Πορτρέτα

Η ιστορία του μεγάλου πολωνού συνθέτη και τζαζ πρωτοπόρου Krzysztof Komeda

Τα σάουντρακ για τις ταινίες του Ρομάν Πολάνσκι που τον έκαναν διάσημο («Το Μωρό της Ρόζμαρι», «Η Νύχτα των Βρυκολάκων») ήταν, απλώς, η κορυφή του παγόβουνου.

Υπάρχουν διάφορες βιογραφίες του Krzysztof Komeda (1931-1969), όμως εκείνη της Ewa Bigus, όπως την διαβάζουμε στ’ αγγλικά στο ένθετο του CD «The complete recordings of KRZYSZTOF KOMEDA/ FILM MUSIC: ROSEMARY’S BABY, VAMPIRE KILLERS” [Polonia Records, 1998] μοιάζει να είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες, αφού συνταιριάζει τα στοιχεία τής αναλυτικής καλλιτεχνικής πορείας του διάσημου πολωνού συνθέτη (ψυχρά, χωρίς θαυμαστικά και επιφωνήματα…), μ’ ένα κάποιο ανθρώπινο, προς το τέλος, στοιχείο. Πάμε…

 

Krzysztof Trzciński (το Komeda θα υιοθετηθεί αργότερα) γεννήθηκε το Απρίλιο του 1931 στο Poznań. Ο πατέρας του ήταν υψηλόβαθμος υπάλληλος τραπέζης κι έτσι η κοινωνική θέση της οικογένειας τής επέτρεπε να έχει ένα μεγάλο πιάνο. Συνεπώς, δεν απετέλεσε έκπληξη, όταν το 1938 ο Krzysztof γράφτηκε σε τάξη πιάνου στο Ωδείο του Poznań.

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου η οικογένειά του μετακόμισε στην Częstochowa (μια πόλη στη νότια Πολωνία), χωρίς ο ίδιος να διακόψει τις σπουδές του. Μετά τον πόλεμο, η οικογένεια Trzciński έζησε για λίγο στην πόλη Wałbrzych της Σιλεσίας και τελικά εγκαταστάθηκε στο Ostrów Wielkopolski, στη δυτική Πολωνία. Εκεί είναι που ο Krzysztof τελείωσε το Γυμνάσιο και παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου. Έμαθε να παίζει το κλασικό ρεπερτόριο (Σοπέν, Μπαχ, Μπετόβεν), το οποίο αργότερα ερμήνευσε σε επίσημες τελετές και κονσέρτα σε όλη τη χώρα.

 

Η πρώτη επαφή του με την τζαζ ήταν μέσω του πρακτορείου τού Witold Kujawski, ενός τύπου που έμενε στην Κρακοβία και ο οποίος του έφερνε νέα για την τζαζ από ’κει. Αυτό ενέπνευσε τον Trzciński να ιδρύσει αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «Ιδιωτική Λέσχη Νέας Μουσικής», ένα μέρος στο οποίο ο κόσμος θα μπορούσε να ακούσει δίσκους φερμένους από τη Δύση, όπως και τις τακτικές εκπομπές του ραδιοφώνου του Μονάχου «This Is Jazz».

 

Σκηνή από το «Μαχαίρι στο νερό» του Ρομάν Πολάνσκι. Ακούστε το σάουντρακ της ταινίας.

 

 

 

 

Δεν ήθελε τα μεγάλα ακροατήρια, μόνο για λίγους τζαζ μουσικούς ή κόσμο που να θέλει και να ξέρει πώς ν' ακούσει μουσική.

 

Πρέπει να είχε ήδη δοκιμάσει αυτοσχεδιασμούς στο πιάνο, γιατί το 1950, κατά τη διάρκεια μια σύντομης επίσκεψής του στην Κρακοβία, συμμετείχε στο πρώτο του jam session με τους τότε διάσημους μουσικούς Jerzy Matuszkiewicz και Andrzej Trzaskowski.

 

Αφού πέτυχε στις απολυτήριες εξετάσεις του σχολείου, ο Krzysztof Trzciński μπήκε στην Ιατρική Ακαδημία του Poznań, ακολουθώντας την συμβουλή των γονιών του. Τον οδηγούσε περισσότερο η λογική και όχι η πίστη σε μια επιτυχημένη καριέρα πιανίστα, από την οποία θα μπορούσε να ζήσει. Συγχρόνως άρχισε να συνεργάζεται με το γκρουπ του Jerzy Grzewinski, που έπαιζε ελαφρά ψυχαγωγική μουσική, όμως δυσκολευόταν να συμφιλιώσει μέσα του τη μουσική με την ιατρική. Ταξίδευε στη Βαρσοβία για να συμμετάσχει σε jam session και, ανάμεσα στα ακαδημαϊκά εξάμηνα, έπαιζε με τους Melomani.

 

Ο Krzysztof τελείωσε τις σπουδές του το 1955 και αμέσως ξεκίνησε να φτιάξει τη δική του μπάντα. Υιοθέτησε το ψευδώνυμο Komeda, γιατί εκείνο τον καιρό δεν συνηθιζόταν… οι γιατροί να παίζουν τζαζ. Το σεξτέτο του έκανε ντεμπούτο στα επίσημα εγκαίνια του τηλεοπτικού σταθμού του Poznań, ενώ οι μουσικοί, στην πραγματικότητα, έπαιζαν για το κοινό κατά τη διάρκεια ενός jam session.

 

Το 1956, το Σεξτέτο, που αποτελείτο από τους Krzysztof Komeda, Jerzy Milian, Stanisław Pludra, Józef Stolarz, Jan “Ptaszyn” Wróblewski και Jan Zylber εμφανίστηκε στο πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ Μουσικής στο Sopot. Έδωσαν μια εντυπωσιακή παράσταση, που έγινε δεκτή μ’ ενθουσιασμό, παίζοντας μόνο μοντέρνα τζαζ. Μετά από αυτό το φεστιβάλ ο Komeda έγινε είδωλο για την πολωνική διανόηση.

 

Ήταν μάλλον κοντός και με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, σχεδόν κοκκινομάλλης. Υπήρχε μια ντροπαλή έκφραση στο πρόσωπό του, μιλούσε λίγο και με ήρεμη φωνή

 

Αργότερα την ίδια χρονιά (1956), ένα άλλο σημαντικό γεγονός κυριάρχησε στη μουσική ζωή της Πολωνίας. Ήταν το πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Σύγχρονης Μουσικής «Φθινόπωρο στη Βαρσοβία». Για τον Komeda αυτό σήμανε την έναρξη τακτικής εργασίας. Στράφηκε σοβαρά στη σύνθεση και σύντομα ήταν σε θέση να παρουσιάσει τα καινούργια κομμάτια του στο κανάλι 2 του Ραδιοφώνου της Πολωνίας.

 

Το 1957 διοργανώθηκε το δεύτερο Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ Μουσικής στο Sopot. Το Σεξτέτο του Komeda εμφανίστηκε εκεί σαν οκτέτο, μια που, για την περίσταση, προστέθηκαν δύο μουσικοί ορχήστρας (σ’ ένα γαλλικό κι ένα αγγλικό κόρνο), ενώ το άλτο σαξόφωνο αντικαταστάθηκε από ένα τρομπόνι. Το σχήμα αυτό έδωσε μια παράσταση που διήρκησε μιάμιση ώρα, κατά τη διάρκεια τις οποίας έπαιξαν έντεκα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένων και των «Blues for Sopot» και «Gillespie’s memory» του Komeda. Αργότερα τη ίδια χρονιά, το μουσικό σύνολο κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο σ’ ένα διαγωνισμό τζαζ, που διοργανώθηκε κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Νεολαίας της Μόσχας. Λίγοι γνωρίζουν ότι η μπάντα του Komeda εμφανίστηκε επίσης με το όνομα Jan Grepsor παίζοντας rock n’roll ρεπερτόριο, προκειμένου να βγάλει χρήματα για ν’ αγοράσει μουσικά όργανα.

 

Όταν βρισκόταν με φίλους, ποτέ δεν προσπαθούσε να είναι το κέντρο της προσοχής. Συνήθως άκουγε, παρά μιλούσε

 

Μετά το Φεστιβάλ της Μόσχας ο Krzysztof Komeda έλαβε μια πρόταση να γράψει τη μουσική της ταινίας «Dwaj ludzie z szafą» (Δύο άνθρωποι και μια ντουλάπα) του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη Roman Polanski, καθώς και μια άλλη για την ταινία «Dom» (Σπίτι)των Walerian Borowczyk και Jan Lenica (και οι δύο ταινίες ήταν μικρού μήκους). Αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του. Εγκαταλείπει το ιατρικό επάγγελμα (εργαζόταν τότε σε κλινική ως ειδικευόμενος στη λαρυγγολογία), διαλύει την μπάντα του και φεύγει από το Poznań για την Κρακοβία. Εκεί εντάσσεται στους Jazz Believers.

 

Το σχήμα κάνει το ντεμπούτο του στις 4 Ιανουαρίου 1958, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας τζαζ, την πρώτη στην ιστορία της Εθνικής Φιλαρμονικής, την οποία αργότερα ακολούθησε σειρά άλλων που έγιναν γνωστές με το όνομα «Jazz in the Philharmonic».

 

Το γκρουπ διατηρήθηκε μέχρι το 1959, αν και η σύνθεσή του διαρκώς άλλαζε. Ο Komeda και οι Jazz Believers εμφανίστηκαν σε ένα πολωνικό φιλμ, το «Rozmowy jazzowe» (Μιλώντας για την τζαζ), παίζοντας το κομμάτι «Gillespie’s memory», που γράφτηκε ειδικά για την ταινία κι είχε παλιότερα παιχτεί στο φεστιβάλ του Sopot.

 

Το 1959 ο Komeda συμμετείχε στο πρώτο Jazz Jamboree Φεστιβάλ (18-21 Οκτωβρίου), τόσο σαν μέλος των Jazz Believers, όσο και με το δικό του τρίο – Jan Byrczek κοντραμπάσο και Jan Zylber ντραμς. Με τους Jazz Believers ο Komeda ερμήνευσε τα κομμάτια «March», του Dizzy Gillespie, «Donna Lee» του Charlie Parker κ.ά. Με το τρίο του έπαιξε το «Teach me tonight» του Errol Garner, το «Cute» του Neil Heftie και τη δική του σύνθεση «I greet you».

 

 

Η δεκαετία του ’60 φέρνει την παγκόσμια καταξίωση

Aπό τότε η καριέρα του απογειώθηκε. Έδωσε κονσέρτα με την Εθνική Φιλαρμονική, εμφανίστηκε στο All Souls’ Day Jazz Event στην Κρακοβία και στο Jazz Jamboree του ’60 (σε τρίο με τους Adam Skorupka κοντραμπάσο και Adam Zieliński ντραμς).

 

Το τρίο παρουσίασε ένα ασυνήθιστο πρόγραμμα «Τζαζ και Ποίησης». Ένας ηθοποιός απήγγειλε ποιήματα, ενώ ο Komeda και οι μουσικοί του παρείχαν τη συνοδεία. Η καινοτόμος φόρμα έτυχε ευρείας αποδοχής, τόσο από το κοινό, όσο και από τους κριτικούς. Η εμφάνισή τους αποτέλεσε ένα καλλιτεχνικό γεγονός που ξεπέρασε τα όρια της τζαζ και, οπωσδήποτε, τα σύνορα της Πολωνίας.

 

Κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας με την Εθνική Φιλαρμονική, ο Komeda παρουσίασε το πρόγραμμά του «Τζαζ και Ποίηση». Αυτή τη φορά το ποίημα ήταν «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.

 

Τον Οκτώβριο του 1960 διοργανώθηκε στη Γαλλία το 7ο Διεθνές Φοιτητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ. Μία από τις εκδηλώσεις ήταν κι ένα διεθνές jam session, στο οποίο θα συμμετείχε και ο Komeda. Έπαιξε επίσης σε τζαζ κλαμπ, μόνος ή σε τρίο με τους Jan Byrczek ντραμς και Roman Dyląg κοντραμπάσο, ενώ εμφανίστηκε και στο γαλλικό ραδιόφωνο.

 

Το 1961 ο Komeda μοιραζόταν ανάμεσα στο να παίζει τζαζ και στη συνεργασία του με το μουσικό καμπαρέ Tingel-Tangel στη Βαρσοβία. Έγραφε μουσική για το καμπαρέ και εμφανιζόταν στα σόου με το τρίο του, συν τον κλαρινετίστα Włodzimierz Kruszyński. Συμμετείχε στο Jazz Poetry Session στη Βαρσοβία, όπου παρουσίασε το πρόγραμμά του «Τζαζ και Ποίηση». Στο Jazz Jamboree ο Komeda εμφανίστηκε με ένα διαφορετικό τρίο (με τον Leszek Dudziak στα ντραμς) και με αλλοδαπούς μουσικούς – τον Αμερικανό Jimmy Gourley κιθάρα και τον Σουηδό Bernt Rosengren τενόρο σαξόφωνο.

 

 

Στο Jazz Jamboree του ’62 παρουσιάζει ένα ακόμα τρίο, το οποίο περιλάμβανε τους Roman Dyląg κοντραμπάσο και Rune Carlsson ντραμς. Οι κριτικοί συμφώνησαν πως ήταν το καλύτερο τρίο του Komeda. Συνοδευόμενο από τους Eje Thelin, Zbigniew Namysłowski, Michał Urbaniak και την τραγουδίστρια Wanda Warska, το τρίο έπαιξε μουσική για το μπαλέτο Etudes. Με το Etudes άρχισε μια νέα περίοδος στην καριέρα του, κατά την οποία ο ίδιος επικεντρώθηκε στη σύνθεση. Τότε ήταν που ολοκλήρωσε το μιούζικαλ «Wygnanie z raju» (Έξωση από τον παράδεισο) το οποίο έγραψε με τον Jerzy Abratowski και τότε συνέθεσε τη μουσική για το έργο «Nowoczesny wiek» (Μοντέρνα εποχή), μια παραγωγή ενός θεάτρου στην Częstochowa.

 

Επίσης το 1962 έλαβε το βραβείο Złoty Helikon, που απονέμεται από τη Λέσχη Τζαζ της Κρακοβίας και ονομάστηκε ο «Άνθρωπος της Χρονιάς για την Τζαζ». Την ίδια περίοδο συνθέτει τη μουσική για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Roman Polanski «Nóz w wodzie» (Μαχαίρι στο νερό).

 

Τα αμέσως επόμενα χρόνια ήταν περίοδος σκληρής δουλειάς. Κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας με την Εθνική Φιλαρμονική, ο Komeda παρουσίασε το πρόγραμμά του «Τζαζ και Ποίηση». Αυτή τη φορά το ποίημα ήταν «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Λίγο καιρό μετά έφτιαξε ένα κουαρτέτο (Jerzy Wróblewski, Roman Dyląg, Rune Carlsson) και πήγε για πρώτη φορά στη Σκανδιναβία, για να παίξει σε καθορισμένες ημερομηνίες στο τότε νεοϊδρυθέν jazz club Gyllene Cirkeln και στο Jazzhus Montmartre στην Κοπεγχάγη.

 

Τόσο στη Σουηδία, όσο και στη Δανία, δέχτηκε προσφορές από τοπικές εταιρείες για να ηχογραφήσει το «Ballet Etudes» (η εθνική πολωνική εταιρεία δίσκων, Polskie Nargania, δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτό). Ο Komeda υπέγραψε τελικά συμβόλαιο με την σουηδική Metronome (που είχε άκρες στη Δυτική Γερμανία και τη Δανία).

 

Το 1963 αποτέλεσε ένα ακόμη σημείο καμπής για την καριέρα του Komeda. Το προσωπικό του ύφος ωρίμασε και ο ίδιος άρχισε συνεργασία με τον πολλά υποσχόμενο τρομπετίστα Tomasz Stańko, που έγινε μέλος του γκρουπ. Ο Stańko καταλάβαινε καλύτερα απ’ όλους τις σύγχρονες κατευθύνσεις και έθετε σε εφαρμογή κάθε ιδέα του Komeda. Η μπάντα, αποτελούμενη από τους Komeda, Stańko, Maciej Suzin, Michał Urbaniak και Czesław Bartkowski, εμφανίστηκε στο Jazz Jamboree με τα κομμάτια «Dwójka rzymska» (Ρωμαίος ο Δεύτερος), «Alea» συν κάποια ακόμη.

 

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ο Komeda εμφανίστηκε σε τηλεοπτικά τζαζ σόου και στην εκπομπή «Jazz in Polen», μια ειδική παραγωγή των Κινηματογραφικών Στούντιο Ντοκιμαντέρ στη Βαρσοβία, του Πρακτορείου Πολωνών Καλλιτεχνικών Pagart και τουSüdwestrundfunk του Baden-Baden (Νοτιοδυτικό Ραδιόφωνο του Baden-Baden). Ήταν μια συναυλία 45 λεπτών, στην οποία συμμετείχαν 46 πολωνικές μπάντες. Οικοδεσπότης του σόου ήταν ο πολύ γνωστός γερμανός παραγωγός Joachim-Ernst Berendt. Το γκρουπ του Komeda, έπαιξε το έργο «Ρωμαίος ο Δεύτερος», γραμμένο για ένα φιλμ του δανού σκηνοθέτη Henning Carlsen.

 

Ως συνήθως, το Jazz Jamboree του 1965 απετέλεσε ένα σημαντικό γεγονός στο μουσικό ημερολόγιο του Komeda. Ο ίδιος με το κουιντέτο του ερμήνευσε τα έργα «Astigmatic» και «Kattorna» (Γάτες), ένα απόσπασμα από τη μουσική της ομώνυμης ταινίας του Henning Carlsen. Αυτές οι δύο συνθέσεις μαζί με το έργο «Svantetic» ηχογραφήθηκαν σε LP (με τους Zbigniew Namysłowski, Günter Lenz και Rune Carlsson).

 

Αργότερα, την ίδια χρονιά, το σχήμα επανεμφανίστηκε στο Gyllene Cirkelin και στο Jazzhus Montmartre στην Κοπεγχάγη παίζοντας κυρίως συνθέσεις του Komeda, όπως και σε φεστιβάλ στη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία και τη Νορβηγία.

 

Στις αρχές του 1966 ο Krzysztof Komeda γράφει τη μουσική για την ταινία «Η πείνα» του Henning Carlsen και κάνει περιοδεία στην τότε Ανατολική Γερμανία με τους Roman Dyląg, Adam Jędrzejewski και Tomasz Stańko. Γράφει, επίσης, τη μουσική για την ταινία του Jerzy Skolimowski «Bariera» (Φράγμα), όπως και για το «Cul-de-sac» του Roman Polanski, ενώ ετοιμάζει και το score για το «The Fearless Vampire Killers» (Η νύχτα των Βρυκολάκων) του ιδίου.

 

Το χειμώνα του 1966-67, ο Krzysztof Komeda έδωσε συναυλίες με τους Dyląg, Namysłowski, Stańko, Carlsson και το φωνητικό σχήμα Novi Singers στο Freiburg της Δυτικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια της Πολωνικής Πολιτιστικής Εβδομάδας. Τότε ήταν που ο Joachim-Ernst Berendt του πρότεινε να ηχογραφήσει το πρόγραμμά του «Τζαζ και Ποίηση» σε LP.

 

Μόλις επέστρεψε στην Πολωνία, ο Komeda έγραψε τα soundtracks δύο ακόμη ταινιών. Το Φεβρουάριο του 1967 συζητούσε με τον Carlsen τη μουσική για τη νέα ταινία του δανού σκηνοθέτη και το Μάρτιο ηχογράφησε τη μουσική για την ταινία του Jerzy Skolimowski «Le Depart» (Η Αναχώρηση) στο Παρίσι. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ηχογραφήθηκε το LP για τον Berendt. Ήταν τότε, όταν ο Skolimowski του ζήτησε να γράψει τη μουσική για την ταινία του «Rece do gory» (Ψηλά τα χέρια).

 

Στο επόμενο Jazz Jamboree o Komeda έπαιξε το «Night-time day-time requiem» αφιερωμένο στη μνήμη του John Coltrane (που είχε πεθάνει την 17/7/1967) σε κουαρτέτο με τους Stańko, Dyląg και Carlsson.

 

Την 17 Ιανουαρίου 1968 πηγαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, εκεί που ο Roman Polanski τον εξουσιοδοτεί να γράψει τη μουσική της ταινίας «Το μωρό της Ρόζμαρι». Επίσης έγραψε μουσική για το φιλμ του Buzz Kulik «Riot».

 

Τον Δεκέμβριο του ’68 ο Krzysztof Komeda είχε ένα σοβαρό ατύχημα στο Λος Άντζελες. Υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση σ’ ένα νοσοκομείο της περιοχής, αλλά ποτέ δεν ανέκτησε τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε με αεροπλάνο στην Πολωνία, όπου εξέπνευσε στις 23 Απριλίου 1969. Ήταν μόλις 38 ετών.

 

 

 

Μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν

Για σκιαγραφήσουμε το πορτρέτο του Komeda πρέπει να περιγράψουμε την εμφάνιση, τον χαρακτήρα και την ψυχή του και να εξηγήσουμε πώς έγινε και υιοθέτησε το όνομα Komeda κατ’ αρχάς. Όπως έγραφε και ο ποιητής-μεταφραστής Józef Waczków το 1969:

 

«Ήταν μάλλον κοντός και με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, σχεδόν κοκκινομάλλης. Υπήρχε μια ντροπαλή έκφραση στο πρόσωπό του, μιλούσε λίγο και με ήρεμη φωνή.  – ήξερε να ακούει το συνομιλητή του. Όταν τον ρωτούσαν για κάτι, αυτός ρωτούσε την γυναίκα του, που αναλάμβανε να μιλήσει γι’ αυτόν. Σπάνια τον διόρθωνε, δίνοντας μια ακριβέστερη εξήγηση, ή απλά έγνεφε καταφατικά.

  

Αντίθετα, στις πρόβες και στα ραδιοφωνικά στούντιο ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ήξερε επακριβώς τι ήθελε, ήταν απαιτητικός και κατ’ επανάληψη διόρθωνε κάθε ερμηνευτή, μέχρι να πετύχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Η μουσική φαίνεται ότι ήταν το μόνο του πάθος. Του έδινε μεγάλη ικανοποίηση και τον έκανε να αισθάνεται χαλαρός και ξεκούραστος. Τόνιζε συχνά με έμφαση ότι είναι απαραίτητο για ένα μουσικό το να είναι χαλαρός.

 

Υπήρχε μια φαινομενική αντίθεση στο χαρακτήρα του. Συνεσταλμένος και κρατώντας αποστάσεις, αποζητούσε παρέα. Ήθελε τους ανθρώπους να νιώθουν άνετα και χαλαρά. Αυτό εξηγεί την ανάγκη του να παίζει στα κλαμπ, πράγμα που τόνιζε σε κάθε συνέντευξή του. Ήταν ευτυχής όταν μπορούσε να παίξει στο Hubrydy, ένα φοιτητικό κλαμπ της Βαρσοβίας, μερικές φορές την εβδομάδα για κάποιο διάστημα. Δεν ήθελε τα μεγάλα ακροατήρια, μόνο για λίγους τζαζ μουσικούς ή κόσμο που να θέλει και να ξέρει πώς ν’ ακούσει μουσική. Αυτό ήταν αρκετό να του φτιάξει το κέφι, πράγμα που, με τη σειρά του, τον βοήθησε να συγκεντρωθεί, να χαλαρώσει και να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να παιχτεί καλή μουσική. Τότε απέβαλε τις αναστολές του, ξανοιγόταν και γινόταν εκείνος ο μουσικός που γνώριζαν οι θαυμαστές του».

  

Πώς έγινε και χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Komeda;

Στα παιδικά του χρόνια, όταν ο Krzysztof έπαιζε τους παρτιζάνους, ήταν ο αρχηγός τους που έδινε διαταγές. Στην πόρτα του δωματίου του κρέμασε μια πινακίδα που έγραφε KOMEDA (παραφθορά της λέξης «komenda», που στα πολωνικά σημαίνει «γραφείο διοικητού»). Στην αρχή ήταν απλά ένα παρατσούκλι, αλλά αργότερα έγινε το ψευδώνυμο που συνειδητά υιοθέτησε.

 

Ο Komeda, όπως πολλοί καλλιτέχνες, θεωρούσε πρόβλημα το χρόνο – συνεχείς πρόβες, συζητήσεις, αλληλογραφία, οργάνωση διαφόρων πραγμάτων. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ο χώρος που διέμενε – αυτός και η γυναίκα του ζούσαν σ’ ένα μικροσκοπικό σπίτι-στούντιο. Έτσι, όταν πιεζόταν από τη δουλειά προτιμούσε να μένει μόνος…

 

Ένας φίλος του, ο συνθέτης Adam Sławiński θυμάται:

«Μια φορά ο Krzysztof μου ζήτησε μια χάρη. Το έθεσε ως εξής: «Είσαι ελεύθερος απόψε; Να, πάρε μερικά λεφτά. Προσκάλεσε τη Zoska έξω για δείπνο, γιατί δεν μπορώ να τελειώσω τη μουσική της ταινίας. Η Zoska  ήταν φυσικά η γυναίκα του. Απ’ όσο γνωρίζω τον εαυτό μου, δε νομίζω πως δέχτηκα τα χρήματα. Τέλος πάντων, οπωσδήποτε όχι αμέσως. Έτσι, έβγαλα τη Zoska έξω για φαγητό. Όταν τη συνόδευσα σπίτι της, μετά τα μεσάνυχτα, η μουσική ήταν έτοιμη»

 

 

Krzysztof Komeda 4tet - Requiem for John Coltrane 1967

Krzysztof Komeda - Piano
Rune Carlsson - Drums
Tomasz Stanko - Trumpet
Roman Dylag - Double Bass

 

Πορτρέτα