Πορτρέτα

O Brion Gysin υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές έκκεντρες καλλιτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα

Εμψυχωτής της cut-up τεχνικής στη λογοτεχνία και την ποίηση, δημιουργός της Ονειρομηχανής, οπτικός ποιητής, διακεκριμένος ζωγράφος και άλλα πολλά, ο Brion Gysin έχει τώρα, για πρώτη φορά, ένα βιβλίο του στη γλώσσα μας

Το ονοματεπώνυμο Brion Gysin (Μπράιον Γκάισιν) είναι γνωστό στους φίλους της μπητ λογοτεχνίας (ας το πούμε έτσι) μέσω του William S. Burroughs (Ουίλιαμ Μπάροουζ). Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πότε γράφτηκε για πρώτη φορά αυτό το ονοματεπώνυμο στη χώρα μας, ποιος ήταν ο πρώτος που το ανέφερε και σε ποιο κείμενο, όμως, για όσους ασχολούνται με το ροκ, ο Μπράιον Γκάισιν ήταν ο άνθρωπος, που είχε γράψει εκείνες τις μαγικές σημειώσεις στο ιστορικό άλμπουμ Brian Jones presents the Pipes of Pan at JOUJOUKA [Rolling Stones Records], που είχε κυκλοφορήσει το 1971 (o Brian Jones ήταν φυσικά ο πρόωρα χαμένος... rolling stone). Στο άλμπουμ καταγραφόταν ο ήχος, η μουσική, ενός μέρους των τελετουργιών των Masters Musicians του χωριού Joujouka (ή Jajouka), στα βουνά Rif του βόρειου Μαρόκου.

 

Μεταφέρω, τώρα, δύο αποσπάσματα, από τα αντίστοιχα κείμενα του Brian Jones (1942-1969) και του Μπράιον Γκάισιν (1916-1986), που είναι τυπωμένα στο 4σέλιδο ένθετο εκείνου του δίσκου, επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι άσχετο με το θέμα μας.

 

«Δεν μπορεί να προστεθούν περισσότερα από εκείνη την τρομερή περιγραφή του Μπράιον Γκάισιν γύρω από τις Ιεροτελεστίες του Φεστιβάλ του Πανός, από μένα που ποτέ δεν είχα προσωπική εμπειρία αυτού του εβδομαδιαίου σε διάρκεια χάους – στην πραγματικότητα δεν ξέρω ακόμη αν έχω την αντοχή να υπομείνω την απίστευτη, σταθερή ένταση του φεστιβάλ. Τόσο ψυχικά αδύναμες προσωπικότητες έχει δημιουργήσει ο δυτικός πολιτισμός, σε τόσους πολλούς από εμάς. Αλλά οι άνθρωποι στο Joujouka έχουν βασίσει την πορεία τους πάνω σ' αυτό – είναι χωρίς ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, με λίγα λόγια χωρίς όλες εκείνες τις ανέσεις, άνευ των οποίων, οι περισσότεροι από εμάς, θα διαμαρτυρόμασταν με δυσφορία.(...)». - Brian Jones

 

Το σημαντικό που πηγάζει από την ανάγνωση είναι η αυτοϋπονόμευση που κρατάει για τον εαυτό του, ως συγγραφέα, ο ίδιος ο Γκάισιν, όταν γράφει... «είμαι καλλιτέχνης όταν είμαι ανοιχτός, όταν είμαι κλειστός είμαι ο Μπράιον Γκάισιν», επισημαίνοντας πως... «η γραφή είναι πενήντα χρόνια πίσω από τη ζωγραφική».

 

«Η λεγόμενη μαγεία είναι η Άλλη Μέθοδος για να ελέγχεις την ύλη και να γνωρίζεις το διάστημα. Στο Μαρόκο η μαγεία χαίρει μεγαλύτερης εκτίμησης από την υγιεινή, αν και ο εκστατικός χορός στη μουσική των κοινοτήτων μπορεί να επέχει ένα ρόλο ψυχικής κάθαρσης. Ξέρεις τη δική σου μουσική, όταν την ακούσεις μια μέρα. Μπαίνεις στο κόλπο και χορεύεις μέχρι να αντέξεις τις συνέπειες.


Η δική μου μουσική αποδείχθηκε ότι είναι οι άγριοι αυλοί της φυλής των λόφων, των Ahl Serif, που συνάντησα μέσω του μαροκινού ζωγράφου Hamri. Αυτός μ' "έφτιαξε" σ' εκείνα τα ευφορικά μέρη, στη Μαγεία και τη φτώχεια των Βορειοαφρικανών Μουσουλμάνων. Το μυστικό της φυλής της μητέρας του, φυλαγμένο πάντα από τους ίδιους, ήταν ότι ακόμη τελούσαν τις Ιεροτελεστίες του Πανός, κάτω από τον κουρελιασμένο τους ισλαμικό μανδύα. Ο Westermarck στο βιβλίο του για τη διατήρηση των παγανιστικών στοιχείων στο Μαρόκο, σαράντα χρόνια πριν, αναγνώριζε τον προστάτη τους: τον Bou Jeloud, τον Πατέρα των Δερμάτων, τον Πάνα, το μικρό τραγοπόδαρο θεό με τους αυλούς του. Μια μελέτη των χορών τους τον οδήγησε να συμπεράνει ότι αυτοί πρέπει να γιορτάζουν τα ρωμαϊκά Λουπερκάλια, τα οποία κάποτε συνέβαιναν τις πρώτες δύο εβδομάδες του Φεβρουαρίου, αλλά προσαρτήθηκαν στην κύρια μουσουλμανική γιορτή, όταν οι άραβες εισβολείς επανέφεραν το ημερολόγιο στο σεληνιακό έτος. Ο Westermarck δεν είδε ποτέ τους χορούς και πίστευε ότι αυτοί δεν γίνονταν πια.(...)». - Brion Gysin, 1964

 

Μέσω του Ουίλιαμ Μπάροουζ, λοιπόν, αρχίζει να γίνεται γνωστός ο Μπράιον Γκάισιν στην Ελλάδα της δεκαετίας του '80, αφού σε πάμπολλα βιβλία του (βιβλία του Μπάροουζ εννοώ) υπήρχε μία τουλάχιστον αναφορά στο όνομά του.

 

Για παράδειγμα στην Ηλεκτρονική Επανάσταση [Ελεύθερος Τύπος, 1982] το επώνυμό του αναφέρεται στην εισαγωγή τού Γιώργου Γούτα (και) σε σχέση με το cut-up, που... «σαν ιδέα ξεκινάει από τον Brion Gysin».

 

O Μπράιον Γκάισιν με τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Φωτο: Charles Gatewood

 

Στο Νόβα Εξπρές πάλι [Ελεύθερος Τύπος, 1986] περιλαμβάνεται μια συνέντευξη του Μπάροουζ από το 1964, στην οποία διαβάζουμε:

«Ένας φίλος ο Μπράιον Γκάισιν, ένας Αμερικανός ποιητής και ζωγράφος, που έζησε στην Ευρώπη κάπου τριάντα χρόνια, είναι απ' ό,τι ξέρω ο πρώτος που δημιούργησε cut-ups. Το ποίημά του "Minutes to go", φτιαγμένο εξ ολοκλήρου με cut-up, μεταδόθηκε από το BBC κι αργότερα κυκλοφόρησε και σε φυλλάδιο. Το καλοκαίρι του 1960 βρισκόμουνα στο Παρίσι, λίγο μετά την κυκλοφορία του Naked Lunch. Ενδιαφέρθηκα για τις δυνατότητες που προσέφερε η τεχνική αυτή κι έτσι άρχισα να πειραματίζομαι. Αν το καλοσκεφτείτε βέβαια το πρώτο σπουδαίο cut-up κολάζ είναι η "Έρημη Χώρα" (του T.S. Eliot), αλλά και ο Τριστάν Τζαρά άλλωστε είχε δουλέψει πάνω-κάτω στα ίδια πρότυπα. Ο Ντος Πάσος χρησιμοποίησε την ίδια ιδέα στα κομμάτια του "Ματιού της Κινηματογραφικής Μηχανής" στην τριλογία του "U.S.A.". Αισθάνθηκα λοιπόν πως δούλευα έχοντας τον ίδιο στόχο, κι έτσι ήταν αποκάλυψη για μένα να το δω να γίνεται».

 

Σ' ένα άλλο ελληνικό βιβλίο του Μπάροουζ με τον τίτλο Η βίβλος των αααναπνοών(σ.σ. με τρία «α») [Ελεύθερος Τύπος, άνευ χρονιάς] διαβάζουμε:

 

«Μόλις έχει γυρίσει ο Μπράιον Γκάισιν από ένα ταξίδι στο φρούριο του Αλαμούτ στο βόρειο Ιράν. Μου έδειξε φωτογραφίες από τα ερείπια καθώς και ένα αντίγραφο από ένα άρθρο που είχε γράψει για τον Χασάν-ι-Σαμπάχ το Γέροντα του Βουνού και τους ασσασίνους του. Οι πληροφορίες που είναι συγκεντρωμένες σ' αυτό το άρθρο δημιουργούν μια σειρά από ερωτηματικά».

 

Να πούμε, τέλος, επειδή δεν υπάρχει λόγος να ξεφυλλίσουμε όσα βιβλία του Ουίλιαμ Μπάροουζ διαθέτουμε, πως το μυθιστόρημα (του Μπάροουζ) Οι Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας [Απόπειρα, 1987] είναι αφιερωμένο από τον συγγραφέα του (και) στον Μπράιον Γκάισιν.

 

Γιατί τα λέμε όλα αυτά;

 

Γιατί εσχάτως τυπώθηκε ένα πρώτο βιβλίο του Μπράιον Γκάισιν στη γλώσσα μας, που αποτελεί μετάφραση ενός κανονικού δικού του και όχι κάποια συλλογή κειμένων του (σαν το Πέντε Κείμενα των εκδόσεων Bibliotheque, που κυκλοφόρησε κι αυτό πριν λίγο καιρό).

 

Λέμε, λοιπόν, για το Brion Gysin Let the Mice In [Something Else Press, West Glover, Vermont, 1973], δηλαδή το Άσε Μέσα τα Ποντίκια [ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 11/2018] με εισαγωγή και μετάφραση από τον Γιάννη Λειβαδά.

 

Ο Λειβαδάς έχει ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν με τον Μπράιον Γκάισιν.

 

Στο βιβλίο του Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα [Ηριδανός, 2007] έχει συμπεριλάβει το «μεταλλαγμένο ποίημα» του Γκάισιν ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, έστω και συντομευμένο, αφού στην αυθεντική version του έχει πάνω από 600 στίχους(!) με τις ίδιες τρεις λέξεις (I AM THAT I AM) τοποθετημένες σε ποικίλες θέσεις(!), ενώ σ' ένα άλλο βιβλίο του, το Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς / Στοιχεία για την beat generation [Κέδρος, 2010], στο κεφάλαιο Συμπορευόμενοι Φωστήρες υπάρχει ξεχωριστό υποκεφάλαιο τριών σελίδων για τον Μπράιον Γκάισιν. Από 'κει διαβάζουμε:

 

«Μπράιον Γκάισιν, ο άνθρωπος της περιμέτρου. Ο άνθρωπος που ήρθε από το πουθενά και στο πουθενά επέστρεψε. Περιηγητής χωρίς αποσκευές. Ένας νομάς της καλλιτεχνίας. Ο Γκάισιν ήταν σχεδόν σε καθετί με το οποίο ασχολήθηκε μοναδικός. Από τους μελετητές εισέπραξε μάλλον την αδιαφορία, όχι μόνο για το ανένταχτο καινοτόμο πνεύμα του, μα και λόγω του γεγονότος πως δεν ήταν ποτέ του αποκλειστικά εικαστικός, ερευνητής ή λογοτέχνης. Δεν αφοσιώθηκε με τον γνωστό τρόπο στο έργο του, όπως κανείς θα περίμενε. Ο Γκάισιν σφυρηλατούσε ιδέες και τεχνικές, έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε αυτές να βρουν τον δρόμο τους (συχνά ακόμη και μέσω του έργου άλλων δημιουργών!), και ύστερα ικανοποιημένος χανόταν, εξαφανιζόταν στα πεδία της επόμενης αναζήτησης.(...) Ο Γκάισιν δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλέξει άλλον δρόμο πέρα από εκείνον της απόλυτης ανεξαρτησίας. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ως τον θάνατό του, ταξίδεψε και έζησε για μεγάλα διαστήματα στην Ελλάδα, στο Μαρόκο, στην Αλγερία, στις ΗΠΑ, και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Τόσο η πνευματική του συγκρότηση, όσο και η ευρύτητα του πνεύματός του αποτέλεσαν για χρόνια μια πηγή φωτός γύρω από την οποία συναθροίστηκαν αμέτρητοι διανοητές και καλλιτέχνες.(...)».

 

O Μπράιον Γκάισιν το 1935, λίγο πριν έρθει στην Ελλάδα.
O Μπράιον Γκάισιν στο Αλγέρι, το 1955.

 

Ο Μπράιον Γκάισιν είχε έρθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '30 και μια σταθερή ελληνική σύνδεση του υπήρξε ο ποιητής και κριτικός Τέχνης Nicolas Calas (Νικόλας Κάλας).

 

Σ' ένα άρθρο του στο αριστερό, τροτσκιστικών αντιλήψεων, αμερικανικό περιοδικό Against the Current (τεύχος 196, Σεπτέμβριος / Οκτώβριος 2018) o καθηγητής της Αγγλικής Λογοτεχνίας και του Αμερικανικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Alan M. Wald γράφει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, πως υπήρχε ερωτική σχέση μεταξύ των δύο αντρών, μεταξύ του Μπράιον Γκάισιν και του Νικόλα Κάλας (αμφότεροι τροτσκιστές εκείνα τα χρόνια), κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη βιογραφία του Γκάισιν, δηλαδή το βιβλίο τού John Geiger Nothing is True Everything is Permitted / The Life of Brion Gysin, που κυκλοφόρησε από την Library of Congress, το 2005.

 

Τις περιπέτειές του στην Ελλάδα εκείνης της εποχής ο Γκάισιν άρχισε να τις καταγράφει ήδη από το 1949 (κάτω από τον τίτλο Ariadne on Naxos), για να δημοσιευθούν τελικά στο βιβλίο του Stories, το 1984. Ανακυκλωμένη, δε, η ιστορία υπάρχει και σε ένα κεφάλαιο της νουβέλας του The Last Museum του 1986.

 

Βασικά, εδώ, περιγράφεται η πρώτη ετερόφυλη σχέση του με την... Heleni Argolaki, μιαν Ελληνίδα γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας (η ιστορία είναι αληθινή, αλλά το όνομα είναι μυθιστορηματικό).

 

Η Argolaki ήταν παντρεμένη, αλλά επειδή έμεινε έγκυος (όχι από τον άντρα της), ο άντρας της τη χώρισε. Η ίδια υποστήριζε πως το παιδί, που τελικώς γεννήθηκε, ήταν του Γκάισιν, αλλά ο ίδιος αμφέβαλλε (μπορεί όχι βάσιμα, αλλά αμφέβαλλε). Χρόνια αργότερα, το 1981, ο γλύπτης Takis (Τάκης Βασιλάκης) είχε πληροφορήσει τον Γκάισιν πως ο γιος τής Αrgolaki, που πρέπει να ήταν γύρω στα 45 εκείνη την εποχή, είχε αυτοκτονήσει στη βίλα της μητέρας του στην Κηφισιά.

 

Untitled ( Le Domaine Poétique ), Παρίσι, 1961. Φωτο: Christian Talliander, Courtesy of William S. Burroughs Trust, Lawrence, Kansas

 

Το Άσε Μέσα τα Ποντίκια, που μας δίνει την αφορμή γι' αυτή την περιδιάβαση, είναι ένα βιβλίο του Μπράιον Γκάισιν 92 σελίδων με εισαγωγή από τον Γιάννη Λειβαδά και προλογικό σημείωμα από τον Jan Herman, που είχε επεξεργαστεί την πρωτότυπη έκδοση του 1973.

 

Γράφει ο Herman:

«(...) σε αυτό το βιβλίο παρατηρεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκαν όσοι συμμετέχουν σ' αυτό, υπό την έννοια ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου, γεγονός όχι και τόσο σύνηθες. Τα πρώτα τους κατ-απ κυκλοφόρησαν σε δύο βιβλία, το Προ Αναχωρήσεως (σ.σ. Minutes To Go, βιβλίο του 1960, που υπέγραψαν από κοινού οι William Burroughs, Brion Gysin, Sinclair Beiles και Gregory Corso) και το Ο Εξολοθρευτής (σ.σ. The Exterminator, βιβλίο του 1960 που υπέγραψαν από κοινού οι William Burroughs και Brion Gysin και που δεν έχει σχέση με το βιβλίο του William S. Burroughs Exterminator! του 1973), τα οποία μαζί με το παρόν βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί πως ολοκληρώνουν μία τριλογία. Τα κατ-απ ως συγγραφική μέθοδος απέκτησαν μια ορισμένη φήμη από τη στιγμή που δημοσιεύτηκαν στο Γυμνό Γεύμα (σ.σ. The Naked Lunch, βιβλίο του William Burroughs από το 1959). Αυτή η μέθοδος διευκρινίζεται τελειωτικά μέσα σ' αυτό το βιβλίο».

 

Και όντως, αφού στο πρώτο κεφάλαιο, το Κατ-απ: Ένα σχέδιο ολέθριας επιτυχίας, ο Μπράιον Γκάισιν επεξηγεί τον τρόπο του cut-up, που βασικά είναι μια μεταφορά κανόνων της ζωγραφικής κατ' ευθείαν στη γραφή.

 

«Πάρτε μία επιστολή που έχετε γράψει ή μία επιστολή που σας έχουν στείλει. Κόψτε τη σελίδα σε τρεις ή τέσσερις στήλες – κατ' οιονδήποτε τρόπο το επιλέξετε. Ανακατέψτε τα κομμάτια και βάλτε τα σε μία τυχαία σειρά. Τεμαχίστε τις αράδες των λέξεων για να ακούσετε μια νέα φωνή που βγαίνει μέσα από το χαρτί».

 

O Μπράιον Γκάισιν με την Ονειρομηχανή στο Musee des Arts Decoratifs, Παρίσι, 1962. Collection William S. Burroughs Archive, Courtesy William S. Burroughs Trust, Lawrence, Kansas. Φωτο: Harold Chapman/Image Works

 

Το σημαντικό που πηγάζει από την ανάγνωση είναι η αυτοϋπονόμευση που κρατάει για τον εαυτό του, ως συγγραφέα, ο ίδιος ο Γκάισιν, όταν γράφει... «είμαι καλλιτέχνης όταν είμαι ανοιχτός, όταν είμαι κλειστός είμαι ο Μπράιον Γκάισιν», επισημαίνοντας πως... «η γραφή είναι πενήντα χρόνια πίσω από τη ζωγραφική».

 

Επίσης, στο ίδιο κεφάλαιο δίνει στοιχεία για ένα θρυλικό εστιατόριο που έστησε στην Ταγγέρη τη δεκαετία του '50, το Χίλιες και Μια Νύχτες, σημειώνοντας πως... «το όνομά του παραήταν όμορφο, σε σχέση μ' εκείνη την απρόβλεπτη, περίπλοκη, κατακλυσμιαία καταστροφή που λάμβανε χώρα κάθε βράδυ», ενώ αναφέρεται και στη γνωριμία του με τον μαροκινό ζωγράφο Mohamed Hamri (1932-2000), που ήταν ο... ξεναγός του στις περιπλανήσεις του στη βορειοαφρικανική χώρα.

 

Στο κεφάλαιο Η αυτεπεξήγηση των κατ-απ, ο Γκάισιν περνάει σε ακόμη πιο σαφείς οδηγίες και με παραδείγματα πια, σε σχέση πάντα με το cut-up, τονίζοντας την αυθυπαρξία και τη μοναδικότητα των λέξεων (όπως γράφει χαρακτηριστικά... «οι λέξεις δεν ανήκουν σε κανέναν»), αντίληψη που ορίζει φυσικά τη συγκεκριμένη τεχνική.

 

Το Μπράιον Γκάισιν – Άσε μέσα τα ποντίκια είναι το επόμενο κεφάλαιο. Σ' αυτό γίνεται η σύνδεση με τις ιεροτελεστίες τού Πανός στους μαροκινούς λόφους (για τις οποίες γράψαμε στην αρχή), καθώς ο Γκάισιν θεωρεί τα ακατανόητα ξόρκια, ως λεκτικά κλειδιά τού... «Μηχανισμού του Εσωτερικού (μας) Διαστήματος». Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στη διαδικασία της ηχογράφησης, τη ζωγραφική, και τις επικλήσεις προς τον Πάνα, την οποία σύνδεση ο Γκάισιν την επεξηγεί μέσω μιας παραληρηματικής αφήγησης (με καταβυθίσεις στην παιδικότητα και στην κατάδειξη της τελετουργικής αφύπνισης).

 

O Μπράιον Γκάισιν, o Oυίλιαμ Μπάροουζ και η Τζάκι Κέρτις στο Danceteria στη Νέα Υόρκη, 1984.

 

Στα κεφάλαια Τρεμοφέγγισμα και Ονειρομηχανή, γίνεται λόγος για την ονειρομηχανή και τις αρχές της – μια απλή κατασκευή, που παράγει τα μοναδικά έργα Τέχνης, που μπορείς να τα δεις (και) με κλειστά μάτια! Τη μηχανή είχε κατασκευάσει ο Γκάισιν βάσει μιας περιγραφής του Ian Sommerville (ηλεκτρονικός και προγραμματιστής, μέλος της παρέας των beats), λαμβάνοντας, μάλιστα, και δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1961.

 

Ένας κύλινδρος, πάνω στον οποίον υπάρχουν σχισμές / τρύπες, περιστρέφεται. Στο εσωτερικό του υπάρχει ένας λαμπτήρας. Ο εγκέφαλος αντιδρά στις ακτίνες φωτός και καθώς πλησιάζεις τη μηχανή, με κλειστά ή ανοιχτά μάτια, αρχίζεις να βλέπεις διάφορα χρωματικά μοτίβα, που σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονται με παραισθήσεις.

 

Στην Αόρατη γενιά γίνεται λόγος για τα ηχογραφημένα μηνύματα, που μπορεί να ποντίζονται στο ασυνείδητο ή και στο αφυπνισμένο συνειδητό. Όταν η προσοχή σου είναι στραμμένη αλλού, ένα ηχογραφημένο μήνυμα έχει τη δυνατότητα να σε οδηγήσει σε αυτοματικές κινήσεις. Μπορεί κάτι τέτοιο να φαίνεται αυτονόητο σήμερα, αλλά την εποχή που γραφόταν το βιβλίο ήταν πολύ λιγότερο ή και καθόλου.

 

Η χρήση της μαγνητοταινίας και γενικότερα όλη η διαδικασία της ηχογράφησης υπήρξε για τη συγκεκριμένη ομάδα (Γκάισιν, Μπάροουζ κ.ά.) ακρογωνιαία και όσον αφορά στην ενασχόλησή της με τα «συστήματα ελέγχου» και την επιρροή τους πάνω στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Όλα αυτά, εννοούμε, που περιέγραψε ο Μπάροουζ στο διάσημο βιβλίο του The Electronic Revolution (1970) και αλλού.

 

Ο Κιθ Χάρινγκ με τον Μπράιον Γκάισιν και τον Oυίλιαμ Μπάροουζ, 1985. Φωτο: Tseng Kwong Chi © Muna Tseng Dance Projects, Inc., New York

 

Τα δύο τελευταία κεφάλαια, πριν τα ποιήματα, είναι τα Η λεκτική εξουσία δημιουργεί ισχυρότερο εθισμό από την ηρωίνη και Παρενθετικώς 7 χερτζ. Και σ' αυτά ο Γκάισιν ασχολείται με το πώς μπορεί να επιτευχθεί ο έλεγχος του ασυνειδήτου (από εταιρείες προώθησης προϊόντων, μυστικές υπηρεσίες κ.λπ.) μέσω των «εγγράμων» (των λέξεων, που έχουν καταγραφεί και φωλιάσει στο υποσυνείδητο). Το συμπέρασμα;

«Το υποκείμενο βρίσκεται σε μειονεκτική θέση απέναντι σε οποιονδήποτε μπορεί να ελέγχει τα "έγγραμά" του».

 

Το βιβλίο θα ολοκληρωθεί με τέσσερα «μεταλλαγμένα ποιήματα» του Μπράιον Γκάισιν, που έχουν τίτλους Ποίημα πιστολιού, Είμαι αυτό που είμαι, Κακό πράγμα η πρέζα μωρό μου και Δώσε τέλος στην έξη άνθρωπε. Τα ποιήματα είναι... οπτικά, που σημαίνει πως αξίζει να τα βλέπεις, όταν τα διαβάζεις (το σημειώνω, επειδή υπάρχουν και ηχογραφημένα).

 

Το Άσε Μέσα τα Ποντίκια μπορεί να είναι ένα μικρό βιβλίο, έχει όμως τόσα πράγματα να πει!

 

BRION GYSIN'S DREAMACHINE

 

 

Πορτρέτα