Μέχρι την εμφάνιση των σόσιαλ μίντια, θα λέγαμε ότι κατά μία έννοια ο 19ος αιώνας δεν είχε τελειώσει οριστικά. Φωτ.: Gremlin/Getty Images/Ideal Image
Απόψεις

Όταν οι Μικροί Αδερφοί επιβλήθηκαν του Μεγάλου: Κοινωνικά δίκτυα και η τυραννία της νέας οικειότητας

Μια προσεκτικότερη ανατομία των κοινωνικών δικτύων αναδεικνύει χρήσεις που βασίζονται σε έναν συνδυασμό παραδοσιακών και μοντέρνων πρακτικών του Εαυτού, θυμίζοντας περισσότερο πράγματα από το παρελθόν και λιγότερο προετοιμάζοντας κάτι ριζικά καινούργιο.

Η δημοκρατία δεν δημιουργεί ισχυρή σύνδεση των ανθρώπων μεταξύ τους, κάνει όμως τις συνήθεις σχέσεις τους πιο άνετες.

Αλ. Τοκβίλ, Η Δημοκρατία στην Αμερική

 

ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟΝ γενναίο ψηφιακό κόσμο του 21ου αιώνα και τα φανταχτερά και πανάκριβα κινητά τηλέφωνα της τελευταίας τεχνολογίας, τα κοινωνικά δίκτυα των οποίων η χρήση γιγαντώθηκε παγκοσμίως όχι πριν την περασμένη δεκαετία, μοιάζουν να εκφράζουν μια εντελώς νέα εποχή. Δίνουν, με άλλα λόγια, την αίσθηση μιας βαθιάς τομής στον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρώπινων δεσμών.

 

Εφόσον είναι ψηφιακά, θα έλεγε κανείς, δεν μπορεί παρά να είναι και καινοτόμα, δεν μπορεί παρά να δομούν τη δικτύωση των υποκειμένων με εντελώς καινοφανείς τρόπους.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η νέου τύπου αυτή κοινωνική δικτύωση επέφερε ορισμένες αλλαγές στον τρόπο που οργανώνεται η σχέση των ατομικών υποκειμένων με το δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο, ή αλλιώς με το οικείο και το ξένο. Ωστόσο, αν υπάρχει κάποια βαθύτερη αλλαγή αυτή δεν είναι αλλαγή «προόδου», αλλά μιας πορείας που πάει μπρος και πίσω όπως το επιτραπέζιο «Φιδάκι» το οποίο παίζαμε παιδιά.

 

Διότι όσο κι αν το μέσο είναι το μήνυμα, σημασία έχουν εδώ οι κοινωνικές του χρήσεις. Κι αυτές είναι πάντα συνάρτηση του ατομικού φαντασιακού, της κοινωνικής θέσης ενός εκάστου και της διαρκούς αναδιοργάνωσης των καπιταλιστικών σχέσεων. Μόνο που μια προσεκτικότερη ανατομία τους αναδεικνύει χρήσεις που βασίζονται σε έναν συνδυασμό παραδοσιακών και μοντέρνων πρακτικών του Εαυτού, θυμίζοντας περισσότερο πράγματα από το παρελθόν και λιγότερο προετοιμάζοντας κάτι ριζικά καινούργιο.

 

H εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων δεν σήμανε ακριβώς την είσοδο στον 21ο αιώνα αλλά μάλλον την επιστροφή στον 18ο αι. Με άλλα λόγια, τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να μας απάλλαξαν από τα τελευταία βαρίδια της βικτωριανής ηθικής του αστικού κόσμου όπου οτιδήποτε δημόσιο θεωρούνταν μη αυθεντικό και ανήθικο και όπου το άτομο μόνο στην ιδιωτικότητα της οικογενειακής εστίας μπορούσε υποτίθεται να συναντήσει τον αληθινό εαυτό του αλλά μας φόρεσαν ξανά εκείνα του 18ου αιώνα και των προνεωτερικών κοινωνιών. 


Σε μια από τις πιο ευφυείς συλλήψεις του, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ υποστηρίζει στο βιβλίο του με τίτλο, Η τυραννία της οικειότητας. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στο δυτικό πολιτισμό, δημοσιευμένο το 1977 (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη) ότι ο ναρκισσισμός –η μεγαλύτερη παθολογία της εποχής μας– δεν είναι στην ουσία παρά το αντίστοιχο της προτεσταντικής ηθικής που είχε συλλάβει ο Μαξ Βέμπερ για να περιγράψει τη σχέση του υποκειμένου με τον καπιταλισμό, σε κοινωνικές συνθήκες προϊούσης εκκοσμίκευσης.

 

Ποιο είναι σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα της επίδρασης αμφότερων στην κοινωνική πραγματικότητα; Η εξάλειψη της δημόσιας ζωής, και η παντοκρατορία της ιδιωτικής, από τη στιγμή που το υποκείμενο έχει ένα μόνο βασικό ενδιαφέρον, τον εσωτερικό του κόσμο και την διαχείριση των άπειρων μικρο-επιθυμιών του, σε βαθμό μάλιστα χειρότερο από ό,τι έκαναν οι μονοθεϊστικές θρησκείες. Το άτομο μετατρέπεται έτσι σε έναν ηθοποιό, σε μια περσόνα που εναλλάσσει στην κοινωνική ζωή του ρόλους, χωρίς όμως αυτό το παιχνίδι να μοιάζει με το theatrum mundi όπως το περιέγραφαν οι παλιότεροι κοινωνιολόγοι εμπνεόμενοι από το μεσαίωνα και τη δική του αντίληψη για το θέατρο.

 

Παίζει, αλλά χωρίς να μοιάζει καν με παιχνίδι αυτό που παίζει, ωσάν «ηθοποιός χωρίς τέχνη», όπως τόσο εύστοχα το περιγράφει ο Ρ. Σένετ.

 

O Αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ.


Στα κοινωνικά δίκτυα η διάσταση αυτή είναι πιο καθαρή από οπουδήποτε αλλού λόγω και της ιδιάζουσας φύσης τους. Τα δίκτυα αυτά δεν αποτελούν ακριβώς «δημόσιο χώρο» παρότι μοιάζουν με αυτόν έχοντας ασφαλώς δημόσιο χαρακτήρα. Καθώς όμως είναι δωρεάν για τους χρήστες τους, το προϊόν είναι αναγκαστικά αυτοί οι τελευταίοι (όπως και στην παραδοσιακή, μη συνδρομητική, τηλεόραση, όταν δεν πληρώνεις για ένα προϊόν, τότε είσαι προφανώς εσύ ο ίδιος το προϊόν), και άρα η διαφημιστική στόχευση είναι οργανωμένη πάνω σε προσωποποιημένα δεδομένα.

 

Εκ των πραγμάτων, συνεπώς, ένα τέτοιο κοινωνικό δίκτυο δεν συνιστά έναν κοινόχρηστο χώρο όπου όλοι συναντιόμαστε εκεί ισότιμα, όπως σε μια πλατεία ή στο παλιό καφενείο της μικρής πόλης που λειτουργούσε ως κατεξοχήν χώρος δικτύωσης, αλλά είναι το απάνθισμά των προφίλ των χρηστών του οι οποίοι δικτυώνονται μεταξύ τους ως τέτοιοι, δηλαδή ως επινοημένα προφίλ. Έτσι, η όποια διάδραση γίνεται ουσιαστικά εισβάλλοντας μέσα στον «ιδιωτικό» χώρο του άλλου (στον «τοίχο» του κ.λπ.), αποκτώντας ξαφνικά πρόσβαση σε πολύ προσωπικές πληροφορίες για τον ίδιο.

 

Εν συνεχεία, η διάδραση αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε μια «βαθύτερη» εξομολογητική σχέση, μέσα μάλιστα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, που στον παραδοσιακό δημόσιο χώρο της συνειδητής αποφυγής ακόμη και των βλεμμάτων, ανάμεσα σε αγνώστους, δεν θα είχε ποτέ πιθανότητες τέτοιας εξέλιξης. Κατ' επέκταση, ό,τι ξεδιπλώνεται εκεί είναι καθαρά ιδιοσυγκρασιακό και χαρακτηρολογικό, με αποτέλεσμα τα αισθήματα να μην παριστάνονται αφηρημένα όπως στο θέατρο και να συμβολοποιούνται, αλλά αντιθέτως να αναπαρίστανται, δηλαδή να βιώνονται με τον πολύ προσωπικό τρόπο καθενός ξεχωριστού χρήστη, καθενός ξεχωριστού προφίλ – που οφείλει να υιοθετήσει και τις νόρμες που απορρέουν από το προφίλ αυτό για να μην είναι ανακόλουθο με τον εαυτό του.

 

Τι είναι εδώ ακριβώς θέατρο και τι ζωή έχει πλήρως περιπλεχθεί, όπως είναι προφανές. Όπως έχει εντελώς συσκοτιστεί τι ανήκει στη σφαίρα της δημοσιότητας και τι στη σφαίρα της ιδιωτικότητας και της οικειότητας. Αυτό υπόκειται καθαρά πλέον στα ατομικά και αυθαίρετα κριτήρια του κάθε «προφίλ».

 

Προσωπικές ή οικογενειακές ιστορίες, φωτογραφίες ή βίντεο ιδιωτικών στιγμών και άλλα τέτοια τεκμήρια¹ κατατίθενται συνεχώς στον ημιδημόσιο αυτό χώρο με κυμαινόμενη επανάληψη, φθάνοντας μέχρι μελοδράματα ή και μύχιες εξομολογήσεις που θα σόκαραν ακόμη και παπά στο εξομολογητήριο μιας ενορίας η οποία έχει πνιγεί στην αμαρτία.

 

Η τυραννία της οικειότητας φθάνει έτσι στο απόγειο της, πιο διεισδυτική και εκβιαστική από ποτέ. Ζούμε πλέον στο βασίλειο της πιο ανεξέλεγκτης ελευθερίας όπου όλα (μα κυριολεκτικά όλα) μπορεί να ειπωθούν ως δημόσια εξομολόγηση, συγκολλώντας ένα patchwork από σκηνές, δείγματα μιας αυθόρμητης καθημερινής σκηνοθεσίας από την πλευρά του εκάστοτε διαδικτυακού προφίλ. Ο ηθοποιός του κοινωνικού αυτού θεάτρου διατηρεί συγκεχυμένες και τις δύο του ιδιότητες: είναι μαζί εκείνος που παίζει με πραγματικά συναισθήματα (ποιος είπε ότι τα σόσιαλ μίντια δεν παράγουν έρωτες και δράματα...) αλλά και ένας υποκριτής, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, κάποιος δηλαδή που υιοθετεί ενίοτε συμπεριφορές ταιριαστές με το προφίλ του, εν είδει πόζας και ευκαιριακού στρατηγήματος.


Αλλά για να περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο τα πράγματα, δεν είμαστε, από την άλλη ούτε πρωταγωνιστές στην ανθρώπινη κωμωδία του Μπαλζάκ που υποτίθεται όλοι φορούσαν προσωπεία, ούτε αλίμονο έχουμε φθάσει όλοι σε τέτοιο βαθμό αποσυναισθηματοποίησης που να βασιλεύει παντού ο κυνισμός. Ίσα-ίσα, που τα συστήματα του ύστερου καπιταλισμού και οι σύγχρονες αταξικές κοινωνίες της ισότητας και της κατανάλωσης απαιτούν από τον καθένα να «είναι ο εαυτός του».

 

Πού θα τον βρούμε άραγε αυτόν τον «εαυτό» –ο οποίος οφείλει μαζί να είναι και άκρως παραγωγικός και «άριστος»–, αν η ενδοσκόπησή του είναι άμεσα κοινοποιήσιμη; Δεν πρόκειται ακριβώς εδώ για κεντρικούς μηχανισμούς αλλοτρίωσης του ατόμου, όπως θα το έθετε ο Μαρξ, αλλά για μια δεύτερη απομάγευση του κόσμου, μετά την πρώτη που επήλθε με την υποχώρηση της θρησκείας. Δεν είναι, για να το πούμε αλλιώς, η αποπροσωποποίηση των σχέσεων το πρόβλημα αλλά η υπερβολική προσωποποίηση κάθε θέματος, και δεν μιλάμε για τα αμιγώς ιδιωτικά.

 

Τώρα όλοι μπορούν και πρέπει να μπορούν να δουν, όχι τους αόρατους μηχανισμούς πίσω από το φυσικό κόσμο, αλλά μέσα στις μαύρες τρύπες του ψυχικού μας κόσμου. Οφείλουμε να είμαστε διάφανοι και ορατοί από παντού, κυρίως διαδικτυακά. Τι Εαυτός είναι, εντέλει, αυτός χωρίς μύχια πάθη και ανομολόγητες σκέψεις στην εποχή του «share» και του «tag»; Πώς θα επέλθει ποτέ η ωρίμανση του Εγώ όταν έχει χαθεί το όριο του έξω από το μέσα, θυμίζοντας το εγωπαθές βρέφος που δεν μπορεί να αισθανθεί ακόμη που τελειώνουν τα όρια του σώματός του και που αρχίζει ο υπόλοιπος κόσμος;


ΒΕΒΑΙΩΣ, ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΑΘΗ αυτά αφορούν μεν τον κόσμο της οικειότητας αλλά λόγω του ημιδημόσιου χαρακτήρα τους μπορεί κάλλιστα να συναντιούνται και με τα κοινωνικά πάθη και να τα διογκώνουν.

 

Η ασάφεια, ωστόσο, των ορίων αυτών λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για το υποκείμενο και συχνά το εμπλέκει σε αναπάντεχες ψυχικές εντάσεις και ματαιώσεις. Ποια είναι η πηγή της ματαίωσης είναι και μια άλλη ερώτηση για να νοηματοδοτήσεις μια πράξη και να αξιολογήσεις τα κόστη των μικρών αποφάσεων της καθημερινότητας. Χωρίς τη διακριτή πλαισίωση, όμως, του δίπολου δημόσιου-ιδιωτικού, αυτές οι νοηματοδοτήσεις μένουν έωλες. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των νέων χώρων της οικειότητας είναι αυτή η παράδοξη δημοσιότητά τους. Μια δημόσια οικειότητα σε μια άλλη κοινωνική δομή θα ήταν contradictio in terminis.

 

Στις μετανεωτερικές κοινωνίες όμως της ιδιώτευσης (που μάλιστα γίνεται απόλυτη σε συνθήκες πανδημίας) αυτή η δημόσια οικειότητα προσφέρει μια επίφαση δημόσιου χώρου και δημόσιας έκφρασης, έστω κι αν όλος ο κόσμος δεν είναι «εκεί μέσα» παρά η αντανάκλαση του ναρκισιστικού Εγώ – και δεν χρειάζεται να θυμίσω τι έπαθε ο Νάρκισσος όταν έπεσε στα νερά που αντανακλούσαν τη μορφή του. Όσο περισσότερο μάλιστα το ενδιαφέρον του παραδοσιακού δημόσιου χώρου (της πολιτικής, των ΜΜΕ, των κοινωνικών κινητοποιήσεων ή ακόμη και της διασκέδασης και της αγοράς του έρωτα) προσανατολίζεται στους ψηφιακούς χώρους της δημόσιας οικειότητας (το φαινόμενο των επικεφαλής κυβερνήσεων όπως ο Πρόεδρος Τραμπ που παράγουν πολιτική μέσω tweet, είναι πολύ ενδεικτικό), τόσο περισσότερο οι τελευταίοι επιβάλλονται στους πρώτους. Το ιδιωτικό γίνεται ο ξενιστής του δημοσίου, μεταφράζοντάς τα όλα με όρους (αν)οίκειου.

 

Τα δίκτυα αυτά δεν αποτελούν ακριβώς «δημόσιο χώρο» παρότι μοιάζουν με αυτόν έχοντας ασφαλώς δημόσιο χαρακτήρα. Φωτ.: Gremlin/Getty Images/Ideal Image


Ακόμη μια θεμελιώδης αντίφαση, λοιπόν: ποτέ μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία, δεν υπήρξε τόσο κλειστή και ολοκληρωτική. Οι πολλοί Μικροί Αδερφοί με τη μορφή των «φίλων» και των «ακολούθων» κατήγαγαν μια οριστική νίκη επί του Μεγάλου Αδερφού που υποτίθεται θα ήλεγχε και θα καθόριζε από το Πανοπτικόν τη ζωή μας στον 20ό αιώνα. Με άλλα λόγια, η νέα μας τυραννία δεν είναι όσα φοβόντουσαν το μεσοπόλεμο οι επικριτές της άκρατης γραφειοκρατικοποίησης του κράτους και οι πολέμιοι της απειλής του ολοκληρωτισμού, είναι τουναντίον αυτοί οι παντελώς άγνωστοι και ανοίκειοι «φίλοι», χωρίς κοινωνική ισχύ κατά τ' άλλα, που εισβάλοντας απρόσκλητοι στην τεχνητή αυτή ιδιωτικότητά μας (κι εμείς στη δική τους) θέτουν τις προδιαγραφές μιας νέας ανοίκειας οικειότητας. Η κόλασή μας είναι οι «φίλοι», για να παραλλάξουμε το σαρτρικό απόφθεγμα.

 

Η ανατροπή είναι προφανής. Ζούμε σε έναν αντεστραμμένο κόσμο. Η γη δεν είναι μεν επίπεδη όπως λένε οι flatearthers αλλά θα μπορούσαμε να πιστέψουμε εκείνους που θα ισχυρίζονταν ότι κρεμόμαστε από τον ουρανό, με το κεφάλι προς τα κάτω. Ο κόσμος της οικειότητας υπόκεινται σε καθημερινή δημοσιοποίηση και δημοσιότητα, ενώ ο δημόσιος χώρος των μετα-πόλεων, με τα οψίμως κρυμμένα πίσω από τις μάσκες πρόσωπα, έχει σε μεγάλο βαθμό συγκαλυφθεί και ιδιωτικοποιηθεί. Τις φορές που τον ενεργοποιούμε ξανά, δεν είναι ο χώρος της δημοκρατικής συνάντησης, ακόμη και με εντάσεις, όπως στις παλιές μαζικοδημοκρατίες, αλλά των άγριων πολιτικών και πολιτισμικών συγκρούσεων όπως στις πλατείες των Αγανακτισμένων ή στους δρόμους των Black Lives Matter.

 

Μέχρι την εμφάνιση των σόσιαλ μίντια, θα λέγαμε ότι κατά μία έννοια ο 19ος αιώνας δεν είχε τελειώσει οριστικά. Αρκετές από τις συμβάσεις του αστικού πολιτισμού επιβίωναν ακόμη και μετά την πολιτισμική επανάσταση του 1968, η οποία θα διέλυε πολλά από τα κοινωνικά αυτά ταμπού.

 

Μόνο που η εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων δεν σήμανε ακριβώς την είσοδο στον 21ο αιώνα αλλά μάλλον την επιστροφή στον 18ο αι. Με άλλα λόγια, τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να μας απάλλαξαν από τα τελευταία βαρίδια της βικτωριανής ηθικής του αστικού κόσμου όπου οτιδήποτε δημόσιο θεωρούνταν μη αυθεντικό και ανήθικο και όπου το άτομο μόνο στην ιδιωτικότητα της οικογενειακής εστίας μπορούσε υποτίθεται να συναντήσει τον αληθινό εαυτό του αλλά μας φόρεσαν ξανά εκείνα του 18ου αιώνα και των προνεωτερικών κοινωνιών.

 

Ο μεσαιωνικός κόσμος ήταν κι εκείνος ένας κόσμος που κάτι υπήρχε μόνο αν φαινόταν, και για να υπάρξει, έπρεπε να παλέψει να αναδειχτεί από την αφάνειά του. Το θέατρο της εποχής και η μεγάλη απήχησή του ταυτόχρονα στις αριστοκρατικές και λαϊκές τάξεις εξασφάλιζε αυτή τη διαφάνεια όσων σημαντικών είχε να διαχειριστεί εκείνη η κοινωνία. Έτσι, η θεατρική σκηνή γινόταν ο τόπος όπου πραγματικότητα και σύμβαση, δημόσια και επινοημένη ζωή, συναντιόντουσαν και ταυτίζονταν πλήρως για λίγες ώρες.

 

Σε αυτό τον ιδιότυπο χώρο μάλιστα, ο θεατής μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα ακόμη και πάνω στη σκηνή την ώρα που παιζόταν η παράσταση, Ήταν και ο ίδιος μέρος της, άλλωστε. Σκηνοθέτης ουσιαστικά δεν υπήρχε, το ίδιο το κοινό καθόριζε λίγο πολύ ποιες σκηνές θα έπρεπε να ξαναπαιχτούν επί τόπου από τους ηθοποιούς, αν τις έβρισκαν τόσο συναρπαστικές οι θεατές.

 

Τα κοινωνικά δίκτυα θυμίζουν πολύ αυτή την παραδοσιακή θεατρική διαρρύθμιση του χωροχρόνου. Όρια δημόσιου και ιδιωτικού δεν υπάρχουν, η κίνηση είναι ελεύθερη για τα «προφίλ-χρήστες», είτε εκείνα είναι ενεργοί συμμετέχοντες, είτε απλώς παθητικοί και σιωπηροί ακόλουθοι, αφού εξ αντικειμένου διαθέτουν το ελεύθερο να παρέμβουν ανά πάσα στιγμή στην «παράσταση» και να της επαναπροσδιορίζουν το νόημα. Το έργο είναι διαδραστικό, και work in progress, όπου όλα επιτρέπονται μέσα από διαρκείς αυτοσχεδιασμούς, όπου όλοι πρωταγωνιστούν ή παρακολουθούν, σε εναλλασσόμενους ρόλους.


Ο ίδιος ο Σένετ υπήρξε πολύ επικριτικός με την ιδέα της εγγύτητας ως ηθικό αγαθό, για το οποίο οι μοντέρνοι πανηγύριζαν. Δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό τους, παρότι ακόμη δεν είχε προκύψει η ψηφιακή επανάσταση που προφανώς θα ενίσχυε τη θεωρία του. Θεωρούσε την υπερβολική εγγύτητα ως εργαλείο αποσάρθρωσης που επέβαλαν οι καπιταλιστικές σχέσεις για δικό τους όφελος.

 

Παρότι η πολιτική του ριζοσπαστικοποίηση την τελευταία δεκαετία βρήκε διέξοδο σε πολιτικούς χώρους μιας ακραίας αντικαπιταλιστικής ρητορικής, το συμπέρασμά του παραμένει κρίσιμο για το μέλλον της κοινωνικής μας οργάνωσης: η εμμονική αυτή ψυχολογικοποίηση του ατόμου και των κριτηρίων της προσωπικής του αλήθειας, μπορεί να κέρδισε μεγαλύτερο βαθμό αυθεντικότητας, διασάλευσε όμως το κέντρο βάρους της δημόσιας ζωής, τουτέστιν της res publica, χωρίς την οποία η δημοκρατία, ενώ φαινομενικά ενδυναμώνεται αφού επιτρέπει σε όλους ισότιμη γνώμη, ουσιαστικά μετατρέπεται σε χυλό δημόσιων εξομολογήσεων που μετριούνται αυτοστιγμεί σε likes – να είχε έστω την επιλογή του dislike που θα συντάρασσε λίγο το ναρκισσιστικό αυτό σύμπαν. Αλλά ούτε αυτό δεν θα άντεχε ο εύθραυστος εαυτός μας.

 

1: Προφανώς, το κάθε κοινωνικό δίκτυο (Facebook, Instagram, Twitter, ΤικΤοκ, YouTube κ.ά.) απαιτεί μια δική του λεπτότερη ανάλυση, ανάλογα την γλώσσα του και τις ιδιαιτερότητές του.


(Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στον Α ΚΑΤΑΛΟΓΟ του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σελ. 70-82)

Απόψεις
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια