις συνεχιζόμενες κρίσεις, πολλοί έσπευσαν να απαλλάξουν τους πολίτες από ενοχές με το παράδειγμά τους. Γιατί να νιώθουν κακοί ή άκομψοι όταν μεταχειρίζονται ακραίο λεξιλόγιο για θαλασσοπνιγμένους, ενώ μπορούν να αυτοπαρουσιάζονται ως ακομπλεξάριστα ειλικρινείς, ως άνθρωποι που λένε τα πράγματα «όπως είναι»; Οι αναστολές έφυγαν. Η ανθρωπιά βαφτίστηκε «ευαισθησία» και τα ρατσιστικά ξεσπάσματα «διανοουμένων» κατά μουσουλμάνων άσκηση στην ελεύθερη σκέψη.


Πολιτικοί και δημοσιογράφοι εξοικείωναν για καιρό το κοινό τους με τη φυλετική ανωτερότητα. Δηλαδή χρησιμοποιούσαν, και έτσι νομιμοποιούσαν, γλώσσα και εκφράσεις που «εξυγιαίνουν» ακραίες ιδέες, τις κανονικοποιούν και τις εντάσσουν στο mainstream, κάνοντάς τες να φαίνονται λιγότερο φοβερές. Δεν τους είπε κανείς τίποτα. Ένας πολιτικός του κυβερνώντος κόμματος, μάλιστα, με σαφείς θέσεις περί «εξισλαμισμού» και συνεργασία με εκδότη βιβλίων ναζιστικού περιεχομένου, διορίστηκε υπεύθυνος προσφυγικής δομής(!).


Αυτήν τη δυστυχώς οικεία γλώσσα μιας κανονικοποιημένης φυλετικής ανωτερότητας ήρθε να ξεσηκώσει ο κατηγορούμενος ναζί, αμέσως μετά το lockdown. Ο κατηγορούμενος, στο νέο του «κίνημα» μιλάει περί αντικατάστασης. Δεν πρωτοτυπεί. Σε ναζιστικά κείμενα συζητιέται εκτενώς πώς κάποιοι άνθρωποι είναι υπάνθρωποι, ζιζάνια που μολύνουν την υγιή χλόη της γης μας, άρα πρέπει να εξολοθρεύονται.

 

Σύγχρονοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι λευκοί ημίτρελοι, που με πυρσούς, σημαίες και γυάλινο βλέμμα παρελαύνουν, φωνάζοντας «δεν θα μας αντικαταστήσετε», συνδέουν την ιδέα της ανωτερότητας της ράτσας με τη σκοπούμενη, υποτίθεται, αντικατάσταση από μετανάστες, πρόσφυγες, μελαμψούς.


Η ακροδεξιά ιδεολογία μουδιάζει διάφορες «ευαισθησίες» σε διαφορετικούς ανθρώπους. Έτσι, ο καθένας κάμπτει λίγο ή πολύ, συστηματικά ή περιστασιακά, τις ηθικές του αντιστάσεις για να αφήσει το κακό να περάσει. Στο Με τις μέλισσες ή με τους λύκους ο κ. Καμπαγιάννης αναλύει την ιδεολογική κατήχηση των μελών της Χρυσής Αυγής και τον σχηματισμό σφιχτών ομάδων κρούσης.

 

Πάντως, δεν χρειάζεται όλοι να δέρνουν Αιγύπτιους αλιεργάτες για να πετυχαίνει ο ναζισμός νίκες. Κάποιοι αρκεί να χειροκροτούν. Άλλοι να πάνε σε εκδηλώσεις. Άλλοι αρκεί να μεταχειρίζονται ναζιστικό λεκτικό και να το εξαγνίζουν έτσι. Για τους περισσότερους πολίτες η δουλειά είναι πανεύκολη: αρκεί να αδιαφορούν.


Στις δίκες δεν δικάζονται ιδέες. Ούτε πρέπει και ούτε γίνεται. Καταδικάζονται πρόσωπα για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις. Αν μια ιδέα ηττηθεί στο δικαστήριο, αλλά όχι στην κοινωνία, η απονομιμοποίησή της είναι, φοβάμαι, προσωρινή. Στο ερώτημα, λοιπόν, που θέτει ο κ. Καμπαγιάννης, «με τις μέλισσες ή με τους λύκους;», με την κοινωνία των μελισσών, της συνεργασίας, της προσφοράς ή με τη βία, δεν καλείται να απαντήσει μόνον το δικαστήριο στη δίκη αλλά και όλοι εμείς. Και όχι μία φορά. Συνέχεια.

 

Ας μη γελιόμαστε. Δεν είναι μόνο ο κατηγορούμενος Κασιδιάρης που μας καλεί να πάρουμε θέση κόντρα στην ανθρωπιά μας ως κακός λύκος που τρώγεται να δαγκώσει. Είναι κι άλλοι. Κι ας φορούν κοστούμια πάνω απ' τις γούνες τους.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Το νέο τεύχος της LIFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια