Τι γίνεται όταν αγάλματα, μνημεία και έργα τέχνης μπαίνουν αντίστοιχα στο στόχαστρο εθνικιστών, ρατσιστών και φονταμενταλιστών;
Απόψεις

Η «μάχη» των αγαλμάτων: Δύο απόψεις πάνω στο εικονοκλαστικό ξέσπασμα

«Θύματά» τους προτομές και αγάλματα προσωπικοτήτων που κατηγορούνται για αποικιοκρατικές, ρατσιστικές ή/και δουλεμπορικές ιδέες και πρακτικές.



Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΦΡΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ Τζορτζ Φλόιντ από λευκό αστυνομικό κατά τη διάρκεια σύλληψής του στη Μινεάπολη (25/5) πυροδότησε σειρά διαδηλώσεων, διαμαρτυριών και ταραχών που στις ΗΠΑ έλαβαν διαστάσεις κοινωνικής έκρηξης, με τον κινηματικό αντίκτυπό τους να είναι πλέον παγκόσμιος.

 

Ανάμεσα στις «παράπλευρες απώλειες» είναι και μία σειρά από αγάλματα και προτομές προσωπικοτήτων που «αποκεφαλίστηκαν», γκρεμίστηκαν, βανδαλίστηκαν ή «πήγαν για βουτιά» με την κατηγορία του αποικιοκράτη, του ρατσιστή, του δουλεμπόρου ή και όλα μαζί, από τον Χριστόφορο Κολόμβο και τον Έντουαρντ Κόλστον μέχρι τον στρατηγό Λι, ενώ ακόμα και ο ανδριάντας του Τσόρτσιλ στο Λονδίνο δεν αισθάνεται καθόλου καλά τελευταία!

 

Το εικονοκλαστικό αυτό φαινόμενο δεν είναι βέβαια καινούργιο, αναζωπυρώνεται κατά εποχές και κορυφώνεται στη διάρκεια ραγδαίων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών εξελίξεων. Είναι, άλλωστε, μοιραίο κάθε πολιτισμός να χτίζει στα ερείπια του προηγούμενου.

 

Πόσο δικαιολογούνται τέτοιες αποκαθηλώσεις, πόσο «μακριά» μπορούν να φτάσουν, υπάρχει μέτρο και πού μπαίνει; Τι τύχη αρμόζει, άραγε, σε ένα δημόσιο άγαλμα ή μνημείο που ξεσηκώνει την κοινωνική κατακραυγή, έχει εντούτοις εγνωσμένη ιστορική ή/και καλλιτεχνική αξία; Τι γίνεται όταν αγάλματα, μνημεία και έργα τέχνης μπαίνουν αντίστοιχα στο στόχαστρο εθνικιστών, ρατσιστών και θρησκόληπτων;

 

Προβληματισμένος με τη σειρά μου, ζήτησα από τον ιστορικό τέχνης Θανάση Μουτσόπουλο και από τον ιστορικό και επιμελητή κειμένων Στρατή Μπουρνάζο μια γνώμη πάνω σε αυτά και ιδού η ανταπόκρισή τους, μαζί με συγκεκριμένα παραδείγματα και αναφορές, τόσο αναφορικά με την Ελλάδα όσο και διεθνώς:

 

Θανάσης Μουτσόπουλος

Ιστορικός τέχνης, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου Κρήτης

 

Τα όμορφα αγάλματα όμορφα καίγονται

Σπανίως σκεφτόμαστε ότι τα αγάλματα που μας περιβάλλουν στις πόλεις (και την ύπαιθρο) θα μείνουν εκεί που είναι για πολύ καιρό, πολύ πολύ καιρό. Το πιθανότερο είναι πως και τα δισέγγονά μας θα είναι αναγκασμένα να τα βλέπουν. Ένα μεγάλο μέρος της σιωπηρής πλειοψηφίας αποδέχεται άκριτα αυτό το γεγονός, αποδεχόμενη ότι αυτά είναι αισθητικά αντικείμενα που «καλλωπίζουν» την πόλη.

 

Εκτός όμως από τα ανεικονικά γλυπτά, που δεν αναπαριστούν κανέναν (και αυτά όμως συχνά προκαλούν αντιδράσεις, όπως συνέβη με το γλυπτό του Γιώργου Ζογγολόπουλου για τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης), όλα τα άλλα φέρουν συμβολισμούς, αρκετές φορές ιδεολογικά φορτισμένους.

 

Ένα καλό παράδειγμα είναι τα κατά τόπους αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που εμφανίζονται σποραδικά από τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του '70 στα Σκόπια της Β. Μακεδονίας τη δεκαετία του '90 και στην Αθήνα πρόσφατα, υποδηλώνοντας κάθε είδους θέματα επικράτειας ή αλυτρωτισμού.

 

Όμως πότε συμβαίνει ένα δημόσιο γλυπτό να λειτουργεί τόσο πολωτικά και συγκρουσιακά, ώστε να προκαλεί την ανατίναξή του; Ασφαλώς το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πρέπει να 'ναι αυτό του αγάλματος του Προέδρου Τρούμαν, στημένο στη λεωφόρο Βασ. Κωνσταντίνου από το 1963. Ο ομώνυμος Πρόεδρος υπήρξε υπεύθυνος τόσο για τη ρίψη της ατομικής βόμβας και το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου όσο και για το θεωρητικό σχήμα του δόγματος Τρούμαν.

 

Η τοπική παραφυάδα του, «Η Ελλάς ανήκει στη Δύση» (εκφρασμένη μεταγενέστερα το 1976, βέβαια, από τον Κ. Καραμανλή), είναι πιθανότητα ιδεολογικά υπεύθυνη για την τοποθέτηση αυτού του γλυπτού, χρηματοδοτημένη από την οργάνωση ομογενών των ΗΠΑ, ΑΧΕΠΑ. Κατά της διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας και, κυρίως, της δεκαετίας του '80, το άγαλμα του Τρούμαν γίνεται στόχος πολλαπλών βομβιστικών επιθέσεων (στη μία, μάλιστα, θα σκοτωθεί και ένας αστυνομικός) με τρόπους που συναντάμε σε σημαντικούς στρατηγικούς στόχους.

 

Μετά από μία απ' αυτές, μάλιστα, ο τότε δήμαρχος της Αθήνας, Δημήτρης Μπέης, για να ρίξει τους τόνους, προτείνει στη θέση του να μπει ένα άγαλμα του Αβραάμ Λίνκολν και αυτό του Τρούμαν να μεταφερθεί σε υπαίθριο χώρο του Πολεμικού Μουσείου. Όμως πάντοτε το άγαλμα θα επιστρέφει στη θέση του και, μάλλον, αέναα θα δέχεται επιθέσεις...

 

Η δημόσια τέχνη στην Αθήνα μοιάζει με μια αδύνατη υπόθεση, συμπιεσμένη σε έναν Προκρούστη μεταξύ των αιώνιων μαρμάρινων προτομών και των ανεξέλεγκτων επιγραφών στους τοίχους των πολυκατοικιών της.

 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε την αντεπίθεση μιας συντηρητικής και φονταμενταλιστικής μερίδας του πληθυσμού αυτής της χώρας, μιας μερίδας που παλιότερα ίσως θεωρούσε (δικαίως) ότι εξέφραζε την καθεστηκυία τάξη της Ελλάδας, αλλά σήμερα νιώθει ότι βάλλεται από νέες ιδέες και νέες αξίες, αναζητώντας εχθρούς παντού. Έτσι, ομάδες υπερορθόδoξων ή οπαδών της Χρυσής Αυγής κατά καιρούς επιτίθενται σε παραστάσεις (Θέατρο Χυτήριο) ή εικαστικά έργα (έκθεση Outlook, Art Athina). Φανταστείτε, τώρα, αν κινητοποιούνται για εκδηλώσεις κλειστού χώρου, που απευθύνονται λίγο πολύ σε ένα «ειδικό κοινό», τι θα γίνει όταν πρόκειται για ένα γλυπτό δημοσίου χώρου.

 

Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτή την πόλη τα δημόσια έργα τέχνης σπανίως είναι σκοπίμως προκλητικά ή ιδεολογικά αιρετικά. Και ούτε ίσχυε κάτι τέτοιο στην περίπτωση του γλυπτού PHYLAX στο Παλαιό Φάληρο. Τον Δεκέμβριο του 2017 τοποθετήθηκε εκεί με απόφαση του δημάρχου του αυτό το έργο του καλλιτέχνη Κώστα Γεωργίου. Το γλυπτό αναπαριστούσε μια ανθρωπόμορφη φτερωτή μορφή, χωρίς πρόσωπο, σε κόκκινο χρώμα. Φανατικοί χριστιανοί, που φαίνεται να δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα σε διάφορα ορθόδοξα μπλογκ, το χαρακτήρισαν «έκπτωτο άγγελο», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε ένα αντι-σατανιστικό κυνήγι μαγισσών.

 

Η τηλεοπτική συζήτηση που ακολούθησε ήταν στο γνωστό νεοελληνικό ύφος, με πρωταγωνιστές-εισαγγελείς ανθρώπους όπως ο «πατέρας Κλεομένης», ο οποίος, μεταξύ άλλων, είχε στο παρελθόν φτύσει και πετάξει αυγά στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Λάρισα.

 

Η δημόσια τέχνη στην Αθήνα μοιάζει με μια αδύνατη υπόθεση, συμπιεσμένη σε έναν Προκρούστη μεταξύ των αιώνιων μαρμάρινων προτομών και των ανεξέλεγκτων επιγραφών στους τοίχους των πολυκατοικιών της. Μαζί με τον νεοκλασικό σχεδιασμό της, η Αθήνα κληρονόμησε μερικές δεκάδες αγάλματα και προτομές αγωνιστών του '21, Φιλικών και φιλελλήνων. Στη συνέχεια οι νέοι ήρωες ήταν (αναπόφευκτα) οι πολιτικοί, αλλά, από δίπλα, και νέοι ανδριάντες στρατιωτικών και μαζί τους δήμαρχοι, ποιητές, ηθοποιοί...

 

Αυτά τα έργα είναι καταδικασμένα να μείνουν εκεί για αιώνες. Μάλλον εμείς είμαστε καταδικασμένοι να τα βλέπουμε για αιώνες. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα σκέφτονται οι κάτοικοι αυτής της πόλης μετά από μερικές δεκαετίες, όταν θα βγαίνουν από τον σταθμό του μετρό «Εθνική Άμυνα» και θα βλέπουν τον έφιππο ανδριάντα του στρατάρχου Παπάγου...

 

Στρατής Μπουρνάζος

Ιστορικός και επιμελητής κειμένων

 

«Συθέμελα ρίχτε παλάτια και θρόνους...»

O μέγας Banksy, που θρυλείται ότι κατάγεται από το Μπρίστολ, ανέβασε στο Ιnstagram την πρότασή του για ένα νέο γλυπτικό σύμπλεγμα: το άγαλμα στο βάθρο, έτοιμο να πέσει, καθώς διαδηλωτές το τραβάνε με σκοινιά.

 

Πόσοι και πόσες δεν έχουμε τραγουδήσει «Συθέμελα ρίχτε παλάτια και θρόνους,/ βαριές αλυσίδες, πορφύρες και νόμους»; Τις εποχές εκείνες που, μες στις υπόγειες τις ταβέρνες, ακούγαμε ιστορίες για τον λαϊκό κομισάριο της παιδείας των μπολσεβίκων, τον Λουνατσάρσκι, ο οποίος όμως αντιτάχθηκε στο γκρέμισμα τσαρικών κτιρίων, στο Κρεμλίνο και αλλού, καθώς τα θεωρούσε κομμάτι της πολιτισμικής κληρονομιάς. Η διχογνωμία λοιπόν είναι παλιά, και μες στους κόλπους του επαναστατικού κινήματος.


Προχωράω στο σήμερα – γιατί αυτό είναι το επίδικο. Οι διαδηλωτές που ρίχνουν ένα άγαλμα δεν είναι ιστοριοδίφες που εισηγούνται μια ρηξικέλευθη ανάγνωση του παρελθόντος. Η ζωή τους είναι εκείνο που τους καίει, η καταπίεση των μαύρων στον 21ο αιώνα είναι εκείνη που φωτίζει το αποικιακό παρελθόν – και η δουλοπαροικία αντανακλάται τεθλασμένα στο σήμερα: στο Μπρίστολ, ένας διαδηλωτής πάτησε με το γόνατό του τον λαιμό του πεσμένου αγάλματος του δουλεμπόρου Κόλστον, μιμούμενος τη στάση του αστυνομικού που προκάλεσε τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ.

 

Η αποκαθήλωση ενός δουλεμπόρου ανοίγει άραγε τον ασκό του Αιόλου, και μετά παίρνουν σειρά ο Τζέφερσον, οι πυραμίδες της Αιγύπτου, ακόμα και ο Περικλής; Μια συνηθισμένη απάντηση είναι ότι όλα πρέπει να γίνονται θεσμικά και νηφάλια.


Τα δημόσια μνημεία, ανεξάρτητα με την καλλιτεχνική τους αξία, παίζουν κυρίως ρόλο διαπαιδαγωγικό και διδακτικό – και ευλόγως: οι κοινωνίες χρειάζονται τα σύμβολα και τους ήρωές τους. Ακριβώς γι' αυτό, έχουν υπέρμαχους και αντιπάλους. Ένα άγαλμα στην πλατεία θα προξενήσει αντιδράσεις που δεν θα προξενήσει ποτέ το ίδιο άγαλμα σ' ένα μουσείο – εκεί ο λόγος θα είναι περί τέχνης ή υλικού πολιτισμού.


Γι' αυτό και δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ όλοι σε όλα. Μια προτομή του Λένιν θα γεννά δύο ειδών αντιδράσεις, ισχυρές και βάσιμες αμφότερες: η μία θα τον βλέπει ως θεμελιωτή ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος και τύραννο, η άλλη ως ηγέτη μιας σπουδαίας επανάστασης και απελευθερωτή. Και δεν είναι μόνο η ιδεολογία αλλά και η πραγματικότητα που δρα καταλυτικά: η εικόνα του Λένιν είναι διαφορετική στην ΕΣΣΔ, σε άλλες πρώην «λαϊκές δημοκρατίες», στον «Τρίτο Κόσμο» και στη Δυτική Ευρώπη.


Υπάρχει όμως όριο; Η αποκαθήλωση ενός δουλεμπόρου ανοίγει άραγε τον ασκό του Αιόλου, και μετά παίρνουν σειρά ο Τζέφερσον, οι πυραμίδες της Αιγύπτου, ακόμα και ο Περικλής; Μια συνηθισμένη απάντηση είναι ότι όλα πρέπει να γίνονται θεσμικά και νηφάλια.

 

Ωστόσο, εκτός της εγγενούς ενίοτε γραφικότητας (οι εξεγερμένοι δέον να απευθύνονται στο ταμείο οδοποιίας και μαρμαρογλυφίας του οικείου δήμου, με χαρτοσημασμένη αίτηση...), οι τελευταίες μέρες μάς δείχνουν ότι ο «δρόμος» και το αυθόρμητο, οι θεσμοί και η νομιμότητα, αλληλεπιδρούν: θορυβημένες δημοτικές αρχές –οι ίδιες που τα είχαν αφήσει για χρόνια εκεί– εξετάζουν την απομάκρυνση αγαλμάτων (η παρατήρηση από το ωραίο άρθρο του Sraosha).


Την απάντηση, πιστεύω, μπορούμε να την αναζητήσουμε στις διακρίσεις. Διαφέρουν πολύ ένα άγαλμα του Πινοσέτ και της Θάτσερ, όσες σχέσεις κι αν είχαν, όσο κι αν απεχθανόμαστε τη δεύτερη. Το ζήτημα δεν είναι να βρούμε «ψεγάδια» στον καθένα, αλλά το τι ήταν, τι συμβολίζει κυρίαρχα και τι θέλουμε να συμβολίζει: ο Περικλής είναι ο εκπρόσωπος της αθηναϊκής δημοκρατίας (κι ας υπήρξε δουλοκτητική) ή του δουλεμπορίου; Προφανώς το πρώτο.

 

Παραπέρα, σημασία έχει η θέση: ένας ανδριάντας του Μεταξά στην πλατεία μπορεί να προξενεί ανατριχίλα, ενώ οφείλει να υπάρχει σε ένα μουσείο ή αρχείο. Μια λαϊκή εικόνα με τον (Ελευθέριο) Βενιζέλο φουστανελοφόρο ή τα «εκλεκτά σιγαρέτα Βενιζέλος», με αμφίβολη μνημειακή και καλλιτεχνική αξία, αποτελούν εύγλωττα τεκμήρια για τις νοοτροπίες και την εποχή. Το άγαλμα του ρατσιστή Γιαν Σματς ήταν προκλητικό στον περίβολο της ελληνικής Βουλής (και καλώς απομακρύνθηκε το 1994), ενώ μια βιογραφία του, ακόμα και δοξαστική, θα ήταν απαραίτητη στη Βιβλιοθήκη της Βουλής (και κακώς θα απομακρυνόταν).


ΥΓ.: Στις αρχές Ιουνίου, στο Μπρίστολ, διαδηλωτές έριξαν στο ποτάμι το άγαλμα του δουλεμπόρου (αλλά και φιλάνθρωπου) Έντουαρντ Κόλστον. O μέγας Banksy, που θρυλείται (κανείς δεν ξέρει την πραγματική του ταυτότητα) ότι κατάγεται από το Μπρίστολ, ανέβασε στο Ιnstagram την πρότασή του για ένα νέο γλυπτικό σύμπλεγμα: το άγαλμα στο βάθρο, έτοιμο να πέσει, καθώς διαδηλωτές το τραβάνε με σκοινιά. Mετακινείται, λοιπόν, όχι μόνο το άγαλμα, αλλά και ο φακός: το αξιομνημόνευτο, στο οποίο τιμάται, δεν είναι πια ο Κόλστον· είναι η πράξη της πτώσης και οι διαδηλωτές που την επιτελούν.

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια