Με την προϋπόθεση ότι κάποια στιγμή μέσα στο 2021 θα βρεθεί το πολυπόθητο εμβόλιο και η πανδημία θα αντιμετωπιστεί, αυτό που φαίνεται και είναι σήμερα μια τεράστια απειλή θα μοιάζει σύντομα παλιά υπόθεση.
Αθηναίος Όμηρος

Ευκαιρίες και εμπόδια στη μετα-Covid Ελλάδα

Οι πέντε παράγοντες που διαμορφώνουν το μέλλον.



ΕΝΑ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ
αιωρείται διαρκώς τη στιγμή που παλεύουμε να επιστρέψουμε στη νέα κανονικότητα: πώς θα είναι η Ελλάδα στη μετα-Covid εποχή; Ωστόσο, το ερώτημα είναι από μόνο του λάθος αν δεν συνδυαστεί με τους μεσο- και μακροπρόθεσμους παράγοντες οι οποίοι επηρέαζαν και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν καταλυτικά την πορεία της χώρας στο άμεσο και προσεχές μέλλον. Με την προϋπόθεση ότι κάποια στιγμή μέσα στο 2021 θα βρεθεί το πολυπόθητο εμβόλιο και η πανδημία θα αντιμετωπιστεί, αυτό που φαίνεται και είναι σήμερα μια τεράστια απειλή θα μοιάζει σύντομα παλιά υπόθεση. Το σωστότερο ερώτημα, συνεπώς, είναι να δούμε πώς διαπλέκεται ο παράγοντας της διαχείρισης της πανδημίας με τις δομικές μας δυνατότητες και αδυναμίες. Πέντε είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν το μέλλον μας.


Πρώτον, το μοντέλο της πολιτικής διακυβέρνησης, το οποίο αφορά τη διοίκηση του κράτους και τις σχέσεις κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Το πολιτικό μας σύστημα τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποδείχτηκε συχνά κατώτερο των περιστάσεων, ενώ η δημόσια διοίκηση ήταν διαχρονικά η αχίλλειος πτέρνα μας. Ωστόσο, η πολύ αποτελεσματική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης (αλλά και της συνοριακής κρίσης με την Τουρκία) από την πλευρά της σημερινής κυβέρνησης και οι συνοδευτικές μεταρρυθμίσεις επ' αφορμή της πανδημίας (π.χ. η ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης) δίνουν ελπίδες ότι μπορεί να αντιστραφεί ο φαύλος κύκλος που ήθελε την αναποτελεσματική διακυβέρνηση να οδηγεί σε απογοήτευση τους ψηφοφόρους, που με τη σειρά τους κατέφευγαν, ως αντίδραση, σε ακόμη χειρότερες πολιτικές λύσεις.

 

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν πολύ μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης των Ελλήνων πολιτών στους κρατικούς θεσμούς, γεγονός που, αν συνοδευτεί από γενναίες μεταρρυθμίσεις σε κάποιους τομείς, μπορεί να καταστήσει το ελληνικό κράτος πολύ πιο αποτελεσματικό σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης – τη νέα «κανονικότητα» του 21ου αιώνα. Το πρότυπο της διακυβέρνησης σε εποχές διακινδύνευσης, που συνδυάζει τη μεγαλύτερη εμπλοκή ειδικών στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών με μια ενσυναισθητική επικοινωνία όσων πρέπει να ακολουθηθούν, φάνηκε σαφώς πόσο επιτυχημένο ήταν στην πανδημία και ήδη ακολουθείται και σε άλλους τομείς (π.χ. οικονομία).

 

Το μεγάλο πλεονέκτημα μιας καλής διακυβέρνησης είναι ότι υποχρεώνει και την αντιπολίτευση να λειτουργήσει περισσότερο συναινετικά επί της ουσίας, απαλλάσσοντας έτσι το πολιτικό σύστημα από τη ροπή προς τους καταστροφικούς ριζοσπαστισμούς. Σε αυτήν τη φάση βρισκόμαστε τούτη τη στιγμή, σε αντίθεση μάλιστα με πολλά προηγμένα κράτη, τα οποία είναι ακόμα παγιδευμένα σε σπιράλ καθόδου, πολιτικά και ιδεολογικά.

 

Δεν είμαστε πλέον στην εποχή των γενικευμένων πολεμικών συρράξεων, ωστόσο ένας ακήρυχτος, «χαμηλός» πόλεμος θα μαίνεται στα σύνορά μας όσο η Άγκυρα θα έχει αξιώσεις σημαντικού περιφερειακού παίκτη.


Δεύτερον, το περιβόητο παραγωγικό μας μοντέλο, που ήταν υπεύθυνο και για την οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας. Το ελληνικό μοντέλο της μικρής, συνήθως οικογενειακής επιχείρησης και της κρατικοδίαιτης προσοδοθηρίας είναι ομολογουμένως προβληματικό, αλλά δυσκολότερο να αλλάξει, και τέτοιες κρίσεις που θέτουν ζητήματα υπαρξιακής επιβίωσης κάνουν τα υποκείμενα να κλείνονται ακόμα περισσότερο σε θεσμούς όπως η οικογένεια.

 

Ουσιαστικά, υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να μετασχηματιστεί. Ο ένας είναι αν συνέρρεαν μεγάλες επενδύσεις στη χώρα, αλλάζοντας τις σχέσεις της καπιταλιστικής ισχύος και συνακόλουθα την επιχειρηματική νοοτροπία. Αλλά αυτό, με δεδομένη και την παγκόσμια οικονομική κρίση, δεν πρέπει να περιμένουμε να συμβεί στο ορατό μέλλον. Ο άλλος τρόπος είναι εσωτερική μας υπόθεση και έχει να κάνει με την αλλαγή του εκπαιδευτικού μας μοντέλου. Ένα μοντέλο, από τη βασική εκπαίδευση μέχρι το πανεπιστήμιο, πολύ πιο προσανατολισμένο στην απόκτηση επαγγελματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, με αντίληψη των αναγκών της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, καθώς και της υποχρέωσης οι Έλληνες νέοι, εκτός από τέκνα του έθνους μας, να αισθάνονται και ισότιμοι πολίτες του παγκόσμιου χωριού μας, θα ήταν μεσοπρόθεσμα παράγοντας βαθιάς αλλαγής του παραγωγικού μας μοντέλου. Οι εσωτερικές αντιστάσεις, πάντως, απέναντι σε αυτά είναι μεγάλες για ποικίλους λόγους, από συντεχνιακούς μέχρι κουλτούρας.


Η τεχνολογική επανάσταση, πάντως, μπορεί να δώσει λύσεις και στο τρίτο μεγάλο πρόβλημα, αυτό της ραγδαίας πληθυσμιακής συρρίκνωσης της χώρας. Αυτή δύσκολα μπορεί να ανασχεθεί, ωστόσο η καραντίνα ανέδειξε παγκοσμίως αλλά και στη συνήθως καθυστερημένη Ελλάδα τις πολλές λύσεις που δίνει η τεχνολογία ως προς την εξ αποστάσεως εργασία και συνεργασία. Κάτι που κατ' επέκταση σημαίνει ότι θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν διαφορετικά δίκτυα με τον ελληνισμό της διασποράς που είναι πολυπληθής και φορέας κεφαλαίου τεχνογνωσίας.

 

Αν αποδεχτούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν πρόκειται να επιστρέψουν σύντομα, παρ' όλα αυτά θέλουν και κρατούν σταθερή επαφή με τον τόπο καταγωγής τους, θα μπορούσαν κάλλιστα να αξιοποιηθούν προς όφελος της ελληνικής οικονομίας. Τα έθνη έχουν πάντα και μια φαντασιακή διάσταση.

 

Παλιότερα, το ελληνικό κράτος περιλάμβανε φαντασιακά και τις λεγόμενες «αλύτρωτες πατρίδες», που ακόμα δεν είχαν ενσωματωθεί σε αυτό. Σήμερα, η τεχνολογία μάς επιτρέπει να συνυπολογίσουμε τους εκτός Ελλάδας στο εθνικό ανθρώπινο δυναμικό – εξού και είναι τόσο σημαντικό να τους δοθεί το δικαίωμα της εξ αποστάσεως ψήφου, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερες πρακτικές διευκολύνσεις.

 

Από την άλλη, η γεωπολιτική παράμετρος –η άλλη καθοριστική παράμετρος– από την ίδια της τη φύση αλλάζει πολύ δύσκολα, καθώς εμπλέκει και τη γεωγραφία. Με άλλα λόγια, η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται, όπως τόσους αιώνες, σε μια διαρκώς ανάστατη γειτονιά, με έναν διαρκώς ανήσυχο γείτονα σαν την ερντογανική Τουρκία. Η υβριδική επίθεση που εξαπέλυσε στον Έβρο στις αρχές του χρόνου, εργαλειοποιώντας ταλαιπωρημένους μετανάστες, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο θα διεξάγεται η σύγκρουση στο μέλλον. Δεν είμαστε πλέον στην εποχή των γενικευμένων πολεμικών συρράξεων, ωστόσο ένας ακήρυχτος, «χαμηλός» πόλεμος θα μαίνεται στα σύνορά μας όσο η Άγκυρα θα έχει αξιώσεις σημαντικού περιφερειακού παίκτη.

 

Το ασύγκριτο πλεονέκτημα της χώρας μας είναι η συμμετοχή της στον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε., που είναι μεγάλη ασπίδα προστασίας της αλλά και μια ισχυρή δύναμη διεθνούς δικαίου. Άρα η δική της απάντηση στην επιθετικότητα της (στρατιωτικά πολύ υπέρτερης) γείτονος πρέπει να συνδυάζει την εξάντληση των διπλωματικών εργαλείων και τις σύνθετες συμμαχίες με τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων σε κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας. Και κυρίως την εγκατάλειψη κάθε είδους ταμπού στην εξωτερική πολιτική, τόσο των τοξικών εθνικιστικών όσο και των αφελών αντιεθνικιστικών.


Τέλος, η διαχείριση των πολιτισμικών συγκρούσεων, η οποία φάνηκε κι από την πρόσφατη περίπτωση της Αμερικής ότι θα είναι από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα του μέλλοντος, παγκοσμίως. Δεν είναι σήμερα ο ρατσισμός, όπως εσφαλμένα ονομάζεται, το πρόβλημα (είναι ελάχιστοι πλέον όσοι αντιλαμβάνονται τις ανισότητες στη βάση βιολογικών δεδομένων), αλλά οι διάφοροι πολιτισμικοί «πόλεμοι», που ξεκινούν από την ανάγκη συνύπαρξης ομάδων με διαφορετικές (όχι μόνο φυλετικές) ιδιαιτερότητες και διαφορετικά αιτήματα.

 

Στην Ελλάδα ειδικά, ενώ πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητο κράτος δικαίου, εκκρεμούν ακόμη διάφορα ζητήματα για τις ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητες, την ένταξη των νέων μεταναστών, την ουσιαστική ισότητα των γυναικών στην εργασία και στην κοινωνία κ.ά. Δεν πρόκειται απλώς για προβλήματα καλοζωισμένων Δυτικών αλλά για ουσιώδη ζητήματα που θα καθορίσουν τον βαθμό της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης εφεξής.

 

Η άνοδος ενός κεντρώου πρωθυπουργού στην ελληνική κυβέρνηση και μιας ευαίσθητης σε αυτά τα ζητήματα Προέδρου της Δημοκρατίας δίνει βάσιμες ελπίδες ότι οι λύσεις που θα προκριθούν θα είναι στην κατεύθυνση του δικαιωματικού φιλελευθερισμού. Η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί και η αριστερή αντιπολίτευση οφείλει να στηρίξει όσα για χρόνια διεκδικούσε γενναία και η ίδια.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Το νέο τεύχος της LIFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια