Λήμνος, 1992... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Δημήτρης Πολιτάκης

Απόδραση από την Αθήνα

Παίζει ξανά δυνατά ως σενάριο ή ως όραμα μέσα στην πανδημία η οριστική φυγή από τη μητρόπολη και η μετεγκατάσταση σε κάποια ιδανική γωνιά της επαρχίας με άμεση πρόσβαση σε φύση, βουνά, ακρογιαλιές, δειλινά.



ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΕΠΟΧΕΣ που επανέρχονται πιο έντονα οι ευσεβείς πόθοι περί φυγής οριστικής από την Αθήνα και μετεγκατάστασης σε κάποια ιδανική γωνιά της επαρχίας με άμεση πρόσβαση σε φύση, βουνά, ακρογιαλιές, δειλινά. Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε μία από αυτές. Και η επιθυμία αυτή, που συχνά εκδηλώνεται μετά από κάποια βραχύβια, αλίμονο, «διαφυγή» ή «απόδραση» από την μπίχλα της πόλης (υπήρχαν πάντα αυτοί οι προσδιορισμοί για τις φευγαλέες εξόδους από τη μητρόπολη, εσχάτως όμως μοιάζουν εντελώς κυριολεκτικοί), φαίνεται να τσιγκλά πολλές και διαφορετικές ηλικίες.


Η τάση υπήρχε πάντα φυσικά (στα χρόνια που το έχω αντιληφθεί, προσωπικά τουλάχιστον, δεν μιλάω για τις παλιές εποχές της «αστυφιλίας» ή, αργότερα, του συνθήματος «έξω οι βλάχοι από την Αθήνα»), ανεξαρτήτως συνθηκών και περιστάσεων, έμοιαζε να κορυφώνεται όμως στη διάρκεια της κρίσης, για να ξεχαστεί για λίγο με κάποιες ελπίδες ανάκαμψης που έμοιαζαν να διαφαίνονται στον ορίζοντα.

 

Και τώρα παίζει ξανά δυνατά ως σενάριο (ή ως όραμα) μέσα στην πανδημία, του τύπου «αν είναι να φρικάρουμε τελείως, καλύτερα στον ορίζοντα και στον καθαρό αέρα», και ενισχύεται από την ίδια τη φύση της τηλεργασίας (επιβεβλημένης και μη): δεν έχει σημασία πού ακριβώς είσαι, αρκεί να έχεις σύνδεση στο Ίντερνετ. Ενισχύεται επίσης από την ανεργία, που είναι πάντα πιο βαριά να τη διαχειριστείς στη χαοτική πόλη απ' ό,τι στην ύπαιθρο.

 

Αν δεν είσαι εντελώς ακοινώνητος, σε λίγο καιρό θα τα ξέρεις αναγκαστικά όλα για όλους. Δεν είναι ζήτημα κουτσομπολιού ή αδιακρισίας. Απλώς, ένας από τους κανόνες κοινωνικής επιβίωσης στα μικρά μέρη.


Με το ένα και με το άλλο τόσα χρόνια, έχει επέλθει μια βαθιά κόπωση με τη διαρκή μανούρα και τη μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου που προκαλούν οι βιορυθμοί της μεγαλούπολης, ώστε είναι φυσιολογική η λαχτάρα μετάβασης σε περιβάλλον που το έχουμε συνδυάσει με τον «μαγικό» χρόνο των διακοπών, μακριά από το μαζικό μητροπολιτικό μπουντρούμι – που αυτόν τον καιρό δεν έχει να προσφέρει ούτε καν τα παραδοσιακά «βαριά» χαρτιά του: ψυχαγωγία, παραστάσεις, τέχνες, φλερτ, ξενύχτια, χάσιμο...


Εν τέλει, βεβαίως, πολλοί το λένε και δεν το εννοούν, πολλοί το εννοούν, αλλά τους φαίνεται βουνό, ελάχιστοι το πραγματοποιούν. Δύσκολη απόφαση σίγουρα, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν σοβαροί (επαγγελματικοί, κοινωνικοί, οικογενειακοί, ψυχολογικοί, οτιδήποτε) λόγοι να μείνεις άλλο εδώ με το ζόρι, ακόμα κι αν για κάποιον ιδιαίτερο λόγο έχεις την ευκαιρία να κερδίσεις περισσότερα χρήματα στην επαρχία (αν μη τι άλλο, θεωρητικά θα χαλάς λιγότερα).


Είναι βαριά όμως η επαρχία, ακόμα και ως λέξη – πέφτει και σε πλακώνει, ακόμα και στην ιδανική (για τον καθέναν) εκδοχή της. Βαριά και ξένη και αφιλόξενη συνήθως για όσους από μας δεν έχουμε εξοικειωθεί με τους ρυθμούς και την υφή της σε βάθος χρόνου.

 

Αυτή ήταν πάντα τουλάχιστον η δική μου, στερεοτυπική εντύπωση. Ερημιά και μηδενική ανοχή. Σαν να 'ναι για πάντα χειμώνας σε παραθαλάσσιο θέρετρο – μόνο ντόπιοι, με το βάρεμα και με τις σκοτούρες τους, με τις δουλειές και με τη μακρόσυρτη καθημερινότητά τους, με τις αγκυλώσεις και με τις παρεξηγήσεις τους, που κρατάνε για πάντα. Και τότε εμφανίζεσαι εσύ, κάτι ανάμεσα σε πρωτοδιόριστο και σε τουρίστα, που για κάποιον λόγο ξέμεινε εκτός εποχής, φιλοδοξώντας να γίνεις μόνιμος κάτοικος.


Αν δεν είσαι εντελώς ακοινώνητος, σε λίγο καιρό θα τα ξέρεις αναγκαστικά όλα για όλους. Δεν είναι ζήτημα κουτσομπολιού ή αδιακρισίας. Απλώς, ένας από τους κανόνες κοινωνικής επιβίωσης στα μικρά μέρη. Και μοιραία θα έρθει κι εκείνη η ώρα που θα πρέπει να πάρεις και θέση, αλλιώς τι θα 'χουμε να λέμε τα βράδια...


Είναι επίσης κι όλες αυτές οι ιστορίες απόδρασης από την Αθήνα που έχεις ακούσει μέσα στα χρόνια να λήγουν άδοξα. Όλα καλά συνήθως στην αρχή, αργότερα όμως το αρχικό όραμα αρχίζει, για διάφορους λόγους, να μπάζει νερά, ο «χαλαρός» χρόνος γίνεται και λίγο ζουρλομανδύας και επίσης αποδεικνύεται ότι, δοθείσης της ευκαιρίας, η εξοχή μπορεί να γίνει εξίσου καταπιεστική και απειλητική με την πόλη, οι μέθοδοι μόνο διαφέρουν. Ακόμα και μετά απ' όλες αυτές τις ενστάσεις όμως, η επιθυμία παραμένει έντονη, οργανική σχεδόν. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον από μια ηλικία και μετά, αποζητάς να βλέπεις ανατολή ή ηλιοβασίλεμα μέσα στη μέρα, ιδανικά και τα δύο. Εκεί καταλήγει το θέμα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια