Robert McCabe

Η απλοϊκή Σαντορίνη του '50

Σε αυτή τη συλλογή των εκπληκτικών φωτογραφιών των δεκαετιών του 1950 και του 1960 ο Ρόμπερτ Μακ Κέιμπ καταγράφει τη σκληρή, αλλά απλή, ζωή μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρετί.

Σήμερα η Σαντορίνη αριθμεί περίπου 2,5 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο. Όμως όταν ο φωτογράφος Ρόμπερτ Μακ Κέιμπ και ο αδερφός του έφτασαν εκεί, το 1954, ήταν οι μόνοι επισκέπτες στο νησί. Σε αυτήν τη συλλογή των εκπληκτικών φωτογραφιών των δεκαετιών του 1950 και του 1960 ο Μακ Κέιμπ καταγράφει τη σκληρή, αλλά απλή, ζωή μιας εποχής που δεν γυρνάει πίσω, μια οι αλλαγές που έγιναν στο νησί ήταν ραγδαίες και αμείλικτες.


Η επαφή του Μακ Κέιμπ με τη χώρα μας ξεκίνησε όταν σπούδαζε στο Πρίνστον μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του. Ο δεύτερος είχε φίλο έναν Έλληνα, τον Πέτρο Νομικό, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, ο οποίος τους προσκάλεσε να έρθουν για δέκα ημέρες στην Ελλάδα.

 

Πολύ γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι ήμασταν οι μοναδικοί επισκέπτες τον νησιού. Αυτό ακούγεται εξωπραγματικό σήμερα, αλλά το 1954 δεν ήταν διόλου παράξενο να είσαι ο μοναδικός επισκέπτης σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί.


«Όταν ο Τσαρλς κι εγώ πρωτοφτάσαμε στο νησί, μας είπαν ότι ο πληθυσμός του ανερχόταν σε περίπου 12.000 κατοίκους, κυρίως αγροτικές οικογένειες που καλλιεργούσαν σταφύλια, ντομάτες ή στάρι‧ επίσης, ψαράδες, λατόμους και ναυτικούς, που δούλευαν ως μούτσοι‧ ή καπετάνιοι σε πλοία που γύριζαν ολάκερο τον κόσμο υπό ελληνική σημαία. [...]


Ανεβήκαμε στα Φηρά, την πρωτεύουσα τον νησιού –244 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας–, μέσω ενός κουραστικού κλιμακωτού, σχεδόν κάθετου, πέτρινου μονοπατιού‧ τα μουλάρια στα οποία καθόμασταν έγδερναν –επίτηδες, λες– τα γόνατά μας πάνω στους τραχείς τοίχους. (Λένε πως στην υπόλοιπη Ελλάδα απειλούσαν τα μουλάρια τους να πάρουν τα πόδια τους, αλλιώς θα τα έστελναν στη Σαντορίνη.) Φτάνοντας στα Φηρά καταλάβαμε ότι τα χωριά που βλέπαμε δεν ήταν μόνο μια λεπτή λωρίδα χτισμάτων στην άκρη της Καλντέρας, αλλά εκτείνονταν και προς τα πίσω, στη ράχη τον αρχαίου ηφαιστείου.


Πολύ γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι ήμασταν οι μοναδικοί επισκέπτες τον νησιού. Αυτό ακούγεται εξωπραγματικό σήμερα, αλλά το 1954 δεν ήταν διόλου παράξενο να είσαι ο μοναδικός επισκέπτης σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Εκείνη τη χρονιά κατέφθασαν 8ο.οοο επισκέπτες σε ολόκληρη τη χώρα» σημειώνει ο Μακ Κέιμπ στον πρόλογο του λευκώματος.


Οι φωτογραφίες του Μακ Κέιμπ συμπληρώνονται από δύο δοκίμια της δημοσιογράφου Μαργαρίτας Πουρνάρα. Το ένα με ποιητικό ύφος ανακαλεί την παιδική ηλικία της γιαγιάς της στη Σαντορίνη και το άλλο εξηγεί τις γεωλογικές δυνάμεις που έδωσαν σε αυτό το ηφαιστειακό νησί τη δραματική του μορφή.

 

Λιμενεργάτες, μουλαράδες και ταξιδιώτες στο λιμάνι του Γυαλού.

 

Βαφτίσια στο Νημποριό.

 

Ο Χριστόφορος Ζώρζος ή «Καρούτσος» από τον Πύργο στη Santo ασχολείται με τον γαϊδαράκο του και τη συγκομιδή από τα ντοματάκια. Ήταν πρόεδρος του συνεταιρισμού για πολλά χρόνια.

 

Το Αιγαίον αγκυροβολημένο στον Γιαλό.

 

Ένα ιστιοπλοϊκό καταφτάνει με μηχανή στον Γιαλό λίγο πριν από το ηλιοβασίλεμα. Ένα μικρό μεταγωγικό είναι δεμένο σε μια σημαδούρα αρόδο. Στο βάθος η Θηρασιά κι ένα κομμάτι του ηφαιστείου αριστερά.

 

Το πρώτο λεωφορείο του νησιού, από την Περίσσα στα Φηρά.

 

Ο Τσαρλς Μακ Κέιμπ στο ξενοδοχείο Ατλαντίς το 1963.

 

Κάτω Φηρά. Ο Άγιος Μηνάς και το εμβληματικό «σπίτι του αρχαιολόγου». Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το σπίτι με τον θόλο ήταν η κατοικία του Χρίσου Ντούμα. Αργότερα αγοράστηκε από τον Χαράλαμπο Σιγάλα. Και οι δύο άνδρες ανέσκαψαν το νησί.

 

Στη «Σκάλα» από το λιμάνι προς τα Φηρά. Οι μουλαράδες είχαν τη δική τους γλώσσα για να επικοινωνήσουν με τα ζώα τους. Μια από τις φράσεις που συχνά επαναλάμβαναν ήταν κάτι σαν «ντελάξ μουρή». Οι κακουχίες των γαϊδάρων και των μουλαριών της Σαντορίνης ήταν γνωστές σε όλη την Ελλάδα και οι μουλαράδες σε άλλους τόπους απειλούσαν τα ζώα τους ότι θα τα έστελναν στη Σαντορίνη αν ήταν ατίθασα.

 

Οι διαφορετικές διαστρωματώσεις στους τοίχους της Καλντέρας μαρτυρούν την ιστορία χιλιάδων ετών ηφαιστειακών εκρήξεων. Στο βάθος ο Σκάρος κι από πίσω η Οία.

 

Στο εστιατόριο του Λουκά. Στο κέντρο ο γιος του.

 

Έξω από το εστιατόριο του Λουκά.

 

Το τζιπ που χρησιμοποίησε ο Αντενάουερ στον δρόμο προς την αρχαία Θήρα. Από κάτω το Καμάρι.

 

Η βεράντα της οικίας των Νομικών μετά την ανακατασκευή της.

 

Τα Φηρά με τα ορυχεία ελαφρόπετρας στο βάθος.

 

Δύο κοπέλες υφαίνουν χαλί στην Σχολή Ταπητουργίας στην παλιά καθολική γειτονιά των Φηρών.

 

Η Καλλιόπη Μουδάτσου επιστρέφει από τον φούρνο στην καθολική γειτονιά με φόντο τα Φηρά.

 

Φωτογραφία
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια