Στόχος του Σαίξπηρ είναι να δείξει ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία ή ορισμός του τι είναι έρωτας ή ομορφιά. Ο ποιητής αναδεικνύει απίθανες συζεύξεις λέξεων, ώστε να μετασχηματίσει τις εικόνες των πετραρχικών σονέτων.
Σαν Σήμερα

Είναι τα Σονέτα του William Shakespeare τα πιο ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ;

Μια ανάλυση για το έργο του μεγάλου Άγγλου ποιητή που πέθανε σαν σήμερα, με αφορμή την έκδοση του συνόλου των Σονέτων στα ελληνικά το 2016

Το ελισαβετιανό σονέτο κορυφώνεται ως είδος μέσα από τα 154 άτιτλα, δεκατετράστιχα αριθμημένα σονέτα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ («Shakespeare's Sonnets») που για πρώτη φορά δημοσιεύτηκαν το 1609 από τον Thomas Thorpe στο Λονδίνο.

 

Η έκδοση αυτή σε σχήμα quarto αποτελεί το μόνο τεκμήριο συγγραφής των σονέτων, καθώς χειρόγραφα του Σαίξπηρ δεν έχουν διασωθεί.

 

Το 2016 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά μεταφρασμένα στο σύνολό τους τα «Σονέτα του William Shakespeare» από τις εκδόσεις Gutenberg, σε εισαγωγή-μετάφραση Λένιας Ζαφειροπούλου.

 

Ο αναγνώστης διαπιστώνει στη δίγλωσση αυτή έκδοση ότι η μετάφραση σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο επιτρέπει την πιστότερη απόδοση του πρωτοτύπου στα ελληνικά, προσεγγίζοντας εξαιρετικά την πυκνή αναγεννησιακή γραφή και τον γρήγορο ρυθμό των σονέτων.

 

Το σονέτο είχε ως θέμα του τον έρωτα και δημιουργήθηκε στην Ιταλία τον 14ο αιώνα από τον Πετράρχη, ο οποίος καθιέρωσε το αναγεννησιακό κλισέ της αέρινης, ξανθής, αγνής καλλονής με την οποία ο αγαπών-ποιητής έχει εμμονή.

 

Το σονέτο είχε ως θέμα του τον έρωτα και δημιουργήθηκε στην Ιταλία τον 14ο αιώνα από τον Πετράρχη, ο οποίος καθιέρωσε το αναγεννησιακό κλισέ της αέρινης, ξανθής, αγνής καλλονής με την οποία ο αγαπών-ποιητής έχει εμμονή.

 

Στην εποχή της βασίλισσας Ελισάβετ κυκλοφορούν χιλιάδες σονέτα, κυρίως κατώτερης ποιότητας, που αναπαράγουν κοινότοπα εγκώμια του έρωτα, με επιφανειακό μόνο στόχο την ομοιοκαταληξία. Εξαιρούνται οι μαέστροι του είδους σερ Φίλιπ Σίντνεϊ, Έντμουντ Σπένσερ και Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, που καταφέρνουν επιτυχώς να συνδυάσουν τη διάνοια με τη μουσικότητα των στίχων.

 

 

Ιδιαίτερα ο Σαίξπηρ ανατρέπει τις συμβάσεις και τα πρότυπα του αυλικού έρωτα και γίνεται αντι-πετραρχικός. Στα σονέτα του 1-126 το αντικείμενο του πόθου του είναι ένας νεαρός άνδρας, ενώ στα 127-154 εμφανίζεται η μαύρη κυρία, η μελαχρινή, με τη σύνθετη, ελκυστική προσωπικότητα.

 

Στόχος του Σαίξπηρ είναι να δείξει ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεωρία ή ορισμός του τι είναι έρωτας ή ομορφιά. Ο ποιητής αναδεικνύει απίθανες συζεύξεις λέξεων, ώστε να μετασχηματίσει τις εικόνες των πετραρχικών σονέτων.

 

Παρουσιάζεται έτσι ως ένας υπερευαίσθητος και αυτο-αναλυόμενος εραστής που περιγράφει τα παράδοξα των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και της ίδιας της ζωής. Ας δούμε ως παράδειγμα τους στίχους 9-14 από το σονέτο 109:

 

Στη φύση μου βασίλευσαν όλες οι ασωτίες
Που κάθε σάρκα πολιορκούν, εντούτοις βεβαιώσου,
Ποτέ σε τόσο άλογες δε θα 'φτανα αμαρτίες
Ν' αφήσω για το τίποτα το αμέτρητο καλό σου.
Τίποτα ονομάζω εγώ το άπειρο σύμπαν, αν
Δεν έχω εσένα ρόδο μου, που εντός του είσαι το παν.

 


Στην Εισαγωγή των σονέτων απαντά η απορία του αναγνώστη για την επιλογή του Σαίξπηρ να εκφράσει τον έρωτά του σε έναν νεαρό άνδρα. Στα τέλη του 16ου αιώνα κανείς δεν αυτοπροσδιοριζόταν βάσει της σεξουαλικής του ταυτότητας.

 

Οι σχέσεις μεταξύ ανδρών ήταν πολύ διαχυτικές και σωματικές, οι φίλοι μοιράζονταν τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους, φιλιούνταν και αγκαλιάζονταν γενναιόδωρα και αντάλλασσαν όρκους φιλίας που δεν απείχαν πολύ από το ερωτικό εγκώμιο.

 

Στους κύκλους των αριστοκρατών και των λογίων λατρευόταν το αρχαιοελληνικό ιδεώδες του αρσενικού εφηβικού κάλλους. Εξάλλου, ο Μιχαήλ Άγγελος είχε γράψει κι εκείνος σε έναν αγαπημένο άνδρα, και θα μπορούσε έτσι να αποτελέσει πηγή επιρροής για τον Σαίξπηρ.

 

Εδώ θα συμπλήρωνα ότι ο Σαίξπηρ δεν προσδιορίζει τον έρωτα στο φύλο αλλά παίζει εναλλακτικά με την ιδέα της μείξης των χαρακτηριστικών άνδρα-γυναίκας, για να τον υπερκεράσει και να τον ουδετεροποιήσει:

 

Με το ίδιο της το χέρι η Φύση σου 'χει ζωγραφίσει
Γυναίκας όψη, αφέντη εσύ του πάθους μου κι αφέντρα.
Γυναίκας έχεις καρδιά αβρή που όμως δεν συνηθίζει
Ν' αλλάζει και να στρέφεται σαν μια γυναίκα ψεύτρα.
Το βλέμμα σου είναι καθαρό, δεν κυνηγά εραστές
Χρυσώνει όποιο αντικείμενο τυχαίνει ν' ατενίσεις.
Μορφή έχεις άνδρα, μα σου ανήκουν όλες οι μορφές,
Κλέβεις τα μάτια των ανδρών, γυναίκες καταπλήσσεις. (σον. 20, 1-8)

 

Ως παρενθετικό σχόλιο σε ζητήματα λογοτεχνικής επιρροής, σημειώνω εδώ τη φανταστική βιογραφία της Βιρτζίνια Γουλφ, «Ορλάντο», που διαδραματίζεται αρχικά στην ελισαβετιανή εποχή με ήρωα τον νεαρό ευγενή, ο οποίος τελικά μεταμορφώνεται σε γυναίκα Ορλάντο όταν ξυπνά, έπειτα από διαχρονικό/αλληγορικό ύπνο, στον 20ό αιώνα.

 

Μυθιστόρημα απελευθερωτικό και φόρος τιμής στα πρωτοπόρα σαιξπηρικά σονέτα που εισάγουν την εναλλαγή των στερεότυπων αποδεκτών, του Νεαρού Άνδρα και της Σκοτεινής Κυράς.

 

Ο έρωτας στον Σαίξπηρ αποκτά ιερό χαρακτήρα. Κυριολεκτικά, ο Έρωτας πράττει τα τελετουργικά του Ιερέα σ' έναν κόσμο όπου τα σάρκινα όρια άνδρα-γυναίκας έχουν αλληλο-αναιρεθεί. Υπερβολή; Όχι. Ρητορεία; Όχι. Το Όραμα της Αγάπης; Ναι!

 

Τον γάμο των πιστών ψυχών αιτία μη μου δώσεις
Να εμποδίσω: Η αγάπη δεν ήταν αγάπη
Αν έσπευσε ν' αλλοιωθεί στις πρώτες αλλοιώσεις,
Ή αν με την πρώτη εκτροπή αμέσως εξετράπη.
Ω, όχι! σημάδι στη στεριά είναι που δεν κουνιέται
Ακράδαντη κι ακλόνητη την τρικυμία ατενίζει
Είν' άστρο για την κάθε βάρκα που περιπλανιέται
Όλοι γνωρίζουν το ύψος της, αλλ' όχι πόσο αξίζει.
Ο έρως δεν είν' τρελός του Χρόνου: μες στην επήρεια ας λειώνουν
Του στρογγυλού του δρεπανιού τα μάγουλα, τα χείλη.
Τον έρωτα ώρες και βδομάδες δεν τον αλλοιώνουν
Θ' αντέξει μέχρι το στερνό του κόσμου μας το δείλι.
Αν είναι πλάνη όλ' αυτά και κάποιος τ' αποδείξει,
Ποτέ δεν έγραψα κι ουδείς έχει ποτέ αγαπήσει». (σον. 116)

 

Κι όταν το σονέτο 127 μας εισάγει στην τελευταία ενότητα του έργου, αφιερωμένη στη μελαχρινή ερωμένη, έχουμε ήδη κατανοήσει ότι ο έρωτας στον Σαίξπηρ ξεφεύγει από το πλαίσιο του Χρόνου, τη σύμβαση δηλαδή μιας γραμμικής συνείδησης της ζωής. Έρχεται τώρα ο ποιητής να υμνήσει τη Φύση και την παράδοξη, παρεξηγημένη ομορφιά της:

 

Το κάλλος δεν έχει όνομα ούτε κλίνη ιερή,
Το βεβηλώνουν ή αλλιώς ζει περιφρονημένο.
Γι' αυτό και κορακόμαυρα τα μάτια έχει η κυρά μου,
Κι όμοια τα φρύδια της ντυμένα ίσως γι' αυτούς πενθούν
Που ωραίοι δε γεννήθηκαν και τους ωραίους κάνουν,
Την πλάση με υπόληψη ψευδή συκοφαντούν. (7-14)

 

Στο σονέτο 130 ο εραστής απολογείται περιπαικτικά ότι όντως το μαύρο μοντέλο του δεν έχει την εξαϋλωμένη αγγελική ομορφιά της ξανθιάς αλλά μια μυστηριακή μορφή που τα μάτια της «ωχριούν μπροστά στον ήλιο», το κοράλλι είναι πιο κόκκινο απ' τα χείλη της, «αν το χιόνι είναι λευκό, τότε έχει στήθος πήλινο», «αν είν' άλλα μαλλιά χρυσά, μαύρο έχει αυτή κεφάλι», ούτε οι παρειές της είναι ρόδινες ή δαμασκηνές, τα λόγια της δεν είναι μουσική. Εν κατακλείδι, η φύση της μαύρης κυράς εμφυσά στον ποιητή την πληρότητα μιας αγάπης που σπανίζει:

 

Δεν έχω δει, τ' ομολογώ, θεές να περπατούνε,
Όταν βαδίζει η κυρά μου, το έδαφος σαρώνει.
Κι όμως θαρρώ, μα το Θεό, κι η αγάπη μου είναι σπάνια,
Όπως κι όσες συγκρίνονται αδίκως με τα ουράνια. (11-14)

 

Συχνά, για να κρατήσει την πυκνή μορφολογία του σονέτου των δεκατεσσάρων στίχων και να διαχειριστεί το θέμα του, ο Σαίξπηρ καταφεύγει στη μικροκλίμακα της συνεκδοχικής περιγραφής, δηλαδή τη χρήση λέξεων που αντικαθιστούν το όλον με μέρος του.

 

Χαρακτηριστικά, στο σονέτο 128 εκτυλίσσεται κάτι σαν μουσική παράσταση-μινιατούρα, όπου τα δάκτυλα της ερωμένης πάνω στο κλαβιέ του τσέμπαλου είναι ο πρωταγωνιστής-εκφραστής της κρυφής επιθυμίας του εραστή να φιλήσει την αγαπημένη του.

 

Αριστοτεχνικά, ο Σαίξπηρ συρρικνώνει την κυρά σε χέρι και δάχτυλα, τον ποιητή σε μάτι, αφτί, χείλη. Το αισθητικό πρόβλημα του σονέτου λύνεται, καθώς στο τέλος ο πόθος του εραστή βρίσκει διέξοδο μέσω των αντιπροσώπων των αισθήσεων αφής, όρασης, ακοής:

 

Συχνά, ω μουσική μου εσύ, μια μουσική όταν βγάζεις
Απ' το μακάριο ξύλο αυτό και ο παλμός του φεύγει
Απ' τα γλυκά σου δάχτυλα κι όταν αβρά προστάζεις
Την έγχορδη αρμονία του που το αφτί μου θέλγει,
Λέω πως ζηλεύω αυτά τα πλήκτρα που γοργά πηδούνε
Για ν' ασπασθούν το χέρι σου, το τρυφερό του κοίλο.
Τα χείλη μου τέτοια σοδειά θα 'πρεπε να τρυγούνε:
Στέκουν και κοκκινίζουνε με το θρασύ αυτό ξύλο.
Για να παιχθούν έτσι κι αυτά, αμέσως θ' ανταλλάζανε
Με τα γοργά ξυλάκια σου κατάσταση και ύλη.
Πόσο γλυκά τα δάχτυλά σου τα περιδιαβάζουνε,
Κι ευφραίνουν ξύλα άψυχα, αντί τα ζώντα χείλη!
Μα αφού τ' αυθάδη πλήκτρα σου είν' έτσι ευτυχισμένα,
Τα δάχτυλα δώσε σ' αυτά, τα χείλη σου σ' εμένα.

 

Τα σονέτα του Σαίξπηρ εμπνέουν και μετασχηματίζουν την αντίληψή μας για τα πράγματα, καθώς κάθε ιδέα διερευνάται με πάθος σε βάθος, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η παλλόμενη δυναμική του εύπλαστου αυτού ποιητικού είδους.

 

Στις τελευταίες γραμμές του τελευταίου σονέτου (154) ο έρωτας βρίσκει τις μυθικές του διαστάσεις, καθώς ο «καρδιοκαύτης του πυρσός» παύει μεμιάς τους περιορισμούς της συμβατικής ζωής.

 

Η νύμφη σβήνει τον πυρσό σε δροσερό πηγάδι,
Κι αυτό απ' του έρωτα το πυρ παίρνει αιώνια ζέση
Και γίνεται υγείας λουτρό που θεραπείες μοιράζει.
Πήγα κι εγώ που δούλο της, αχ, η κυρά μου μ' έχει,
Και να τι βρήκα: ναι, ο έρως το νερό φλογίζει,
Μα το νερό τον έρωτα ποτέ δεν τον δροσίζει. (9-14)

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο LIFO.gr το 2016.

 

 

Σαν Σήμερα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια