Η ατομική ευθύνη, η έμπρακτη εφαρμογή ενός συνετού ατομικισμού, χάνει έδαφος. Δεν πείθει. Πολλοί, φυσικά, την εκθειάζουν δημόσια με τον τρόπο που επαινούμε μια ενάρετη στάση ή ένα «ιδεώδες»...
Ν. Σεβαστάκης

Ατομική ευθύνη, ατομική επιλογή: Oι λεπτές παγίδες

Τα σκληρά δεδομένα δεν είναι γούστα για να τα λυγίζουμε κατά την προτίμησή μας από δω και από κει και να τα φοράμε κι αυτά στο πιγούνι σαν αμυδρές υποκειμενικές εντυπώσεις.



ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ
ο κύκλος του Covid-19 στη χώρα μας και στον κόσμο, η ατομική ευθύνη έγινε προτροπή, σύνθημα, αναφορά στο στόμα επιστημόνων, πολιτικών και πολιτών.

 

Παρότι μια μερίδα κόσμου και ιδίως η πολιτική αριστερά και όσοι γράφουν στο όνομά της στα social media και αλλού είδαν σε αυτή την έννοια κάτι ιδεολογικά επικίνδυνο, είναι γεγονός πως η ατομική ευθύνη μπορεί να «μιλάει» ως έννοια στο ευρύ κοινό. Όπως έχεις ευθύνη για την ψήφο σου, όπως έχεις ευθύνη για την παραβίαση του stop ή του κόκκινου, έτσι έχεις ευθύνη έναντι του εαυτού σου και των άλλων σε πλήθος περιπτώσεων. Αυτό φαίνεται να το καταλαβαίνει ο καθένας με ευκολία.

 

Ο όρος ατομικισμός έχει, φυσικά, κακό όνομα –αφού οι περισσότεροι τον ταυτίζουν με τον εγωισμό και τον άγριο φιλοτομαρισμό‒, όμως η ατομική ευθύνη εκφράζει έναν καλώς εννοούμενο ατομικισμό, έναν δημοκρατικό ατομικισμό που, θεωρητικά, μπορεί να υπολογίζει τους άλλους και το συλλογικό καλό.

 

Να όμως που αυτή η ιδέα ενός σώφρονα ατομικισμού δοκιμάζεται σοβαρά στην πραγματική ζωή. Όχι μόνο στην ορθόδοξη Ελλάδα, όπως θα βιαζόταν να ισχυριστεί η γνωστή ανάλυση για τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και στην προτεσταντική Γερμανία ή στις ευαγγελικές κ.λπ. Πολιτείες των ΗΠΑ, με άλλα λόγια σε πραγματικότητες όπου διαφέρουν κατά πολύ οι πολιτισμικές καταβολές και τα οικογενειακά πρότυπα.

 

Η μεγαλύτερη δυσκολία στην κατάσταση που ζούμε βρίσκεται στο ότι η καθοδήγηση, η εμπιστοσύνη και η πειθαρχία συγκρούονται προφανώς με άλλες κομβικές αξίες της δημοκρατικής υπόσχεσης των μοντέρνων: με την αυτονομία, τη δυσπιστία για τους ειδικούς, το παιχνίδι με το ρίσκο. 

 

Η ατομική ευθύνη, η έμπρακτη εφαρμογή ενός συνετού ατομικισμού, χάνει έδαφος. Δεν πείθει. Πολλοί, φυσικά, την εκθειάζουν δημόσια με τον τρόπο που επαινούμε μια ενάρετη στάση ή ένα «ιδεώδες», δηλαδή κάτι ελαφρώς ανιαρό που προσποιούμαστε προς στιγμήν πως το φοράμε, όπως ο μαγαζάτορας σπεύδει να φορέσει τη μάσκα του όταν τον ειδοποιούν πως θα έλθουν για έλεγχο.

 

Η ατομική ευθύνη φοριέται κι αυτή στο πιγούνι ή σαν αξεσουάρ, σαν ένα gadget με το οποίο δηλώνουμε πως είμαστε «εντάξει με τις Αρχές» ή πως έχουμε αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης. Γρήγορα, όμως, ξεχνιέται και φαίνεται να χρειάζεται την κλασική εντολή για να θυμηθεί την υποχρέωσή της: η ατομική ευθύνη δυσθυμεί, κουράζεται, παραιτείται ή απλώς σβήνει μέσα στον κυκεώνα της ζωής μας με τους άλλους. Η ατομική ευθύνη, τέλος, παραπέμπει σε μια γεροντική ωριμότητα δίχως χαρά, κάτι σαν τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό των παιδικών μας χρόνων.

 

Γι' αυτόν τον λόγο έρχονται διαρκώς νέες απαγορεύσεις και τα «μέτρα» για να αναπληρώσουν την ξεθυμασμένη ενέργεια της ατομικής ευθύνης. Το κράτος αναλαμβάνει να χειριστεί το έλλειμμα ατομικής ευθύνης, τη λειψή και σποραδική της ύπαρξη. Και εδώ είμαστε σήμερα, πρώτες μέρες του Αυγούστου, μιλώντας ξανά για την αναζωπύρωση του ιού.

 

Ας πούμε, όμως, πως η ατομική ευθύνη είναι μια αξιοσέβαστη και πολύτιμη προίκα όλων των φιλελεύθερων κοινωνιών. Αυτές οι κοινωνίες πατούν στην ατομική κρίση, σε ένα «εγώ τώρα κρίνω» και δεν περιμένω να μου δίνεται, κάθε φορά, η εντολή και το νόημα απέξω ή από «πάνω».

 

Αν σκεφτούμε όμως, πάνω στο ίδιο έδαφος πατάει και ο μεγάλος ανταγωνιστής της ατομικής ευθύνης, ένας ανταγωνιστής πολύ πιο ελκυστικός και ικανός για δικαιολογίες και εφευρετικές υπεκφυγές. Αν η ατομική ευθύνη είναι η ιδεαλιστική, επίσημη τοποθέτηση για το τι είναι καλό να διαθέτουμε ως πολίτες, η ατομική επιλογή (αυτός είναι ο μέγας ανταγωνιστής) προσφέρει μια πιο προσιτή τιμή στην αγορά των συνειδήσεων και των συμπεριφορών.

 

Η ατομική ευθύνη προσπαθεί να συνυπολογίσει και τους άλλους, να χωρέσει στο σχήμα της το εγώ και το εσύ και τους τρίτους. Όμως, επειδή κι αυτή δυσπιστεί στο κράτος ή σε άλλα συλλογικά όργανα που μας δεσμεύουν, είναι ευάλωτη στην εκδοχή της «ατομικής επιλογής».

 

Λέει ο άλλος: είναι ατομική μου επιλογή να ερμηνεύσω την ευθύνη μου έτσι και όχι όπως θέλετε εσείς, η κυβέρνηση, οι ειδικοί. Κι εγώ είμαι υπεύθυνος, αλλά με τον δικό μου τρόπο, δεν θα μου υποδείξει μια «γενική Αρχή και εξουσία» πώς θα ζήσω στις λεπτομέρειες της ζωής μου. Αυτό θα μπορούσε να πει ο συμμέτοχος στα πριβέ πάρτι της Μυκόνου ή ο χορευτής στα πανηγύρια, αν είχαν την όρεξη να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους.

 

Με άλλα λόγια, εισβάλλει στις σχέσεις και στις καθημερινές μας συναλλαγές αυτή η απείρως πιο ευέλικτη ιδέα της ατομικής επιλογής. Και συχνά, όταν κάποιος σκέφτεται ατομική επιλογή, φαντάζεται το δικαίωμα στη διαφορά του, στη μη συμμόρφωση, σε κάποια ανυπακοή.

 

Πράγματι, όλες αυτές οι έννοιες και οι αντίστοιχες αξίες έχουν περίοπτη θέση στη δημοκρατική και φιλελεύθερη φαντασία. Και, βέβαια, στις πιο ριζοσπαστικές τους εκδοχές, σε αυτές που πιστεύουν πως κάθε νόμος είναι ακρωτηριασμός της ελευθερίας και στείρα φόρμα που φυλακίζει τη ρέουσα ζωή.

 

Παντού γύρω μας βλέπουμε έτσι την ατομική ευθύνη είτε να έχει μετατραπεί σε αδύναμη προειδοποίηση επερχόμενων δεινών είτε να περιμένει τον νόμο να κάνει τη δύσκολη δουλειά σε μια φάση αμέλειας και ψιλο-ανυπακοής. Η ατομική ευθύνη σε κάθε βήμα της συναντά τους κήρυκες των ελεύθερων ατομικών επιλογών, οι οποίοι ορκίζονται στις ίδιες αρχές (στην ελευθερία της προσωπικής κρίσης και διαμόρφωσης γνώμης) για να ασπαστούν στη συνέχεια τις πιο ολέθριες εξηγήσεις και συνταγές για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

 

Αν έχει συμβεί το παραπάνω και η ατομική ευθύνη σκιαμαχεί και παγιδεύεται διαρκώς από την «ατομική επιλογή», δεν έχουμε άλλη διέξοδο από το να την αφήσουμε να περάσει σε δεύτερο πλάνο. Το να την επικαλούνται διαρκώς οι ιατρικές ή οι πολιτικές αρχές δεν έχει πλέον πολύ νόημα. Ως έννοια δεν μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι του εξ αίματος συγγενή της, της ιδέας για τις απεριόριστες επιλογές και του ρηχού σχετικισμού τους («γνώμη σου, φίλε, κι εγώ τη δική μου»).

 

Ενώ, δηλαδή, οι προσωπικές στάσεις έχουν τεράστια σημασία στη δημοκρατία, οι κοινωνικές σχέσεις σε καταστάσεις κρίσης, και μάλιστα μιας τέτοιας κρίσης δημόσιας υγείας, χρειάζονται συλλογικά πλαίσια και καθοδήγηση. Αυτό τουλάχιστον μας δείχνει μέχρι στιγμής η εμπειρία της υγειονομικής κρίσης. Τα σκληρά δεδομένα δεν είναι γούστα για να τα λυγίζουμε κατά την προτίμησή μας από δω και από κει και να τα φοράμε κι αυτά στο πιγούνι σαν αμυδρές υποκειμενικές εντυπώσεις.

 

Η μεγαλύτερη δυσκολία στην κατάσταση που ζούμε βρίσκεται στο ότι η καθοδήγηση, η εμπιστοσύνη και η πειθαρχία συγκρούονται προφανώς με άλλες κομβικές αξίες της δημοκρατικής υπόσχεσης των μοντέρνων: με την αυτονομία, τη δυσπιστία για τους ειδικούς, το παιχνίδι με το ρίσκο. Πέρα από εθνικές και τοπικές ιδιαιτερότητες, νιώθουμε πως οξύνονται οι αντιφάσεις και οι διαρκείς ανακολουθίες που γεννιούνται από αυτές τις διαφορετικές θεότητες και τη λατρεία τους.

 

Αυτό που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλούσε «πολυθεϊσμό των αξιών» στις σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι μια ανώδυνη και δίχως συγκρούσεις ιστορία. Δεν είναι ένας ειρηνικός πλουραλισμός όπου όλοι και όλες γιορτάζουμε τις διαφορές μας σε κλίμα αμοιβαίας κατανόησης.

 

Η φύση αυτής της πανδημίας έδειξε τις αποκλίσεις «συμφερόντων» (λ.χ. μεταξύ νέων και μεγαλύτερων ηλικιών) αλλά και το ότι ο συνετός ατομικισμός των μεν μπορεί να ηχεί ως σπαστική καταπίεση για τους δε και η ελευθερία του ενός να γίνεται πράξη απειλής για κάποιον άλλον. Το δικαίωμα του ενός, που φτάνει ως την περίμετρο του δικαιώματος του άλλου, δεν έχει νόημα όταν ο ιός μεταδίδεται και από μια κάπως δυνατή φωνή σε μια απλή συνομιλία.

 

Η καθημερινότητα απλοποιεί, μα δεν καταργεί ούτε απαλύνει αυτά τα διλήμματα. Μάλλον αυτά θα γίνουν πιο δυσβάσταχτα τις μέρες που έρχονται και δεν θα αρκεί η ατομική ευθύνη για να τηρήσουν το συμβόλαιο όσοι επικαλούνται την αντίσταση και τις αντάρτικες ατομικές επιλογές τους.

 

Το μόνο βέβαιο είναι πως η ατομική ευθύνη δεν αρκεί για να γίνουμε συλλογικά πιο ασφαλείς. Όπως οι προσωπικές δεήσεις υπέρ δικαιοσύνης δεν φτάνουν για να έχουμε έναν δικαιότερο κόσμο.

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια