Το πρόβλημα για την Καμίλ δεν ήταν ότι δεν αγαπήθηκε, αλλά ότι «κακοαγαπήθηκε» (δυστυχώς ο όρος είναι αδόκιμος στην ελληνική γλώσσα, αλλά του αξίζει μια ευκαιρία, αν αναλογιστεί κανείς πόσοι είναι οι «κακοαγαπημένοι» που περιφέρονται ανάμεσα στα πλήθη
Εικαστικά

Η σπαρακτική ιστορία της «κακοαγαπημένης» γλύπτριας Καμίλ Κλοντέλ

Σήμερα συμπληρώνονται 75 χρόνια από το θάνατο της σπουδαίας Γαλλίδας γλύπτριας, της οποίας η διαβόητη ιστορία αγάπης με τον Ογκίστ Ροντέν κατέληξε να είναι γνωστότερη και από το ίδιο το έργο της

Η ζωή και το έργο της Καμίλ Κλοντέλ έχουν καταγραφεί πάρα πολύ καλά, δεδομένης της εποχής της και των τότε διατιθέμενων μέσων. Επιπλέον, κάθε τόσο εμφανίζεται στο σύμπαν των πληροφοριών και κάτι καινούργιο για κείνη – κυρίως λεπτομέρειες, οι οποίες πρώτα χρησιμεύουν για να συμπληρώνουν το προφίλ της ως μυθιστορηματικής φιγούρας ανεπανάληπτων διαστάσεων και μελοδραματισμού και μετά ως ιστορικού προσώπου.


Έτσι, η Καμίλ Κλοντέλ έχει αγαπηθεί κυρίως ως θύμα ενός παράφορου έρωτα και του ότι υπήρξε γυναίκα σε μια εποχή φαλλοκρατικού οίστρου που δύσκολα δικαίωνε τις άξιες γυναίκες που επιθυμούσαν να διεκδικήσουν τη θέση που αναλογούσε στις δυνάμεις τους.

 

Θα της ταίριαζε άραγε να την κοιτάζει κάποιος ως θύτη; Ίσως όχι. Το πιθανότερο είναι ότι αν η ίδια είχε το δικαίωμα να επιλέξει, μάλλον θα απέφευγε να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από το δίπολο που σχετίζεται με τη θυσία για τον άλλο.

 

Κι όμως, η Καμίλ Κλοντέλ σήμερα, σύμφωνα με τον μύθο που έχει στηθεί γύρω από τη ζωή της, αγαπήθηκε από τον πολύ κόσμο ως θύμα κάθε περίστασης στην οποία ενεπλάκη.


Γεννήθηκε το 1864 στην πόλη Fère-en-Tardenois, στη Βόρεια Γαλλία. Ωστόσο, το μέρος που η οικογένεια Κλοντέλ θεωρούσε σπίτι της ήταν το κοντινό χωριό Villeneuve-sur- Fère, (περίπου 110 χλμ ΒΑ του Παρισιού) στο οποίο εγκαταστάθηκαν το 1868.

 

Επιπλέον, υπήρχε και η ομορφιά της. Ένα 20χρονο πια κορίτσι, με μεγάλα σκούρα μπλέ μάτια και μαλλιά μακριά, τα οποία, πολύ συχνά απελευθερώνονταν από τον κότσο στον οποίο ήταν κρατημένα, εξαιτίας των τρανταγμάτων του σώματός της από τα χτυπήματα του σφυριού και του καλεμιού της στο μάρμαρο, με αποτέλεσμα αυτά να ξεχύνονται αισθησιακά στους ώμους και την πλάτη της, αφήνοντας να ξεπηδήσουν μπρούτζινες λάμψεις προς όλες τις κατευθύνσεις, μόλις το φως έπεφτε πάνω τους.


Από το 1870 και μετά, η οικογένεια ακολουθούσε τον πατέρα στις μεταθέσεις του ως ανώτερος δημόσιος υπάλληλος σε Υποθηκοφυλακείο. Επέστρεφαν όμως κάθε χρόνο στο Villeneuve-sur-Fère για τις καλοκαιρινές διακοπές και αυτός ήταν ο λόγος που το σπίτι εκείνο θεωρείτο «το ασφαλές αγκυροβόλιο» όλης της οικογένειας.

 

Παρ' όλ' αυτά οι Κλοντέλ ζούσαν στο Villeneuve κάπως απομονωμένοι από τους συγχωριανούς. Ένας βασικός λόγος ήταν ότι δεν εμφανίζονταν τις Κυριακές στην εκκλησία. Γενικότερα όμως, έδειχναν -και πράγματι ήταν- «περίεργοι». Ο πατέρας Λουί-Προσπέρ Κλοντέλ ήταν πολύ μεγάλος για να σέρνει πίσω του μια τόσο νεαρή οικογένεια. Κι ακόμα χειρότερα, δεν έκρυβε ποτέ τον θαυμασμό του για την μεγάλη κόρη του την Καμίλ. Ούτε έχανε ευκαιρία να εκφράσει περήφανα και δημοσίως τη βεβαιότητά του ότι θα γίνει σπουδαία γλύπτρια.


Αντίθετα, η μητέρα Λουίζ Αταναίζ Κλοντέλ ήταν πάντα προσκολλημένη στην κόρη της Λουίζ – το μεσαίο παιδί της οικογένειας, που ήταν κατά 2 χρόνια νεότερη της Καμίλ. Η μητέρα Κλοντέλ ήταν μονίμως σκοτεινή και ολιγόλογη. Δεν καταλάβαινε τη συμπεριφορά του συζύγου της, αλλά ούτε και της Καμίλ, της οποίας η γενικότερη διαγωγή της προκαλούσε ντροπή.

 

Αφανής παρατηρητής αυτής της οικογενειακής πόλωσης ήταν ο μικρός γιος Πολ. Κατά 4 χρόνια νεότερος της Καμίλ, ο Πολ όποτε δεν ήταν κρυμμένος στις φούστες της αδελφής του για να μην τον βλέπουν, ήταν χαμένος στα βιβλία του (και κυρίως στα λεξικά του). Ήταν σαν να υπήρχε στην οικογένεια μόνο για την Καμίλ.


Το 1881, η οικογένεια εγκαθίσταται στο Παρίσι, προκειμένου να ευοδωθούν οι φιλοδοξίες του κυρίου Κλοντέλ για την ανάδειξη σε καλλιτέχνες και των τριών παιδιών του.

 

Η Καμίλ Κλοντέλ με την οικογένειά της στο Παρίσι.


Ο γλύπτης Alfred Boucher, ήταν ο πρώτος «επαΐων» που επιβεβαίωσε στην οικογένεια το «δώρο ζωής» που συνιστούσε το εξαιρετικό ταλέντο στην γλυπτική της Καμίλ. Υπήρξε και ο πρώτος δάσκαλός της στο Παρίσι – στην ιδιωτική ακαδημία που δεχόταν γυναίκες σπουδάστριες.


Η Καμίλ ήταν αφοσιωμένη φοιτήτρια της Ακαδημίας, υπό την έννοια ότι εργαζόταν σκληρά και αδιάκοπα και όχι επειδή πίστευε ότι η φοίτηση εκεί της πρόσφερε κάποια γνώση σημαντικότερη, πλατύτερη και ουσιαστικότερη από εκείνην που από μόνη της ένιωθε ότι κάπως έφερε πάντα μέσα της – εκ γενετής, από τη φύση της.


Το 1882, και ενώ ήταν μόλις 17 ετών, η Καμίλ συμμετείχε στο Σαλόνι Γλυπτικής του Μαΐου, στο Παρίσι, με ένα γύψινο μπούστο γηραιάς γυναίκας το οποίο ο Τύπος χαρακτήρισε «έργο σοβαρό και προσεκτικά μελετημένο». Αυτή ήταν η πρώτη ευρεία αναφορά στο πρόσωπό της ως γλύπτρια και σε έργο της.


Ο Alfred Boucher ήταν εκείνος που έφερε για πρώτη φορά σε επαφή την Καμίλ με τον Ογκίστ Ροντέν. Τον συνέστησε ως αντικατάσταση καθηγητή γλυπτικής, επειδή ο ίδιος θα αναχωρούσε στην Ιταλία.

 

Η Καμίλ Κλοντέλ και η φίλη της Ghita Theuriet, φωτογραφίζονται στο στούντιο του γλύπτη Alfred Boucher, το 1880.


Μέχρι τότε για την Καμίλ, ο Ροντέν ήταν ένα όνομα που κυριαρχούσε στις συζητήσεις για την τέχνη της γλυπτικής. Τώρα, ήταν πια ένας κοντούλης κύριος, μύωψ, με τα μαλλιά κουρεμένα τόσο κοντά ώστε οι τρίχες να στέκονται όρθιες στο κεφάλι του και με μια κοκκινωπή γενειάδα, παχιά και μακριά, που ήταν ό,τι πιο επιβλητικό υπήρχε στην εμφάνισή του.


Όμως, η στιγμή που ο Ροντέν φάνταζε πραγματικά τρομερός για τον κόσμο γύρω του ήταν όταν μιλούσε για κάποιο γλυπτό. Ο τόνος της επιχειρηματολογίας του περιείχε τόση βεβαιότητα, που αυτομάτως έπειθε για την αυθεντία του. Η καημενούλα η Καμίλ ένιωσε να την κυριεύει ένα συναίσθημα δέους όταν εκείνος άρχισε να εκθειάζει το μπούστο του 16χρονου αδελφού της Πολ, (με μορφή νεαρού Ρωμαίου), που είχε φιλοτεχνήσει εκείνη την ίδια χρονιά, το 1884.


Ταράχτηκε τόσο από τα καλά λόγια του, που έφυγε τρέχοντας στον δρόμο, κατακλυσμένη από ένα είδος απρόσφορης ντροπής και ξεχνώντας να πάρει το καπέλο της.


Όταν αργότερα επέστρεψε στο ατελιέ, είχαν όλοι φύγει. Βρήκε όμως πάνω στο γλυπτό της ένα μικρό σημείωμα από τον Ροντέν που την προσκαλούσε να τον επισκεφθεί το εργαστήριό του. Όποτε εκείνη ήθελε. Ήταν η πρώτη υπογραφή «εν λευκώ» που ο Ροντέν της παρέδιδε.

 

Πορτρέτο του Ροντέν από τον Jean de Calan. © Musée Rodin.


Εκείνη πράγματι τον επισκέφτηκε σύντομα, νιώθοντας ξανά δέος, αυτή τη φορά για τον χώρο στον οποίο βρέθηκε και για τον δυναμισμό του, με όλα εκείνα τα τεράστια κομμάτια μαρμάρου που περίμεναν τον μετρ να μεγαλουργήσει. Ωστόσο, χρειάστηκε να παρέλθει ένας χρόνος μέχρι να γίνει δεκτή ως εργαζόμενη εκεί, σε θέση διαφορετική από εκείνη του μοντέλου. Ήταν μάλλον φυσιολογικό, επειδή ήταν ανήκουστο να διεκδικεί την αναγνώρισή της ως γλύπτρια σε ένα τόσο κλειστό ανδροκρατούμενο συντεχνιακό περιβάλλον.

 

Επιπλέον, υπήρχε και η ομορφιά της. Ένα 20χρονο πια κορίτσι, με μεγάλα σκούρα μπλε μάτια και μαλλιά μακριά, τα οποία, πολύ συχνά απελευθερώνονταν από τον κότσο στον οποίο ήταν κρατημένα, εξαιτίας των τρανταγμάτων του σώματός της από τα χτυπήματα του σφυριού και του καλεμιού της στο μάρμαρο, με αποτέλεσμα αυτά να ξεχύνονται αισθησιακά στους ώμους και την πλάτη της, αφήνοντας να ξεπηδήσουν μπρούτζινες λάμψεις προς όλες τις κατευθύνσεις, μόλις το φως έπεφτε πάνω τους.

 

Αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί εύκολα το συνάφι: ο εχθρός είχε εισχωρήσει εντός των τειχών.

 

Παρ' όλες τις αντιξοότητες όμως, η Καμίλ κατέκτησε τη θέση της εκεί, αλλά και σεβασμό, χάρη στην ικανότητά της στη γλυπτική. Ο Ροντέν της ζήτησε να συμμετέχει σε δύο πολύ σημαντικές παραγγελίες που είχε αναλάβει: τις «Πύλες της Κολάσεως» και τους «Αστούς του Καλαί». Εκείνη θα αναλάμβανε να φτιάξει τα χέρια και τα πόδια «που είναι η πιο δύσκολη δουλειά» όπως της είχε πει.

 

Την ίδια εποχή η Καμίλ πόζαρε ως μοντέλο, αλλά μόνο σε κείνον. Ως εκ τούτου, δεν αργεί καθόλου η ώρα που γίνονται και εραστές.

 

Η Καμίλ (αριστερά) με την Jessie Lipscomb, το 1885. Φωτο: William Elborne.


Εκείνος είναι τότε 45 ετών. Συζεί ήδη επί 20 χρόνια με μια γυναίκα ταπεινή και αταίριαστη με τη ζωή και τις αξιώσεις του, αλλά κυρίως αδαή σε σχέση με το έργο και την δική του καλλιτεχνική φύση. Μια γυναίκα που της αρκεί να τον υπηρετεί και που παραβλέπει τις δικές του πολυάριθμες απιστίες. Μαζί της έχει αποκτήσει έναν γιο, ο οποίος είναι δύο χρόνια νεότερος από την Καμίλ.


Ο Ροντέν όμως έχει ερωτευτεί την πανέμορφη, νεότατη και ταλαντούχα μαθητευόμενη του. Όποτε βρίσκονται μαζί στο ατελιέ ή στο κρεβάτι αναγνωρίζει ο ένας στον άλλο φλέβες γαλάζιες, σαν εκείνες που είχε μόνο ο Μικελάντζελο. Η συγκεκριμένη μεταξύ τους ταύτιση ήταν πρωτόγνωρη και για κείνον και για κείνην. Επιπλέον ήταν εξαιρετικά σπάνια και υψίστης σημασίας και για τους δύο.


Το «τρίγωνο σχήμα με συμβία και σταθερή ερωμένη», στο οποίο βρέθηκε παγιδευμένος ο Ροντέν, ο κυνισμός της σημερινής εποχής θα το πέταγε, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, στον κάδο απορριμμάτων με τις ανδρικές «κρίσεις μέσης ηλικίας». Ως μια αφόρητη μπαναλιτέ, ένα στείρο ναρκισσιστικό σύμπτωμα που προκαλεί βαρεμάρα από την πρώτη στιγμή που ανακοινώνεται.


Κι όμως, το ίδιο αυτό σχήμα στηρίζει, από τότε μέχρι και σήμερα, τον μύθο ενός μεγάλου έρωτα και μιας εξίσου μεγάλης εγκατάλειψης. Και ο μύθος αυτός συγκινεί και θα συγκινεί στο διηνεκές, επειδή έχει πλέον κατακτήσει πολύ μεγαλύτερη αίγλη και γοητεία από τα πραγματικά γεγονότα.

 

La Valse, Camille Claudel 1889-1905. Φωτογραφία: Marco Illuminati © Musée Camille Claudel


Η ευτυχισμένη περίοδος του ζεύγους Ογκίστ Ροντέν και Καμίλ Κλοντέλ διάρκεσε 9 χρόνια, από το 1884 μέχρι το 1893. Αν ήθελε κάποιος να προσδιορίσει μια ακόμα πιο ατόφια περίοδο ευτυχίας στη σχέση τους θα την όριζε μεταξύ 1888 και 1892. Δηλαδή, ξεκινά την εποχή που ο Ροντέν νοικιάζει το «εξοχικό ατελιέ» La Folie-Neubourg για να δουλεύουν μόνο οι δυο τους απομονωμένοι εκεί. Και διαρκεί μέχρι τη στιγμή που η Καμίλ νοικιάζει δικό της ατελιέ στο Παρίσι, στη λεωφόρο de La Bourdonnais, γεγονός που σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία βρίσκονται σε μια σχετική διάσταση, προτού χωρίσουν.

 

Σύμφωνα με αυτό τον υπολογισμό η ατόφια ευτυχία τους διάρκεσε 4 χρόνια. Άλλοι πάλι θα προτιμούσαν να θεωρήσουν ότι έζησαν την περίοδο της μεγάλης αγάπης τους μεταξύ 1886 και 1891. Θα παράβλεπαν δηλαδή την πρώτη διετία της σχέσης τους επειδή, παρά το πάθος που υπήρχε μεταξύ τους, την έζησαν κρυφά και σχεδόν στα κλεφτά. Έτσι θα τοποθετούσαν την αρχή της πραγματικής αμεριμνησίας τους το 1886 που ήταν μια χρονιά κατά την οποία συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην οικογένεια Κλοντέλ, (η Λουίζ αρραβωνιάζεται και ο Πολ ασπάζεται τον Καθολικισμό) αλλά κυρίως επειδή τότε η Καμίλ εγκαταλείπει την πατρογονική εστία. Το τέλος αυτής της περιόδου θα προσδιοριζόταν από ένα «στεφάνωμα» της Καμίλ από τον Ροντέν, ο οποίος όντας ιδρυτικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρίας Καλών Τεχνών, που οργάνωνε πλέον δικό της «σαλόν» γλυπτικής, όρισε την Καμίλ μέλος της κριτικής επιτροπής της. Με βάση αυτόν τον τελευταίο υπολογισμό το ζεύγος πέρασε 5 χρόνια ατόφιας ευτυχίας.


Όμως, είτε ήταν τελικά 9, είτε 5 , είτε 4 τα χρόνια της αληθινής ευτυχίας τους, υπήρξαν πολλά σε κάθε περίπτωση. Πόνεσαν όμως, όπως είναι φυσιολογικό για όλα τα θύματα της πίστης στο «για πάντα».

 

Με τα σημερινά κριτήρια όμως δεν θα έπρεπε καν να παραπονεθούν. Στις μέρες μας, περνά κάποιος έξι μήνες απλής χαράς και αυτό του φτάνει για να τον συγκρατεί ώστε να μην διαλύεται σε κομματάκια, καθ' όλη την υπόλοιπη πορεία της θλιβερής ζωής του. Εκτός κι αν είναι σαν την Καμίλ Κλοντέλ, όπου η αυτοδιάλυση ήταν κάτι το δομικά προγραμματισμένο.

 

Η Καμίλ Κλοντέλ φωτογραφίζεται με την οικογένεια του John Webb Singer


Αν έπρεπε κάποιος να υπεραπλοποιήσει τα αίτια που έκαναν την Καμίλ να απομακρυνθεί από τον Ροντέν το 1893 και στη συνέχεια να ακολουθήσει την πορεία μέσα στην τρέλα και την κατάληξη της στο τρελοκομείο 20 χρόνια αργότερα, θα έλεγε ότι αυτά ήταν δύο.

 

Το πρώτο ήταν ότι ο δεσμός της με τον Ροντέν δεν αποκτούσε μία ευρέως αποδεκτή για την εποχή κοινωνική διάσταση – εκείνος δεν την παντρευόταν κι εκείνη είχε εξαρχής πρόβλημα μ' αυτό.


Η Καμίλ ζητούσε πάντα από τον Ροντέν να την παντρευτεί, αφού «αποπέμψει» την Ροζ Μπερέ Μινιόν (με την οποία, παρά την πολυετή συμβίωση και τον γιο τους, ο Ροντέν δεν ήταν παντρεμένος για να τίθεται θέμα μεταξύ τους διαζυγίου).

 

Το φθινόπωρο του 1886, η Καμίλ που ήταν έτσι κι αλλιώς κτητική απέναντι του και ζηλότυπη ακόμα και για τις αντεράστριες της που περιστασιακά βρίσκονταν στο κρεβάτι του, υποχρέωσε τον Ροντέν να της υπογράψει ένα μεταξύ τους συμβόλαιο, βάσει του οποίου εκείνος δεν θα είχε στο ατελιέ του καμιά άλλη μαθητευόμενη πέραν εκείνης, θα την προστάτευε μέσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους και επιστρέφοντας στο Παρίσι από ένα ταξίδι που θα έκαναν μαζί στην Ιταλία ή στη Χιλή θα την νυμφευόταν. Ο Ροντέν υπέγραψε πράγματι εκείνο το συμβόλαιο στις 12 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς.


Η Καμίλ είχε την ατυχία να είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας Κλοντέλ, αλλά το πρώτο που επέζησε. Γεννήθηκε μετά από ένα αγοράκι που απεβίωσε σε ηλικία 16 ημερών. Η κυρία Κλοντέλ, γεννώντας την Καμίλ, της μετέφερε όλο το φόβο της ότι ένας ακόμα παιδικός θάνατος θα μπορούσε να επέλθει και να την βυθίσει ξανά σε ένα αφόρητο πένθος. Έτσι μετάλλαξε εκείνον τον φόβο σε μια απόρριψη του νεογέννητου.

 

Πορτρέτο της Καμίλ Κλοντέλ.
Η Καμίλ φωτογραφίζεται από τον Nadar, στο στούντιο του στο Παρίσι το 1887.

 

Η Καμίλ ήταν ένα ανεπιθύμητο μωρό για τη μητέρα της. Ο Λουί-Προσπέρ Κλοντέλ διαβεβαίωνε ωστόσο την Καμίλ ότι η μητέρα της την αγαπά, «αλλά με τον τρόπο της». Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα για την Καμίλ δεν ήταν ότι δεν αγαπήθηκε, αλλά ότι «κακοαγαπήθηκε» (δυστυχώς ο όρος είναι αδόκιμος στην ελληνική γλώσσα, αλλά του αξίζει μια ευκαιρία, αν αναλογιστεί κανείς πόσοι είναι οι «κακοαγαπημένοι» που περιφέρονται ανάμεσα στα πλήθη, υποφέροντας οι ίδιοι άθελά τους, αλλά και κάνοντας άλλους να πονούν).


Η προβληματική σχέση της κυρίας Κλοντέλ με την Καμίλ είχε και δεύτερο σκέλος: την αδυναμία που έδειχνε ο Λουί-Προσπέρ Κλοντέλ για την κόρη του. Δεν υπάρχει πιο καταστροφική σχέση για μια κόρη από το να έχει ως αντίζηλο της για την καρδιά του πατέρα, τη ίδια τη μητέρα της.


Δεν υπήρχε σωτηρία από το σχήμα των ασυνείδητων δυνάμεων που κατεύθυναν τη στάση της κυρίας Κλοντέλ απέναντι στη Καμίλ.

 

Η καταδίωξη και η ματαίωσή της από την μητέρα της ήταν διαρκής και ανελέητη. Κι όταν πια έγινε γνωστή η σχέση της Καμίλ με τον Ροντέν, η κυρία Κλοντέλ γινόταν ακραία, απορρίπτοντας την κόρη της ολοκληρωτικά και αδυσώπητα. Η Καμίλ που όπως κάθε κόρη σε μια τέτοια συνθήκη ελπίζει πάντα ότι η στάση της μητέρας της θα αλλάξει, για να καθοδηγηθεί από την μητρική αγάπη, είχε αρχίσει να απελπίζεται.


Γι' αυτό και πίστευε πως, αν την παντρευόταν ο Ροντέν, ίσως κατάφερνε να κλείσει το μέτωπο στο οποίο έχανε τις περισσότερες δυνάμεις της: αυτό με τη μητέρα της.

 

Ο Ροντέν στο ατελιέ του, περ. 1905. Φωτο: Albert Harlingue © Musée Rodin


Ο Ροντέν από την πλευρά του ήταν ένας άνδρας γεννημένος πατριάρχης, ένας ικανός αρχηγός της πρωταρχικής ανθρώπινης ορδής. Αλλά αυτό το βίωνε κατά τα εξευγενισμένα πρότυπα που είχε θέσει για τον ρόλο ο Βίκτωρ Ουγκώ: με πίστη στην ανθρώπινη αξία, όπως επίσης και στην ελευθερία του ατόμου. Του φαινόταν αδύνατον και άδικο να εγκαταλείψει την Ροζ Μπερέ Μινιόν, (την οποία παντρεύτηκε τελικά όταν και οι δύο βρίσκονταν σχεδόν στο νεκροκρέβατό τους, το 1917).

 

Κι έτσι, ο Ροντέν και η Καμίλ, δύο σημαντικότατοι γλύπτες της εποχής τους, που ύψωσαν τις σμίλες τους κόντρα σε δύο αιώνες νεοκλασικισμού και κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τις φόρμες και τα στεγανά του, και που τελικά έθεσαν πράγματι νέους όρους αισθητικής στην γλυπτική, οι οποίοι με τη σειρά τους αξιολογήθηκαν ως προάγγελοι του μοντερνισμού, δεν μπόρεσαν να αντιταχθούν στο μπουρζουά και μικροαστικό πεπρωμένο του γάμου προκειμένου να υπερασπιστούν το αίσθημα που τους έφερνε κοντά.

 

Το δεύτερο αίτιο για τη διάλυση της σχέσης τους, ίσως να ήταν ο αισθητός και ο ανεπαίσθητος μεταξύ τους ανταγωνισμός για το ποιος είναι σπουδαιότερος καλλιτέχνης.


Μπορεί να έβλεπε ο ένας στα χέρια του άλλου τις γαλάζιες καλλιτεχνικές φλέβες του Μικελάντζελο, αλλά η ταύτισή τους σταματούσε εκεί. Δεν έμοιαζε απαραίτητο οι φλέβες αυτές να είναι ίδιες. Το ερώτημα λοιπόν που τους κατέτρωγε ήταν ποιος από τους δύο είχε τις πιο γαλάζιες.

 

L’Âge mûr, Camille Claudel, 1890-1907. Φωτογραφία: Marco Illuminati © Musée Camille Claudel


Από το 1893, η Καμίλ άρχισε να απομακρύνεται από τον Ροντέν και να αφοσιώνεται στη δουλειά της. Ένιωθε «εξουθενωμένη» από την κριτική, η οποία, ακόμα και όταν ήταν πολύ θετική για το έργο της, είχε την τάση να το «καλύπτει» κάτω από το πέπλο μιας ομοιότητας του με εκείνο του «δασκάλου της». Ενώ η ίδια πίστευε ότι η ροή των ιδεών γινόταν με αντίθετη φορά: από την ίδια προς εκείνον.


Η πικρία της την οδήγησε προοδευτικά στην ψυχική αποδιοργάνωσή της και στην εκδήλωση της παραληρηματικής παράνοιάς της. Ο Ροντέν ήταν πλέον ο διώκτης της.


Ποιος από τους δύο θα μπορούσε να έχει κάποιο δίκιο ως προς αυτό; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Η Καμίλ ήταν προσκολλημένη στη μεγαλομανή ιδέα για τον εαυτό της ότι γεννήθηκε κατέχοντας το σύνολο των γνώσεων που θα μπορούσε να αποκτήσει ποτέ ο άνθρωπος για την γλυπτική. Ενώ ο Ροντέν, πίστευε ότι, επειδή της είχε μάθει όλη την τέχνη του, εκείνη κατάφερε να φτάσει στο επίπεδο που είχε κατακτήσει.


Η έπαρση του καλλιτέχνη που πιστεύει στην ανωτερότητα της τέχνης του έναντι εκείνης όλων των άλλων είναι ένα φαινόμενο γενικό και πέρα από τις προσωπικότητες και την εποχή τους. Πρόκειται για σύμπτωμα από το οποίο δεν γλυτώνει κανείς. Για να αποκαλύπτεται πόσο καθηλωτικό και στείρο είναι θα μπορούσε να ονομάζεται περιφρονητικά «καλλιτεχνίλα». Πρόκειται για την αυταπάτη να θεωρείς πλεονέκτημά σου, την εμμονή σου που σου βάζει τρικλοποδιά.


Από το 1893 μέχρι το 1908, η Καμίλ κάνει μια αξιόλογη πορεία. Εκθέτει τακτικά στα Σαλόνια Γλυπτικής, αποκτά σημαντικές φιλίες και μία μαικήνα, την Κόμισσα ντε Μαιγκρέ. Κάνει επίσης δύο ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί.

 

Η Καμίλ Κλοντέλ στο άσυλο Montdevergues το 1929.Φωτογραφία: William Elborne


Ο Ροντέν δεν σταματά ποτέ να παρακολουθεί την πορεία της και συχνά να την βοηθά κρυφά, είτε φροντίζοντας να πάρει κάποια χρήματα για το ενοίκιο και τη θέρμανση του ατελιέ της, είτε παρεμβαίνοντας υπέρ της σε ζητήματα προβολής της δουλειάς της. Το 1904 δημιουργεί ένα μπούστο που υποτίθεται ότι δείχνει τη Γαλλία με το σκουφί της επανάστασης και το οποίο έχει τη μορφή της Καμίλ σε νεανική ηλικία.


Το 1906 η Καμίλ για πρώτη φορά επιτίθεται στη δουλειά της και την καταστρέφει. Η πιο σταθερή αποδιοργάνωσή της όμως ξεκινά από το 1911, όταν εκδηλώνεται ακόμα εντονότερο το άγχος της ότι την καταδιώκει «ο Ροντέν και η σπείρα του».


Το 1913, πεθαίνει ο πατέρας της, ο οποίος ήταν ο μόνος αληθινός υποστηρικτής της που της απέμενε. Η Καμίλ δεν πληροφορήθηκε από κανέναν το θάνατό του κι έτσι δεν παρευρέθηκε στην κηδεία του. Μία βδομάδα αργότερα, κατόπιν αιτήματος της οικογένειάς της, ένας ψυχίατρος εξέδωσε τα σχετικά έγγραφα ώστε η Καμίλ να κλειστεί σε άσυλο ψυχοπαθών. Και έμεινε έτσι εσώκλειστη για 30 χρόνια μέχρι το θάνατό της το 1943.


Η μητέρα και η αδελφή της δεν την ξαναείδαν ποτέ, ενώ ο αδελφός της Πολ την επισκέφθηκε συνολικά περί τις δέκα φορές.

Σαν Σήμερα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εφτά μέρες χωρίς κυβέρνηση

Σαν Σήμερα Εφτά μέρες χωρίς κυβέρνηση

12.10.2019
Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας»

Σαν Σήμερα Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας»

8.10.2019
Κώστας Ταχτσής: Η ανά τον κόσμο περιπλάνηση και η ελληνική γειτονιά ως «καταραμένες αντιφάσεις»

Σαν Σήμερα Κώστας Ταχτσής: Η ανά τον κόσμο περιπλάνηση και η ελληνική γειτονιά ως «καταραμένες αντιφάσεις»

8.10.2019
Μπέτι Ντέιβις: Η σταρ που «έκανε τα πάντα με τον δυσκολότερο τρόπο».

Σαν Σήμερα Μπέτι Ντέιβις: Η σταρ που «έκανε τα πάντα με τον δυσκολότερο τρόπο».

6.10.2019
«Μείνετε αχόρταγοι, μείνετε τρελαμένοι!»: Η φιλοσοφία του Στιβ Τζομπς σε 4 λέξεις

Σαν Σήμερα «Μείνετε αχόρταγοι, μείνετε τρελαμένοι!»: Η φιλοσοφία του Στιβ Τζομπς σε 4 λέξεις

5.10.2019
«Πού πήγαν όλοι;»:  Το πρώτο επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτος» προβλήθηκε ακριβώς πριν από 60 χρόνια

Σαν Σήμερα «Πού πήγαν όλοι;»: Το πρώτο επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτος» προβλήθηκε ακριβώς πριν από 60 χρόνια

3.10.2019
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: ο ζωγράφος που ο Πικάσο αποκαλούσε «πατέρα»

Σαν Σήμερα Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: ο ζωγράφος που ο Πικάσο αποκαλούσε «πατέρα»

1.10.2019
Σπεράντζα Βρανά: «Ευτύχησα να πηδηχτώ καλά όταν έπρεπε!..»

Σαν Σήμερα Σπεράντζα Βρανά: «Ευτύχησα να πηδηχτώ καλά όταν έπρεπε!..»

29.9.2019
Πόλυ Πάνου: Έξι χρόνια από τον θάνατο της μεγάλης λαϊκής τραγουδίστριας

Σαν Σήμερα Πόλυ Πάνου: Έξι χρόνια από τον θάνατο της μεγάλης λαϊκής τραγουδίστριας

27.9.2019
Η Γκούινεθ Πάλτρου κλείνει τα 47: Μικρή αναδρομή στην καριέρα της

Σαν Σήμερα Η Γκούινεθ Πάλτρου κλείνει τα 47: Μικρή αναδρομή στην καριέρα της

27.9.2019