Η αγριάδα του ξερακιανού τοπίου είναι πιο εμφανής τώρα που λείπουν οι ομπρέλες, οι φασαρίες, τα selfie sticks, ο πανικός. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Β. Στεργίου

Αρχές Ιουλίου στο νησί

Στο νησί τα πάντα μάς ανήκουν.

 


ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ.
Με αυτή την ειδική αγωνία που σε πιάνει όταν το βλέπεις να ανοίγει και να καλεί τον κόσμο να χωθεί μέσα στην κοιλιά του κήτους. Τότε που μοιάζει με ζήτημα ζωής και θανάτου το να πιάσεις λίγο τα κλειδιά στην τσέπη και να χαϊδέψεις τη θήκη του κινητού. «Να σε πάρω μια αγκαλιά;» Γνωριμίες με καινούργιους φίλους και συναντήσεις με παλιούς ξεκινούν πλέον έτσι, ως δηλώσεις ανυπακοής στα μέτρα ασφαλείας. Θέλω να αγκαλιαστώ. Το κάνω.

 

Σκέφτομαι λίγο το νέο λεκτικό των τελευταίων μηνών. Το «έχεις αντισηπτικό;» είναι το νέο παρακολούθημα της φράσης «ποιος θέλει αντηλιακό;». Το φλερτ έχει προσαρμοστεί στα νέα κόλπα. «Βγάλε λίγο τη μάσκα να δω το πρόσωπό σου» ή «Mε φοβάσαι; Δεν έχω κάτι, δεν θα σε κολλήσω»: φράσεις που πλέον ακούς και εκτός κρεβατοκάμαρας. Νέοι τρόποι να δείχνεις νοιάξιμο φέτος το καλοκαίρι είναι το σκούπισμα των κοινόχρηστων επιφανειών με Ντετόλ και το πλύσιμο των χεριών πριν προσφέρεις ένα φρούτο ή ένα χάδι.

 

Μπαίνοντας στο πλοίο, κάποιος μας θερμομετρεί στα γρήγορα. Περνάμε και καθόμαστε στο κατάστρωμα. Έχει αντισηπτικά και καχύποπτους επιβάτες. Μία έχει πιάσει τέσσερις θέσεις αυτή κι ο σκύλος της, δημιουργώντας κάτι σαν προσωπικό τοιχάκι με αποσκευές που τοποθετεί περιμετρικά. Μία άλλη μας κοιτάει με απέχθεια όταν πάμε να καθίσουμε δίπλα της. Εγώ φταρνίζομαι κιόλας και εκεί χάνεται κάθε ενδεχόμενο για χαλαρή κουβεντούλα. Βρομάει χλωρίνη και αντισηπτικό παντού.

 

Στο νησί τα πάντα μάς ανήκουν. Τριγυρνάμε στην άμμο ανάμεσα σε άλλους πρωτόπλαστους που δεν βρίσκουν λόγο να μας απευθυνθούν ή να φορέσουν μαγιό. Γυναίκες-κινούμενα έργα του Μποτιτσέλι τρίβουν ακομπλεξάριστα την κυτταρίτιδά τους πριν μπουν στο κρύο νερό. Τα σώματα είναι ακόμα άσπρα στις πρώτες επαφές με το φως, μικρά ανθρωπάκια σε μπλε φόντο εμφανίζονται από μακριά, αλλά οι παρέες μας δεν πλησιάζουν. Έχει μια ακατόρθωτη μεσημεριανή ησυχία παντού.

 

Στο νησί τα πάντα μάς ανήκουν. Τριγυρνάμε στην άμμο ανάμεσα σε άλλους πρωτόπλαστους που δεν βρίσκουν λόγο να μας απευθυνθούν ή να φορέσουν μαγιό. Γυναίκες-κινούμενα έργα του Μποτιτσέλι τρίβουν ακομπλεξάριστα την κυτταρίτιδά τους πριν μπουν στο κρύο νερό. Τα σώματα είναι ακόμα άσπρα στις πρώτες επαφές με το φως, μικρά ανθρωπάκια σε μπλε φόντο εμφανίζονται από μακριά, αλλά οι παρέες μας δεν πλησιάζουν. Έχει μια ακατόρθωτη μεσημεριανή ησυχία παντού. Άδεια μονοπατάκια βγάζουν σε μικρές, σχεδόν προσωπικές παραλίες. Αμμόλοφοι, βραχοσπηλιές, όλα είναι ανέγγιχτα, λες και είσαι στο φεγγάρι. Βουλιάζω σε μια παχιά στρώση παραθαλάσσιας πρασινάδας και νιώθω αστροναύτης. Στα βράχια δεν κάθεται κάνεις, κανένας δεν φωτογραφίζεται ψευτοστοχαστικός πάνω στην τεράστια πέτρα μέσα στη θάλασσα. Τα ψηλά κύματα δεν θα γίνουν Instagram stories κανενός.

 

Η αγριάδα του ξερακιανού τοπίου είναι πιο εμφανής τώρα που λείπουν οι ομπρέλες, οι φασαρίες, τα selfie sticks, ο πανικός. Ο αέρας που φυσάει δεν βρίσκει αντίσταση στις λίγες πλάτες γυμνών σωμάτων. Κάνει ουράνια τόξα που ίπτανται για δευτερόλεπτα στην αμμουδιά, ξεσηκώνοντας πολύχρωμες πιτσιλιές απ' την επιφάνεια της θάλασσας. Στις καφετέριες, στις ψαροταβέρνες, είμαστε βασιλιάδες. Οι ντόπιοι ψάχνουν να πιάσουν κουβέντα για το οτιδήποτε. Η αγωνία για τα οικονομικά τούς έχει ρημάξει. Πίσω απ' τη μάσκα ανασαίνουν χάλια. Κοιτάνε κάτω συγκεντρωμένοι, χαζεύουν την παραλία, το πηχτό αμμώδες πάτωμα χωρίς καθόλου νέα βήματα.

 

Οι ήχοι του καλοκαιριού είναι συντριπτικοί. Τα τζιτζίκια, τα δέντρα που «ξεμαλλιάζονται», τα πουλιά το πρωί, βοούν. Δεν ακούς συζητήσεις για τον Covid. Δεν έχει γκρίνιες για την καραντίνα. Δεν βλέπεις ανθρώπους κολλημένους στα κινητά τους. Δεν πιάνει παντού το WiFi. Πού και πού χάνεται το σήμα. Άλλωστε, ποιος θέλει να σκρολάρει, ενώ μπορεί να κυλιέται σαν γουρουνάκι στην άμμο και μετά να κολυμπάει στα βαθιά; Όχι εγώ!

 

Μια μέρα κάθομαι στον ήλιο περισσότερο απ' όσο πρέπει. Διαβάζω ένα δοκίμιο της Susan Sontag και πίνω παγωμένη μπίρα. Η βραδύτητα της στιγμής, ο ήχος του νερού, η ζέστη, η μεσημεριανή κούραση, με κάνουν να υπερεκτιμώ τις αντοχές μου. Καίγομαι. Και μετά όλο το δέρμα μου καίει. Όχι μόνο εκεί που έχω καεί αλλά και αλλού. Σαν να 'χω πυρετό. Σκέφτομαι τότε τον Χανς Κάστορπ. Τον νεαρό πρωταγωνιστή του Μαγικού Βουνού, του κλασικού αριστουργήματος του Τόμας Μαν. Πάει επισκέπτης στο σανατόριο όπου θεραπεύεται ο ξάδερφός του. Είναι ένα μέρος έξω απ' τον χρόνο, αλλόκοτο, μυστηριώδες, γαλήνιο, τόπος διανοητικών και αισθητικών εμπειριών φοβερής έντασης. Ο Κάστορπ δεν έχει λόγο να μείνει εκεί, αφού είναι υγιής και επισκέπτης. Σε μια θερμομέτρηση για τυπικούς λόγους, όμως, του βρίσκουν δέκατα, μετά κανονικό πυρετό. Έτσι, καταδικάζεται να δει ομορφιές που αγνοούσε.

 

Αυτά σκέφτομαι καμένη απ' τον ήλιο. Φαντάζομαι τον κύριο στην είσοδο του πλοίου της επιστροφής με αυτό το άσπρο πραγματάκι που υποτίθεται ότι μετράει θερμοκρασίες και ξεχωρίζει τους υγιείς από τους τους αρρώστους να μου ανακοινώνει: «Συγγνώμη, κ. Κάστορπ, δεν μπορείτε να ταξιδέψετε, πρέπει να επιστρέψετε επ' αόριστον στην παραλία».

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια