Το προσωνύμιό του ήταν «Μάγος», όχι μόνο γιατί ο Φελίνι μάγευε το κοινό με τις ταινίες του, αλλά και γιατί ήταν «μαγικός», ο ίδιος, σαν σκηνοθέτης.
Σαν Σήμερα

«Σατυρικόν»: 50 χρόνια από τη θρυλική ταινία του Φελίνι, με αφορμή την επέτειο γέννησής του

Η πορεία της ταινίας στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’70, η υποδοχή, οι κριτικές που πήρε και η φήμη που απέκτησε

Ο μέγας Ιταλός σκηνοθέτης Federico Fellini (Φεντερίκο Φελίνι) γεννήθηκε στο Ρίμινι, την 20η Ιανουαρίου 1920 και πέθανε στη Ρώμη 73 χρόνια αργότερα, την 31η Οκτωβρίου 1993. Το προσωνύμιό του ήταν «Μάγος», όχι μόνο γιατί ο Φελίνι μάγευε το κοινό με τις ταινίες του, αλλά και γιατί ήταν «μαγικός», ο ίδιος, ως σκηνοθέτης.

 

Ό,τι έβλεπες απ' αυτόν ήταν ανεπανάληπτο. Ήταν Φελίνι και μόνο Φελίνι. Η μαγεία ήταν συστατικό στοιχείο των ταινιών του, οι περισσότερες από τις οποίες διέθεταν πλείστα όσα αυτοβιογραφικά στοιχεία, με το κομμάτι της φαντασίας να εισρέει μέσα σ' αυτές, μεταβάλλοντάς τες σε κάτι εξώκοσμο, ονειρικό ή και παραισθητικό.

 

Κάθε φίλος του κινηματογράφου θα υποκλίνεται στο ταλέντο αυτού του ανθρώπου και κάθε σινεφίλ θα μπορεί να διαλέξει τουλάχιστον δυο-τρεις ταινίες του, έτσι ως «αλησμόνητες», ως φάρους παντοτινούς της κινηματογραφικής Τέχνης.

 

Προσωπικά μου κόβονται τα ήπατα όταν βλέπω το Toby Dammit, το επεισόδιο που σκηνοθέτησε στην σπονδυλωτή ταινία Histoires Εxtraordinaires (1968), που αφορούσε μεταφορές στο σινεμά ιστοριών του Έντγκαρ Άλαν Πόε (τα άλλα δύο επεισόδια είχαν σκηνοθετήσει οι Ροζέ Βαντίμ και Λουί Μαλ), ενώ μένω άναυδος από το 8 ½ (1963), το Σατυρικόν (1969) και το Άμαρκορντ (1973), δίχως να παραγνωρίζω ή να υποτιμώ, εννοείται, ακόμη και τα τελευταία έργα του.

 

Ένα βασικό ζήτημα σε σχέση με το «Σατυρικόν» του Φελίνι είναι η παρακολούθησή του, καθότι η ταινία αναπτύσσεται τελείως ανορθόδοξα. Πράγμα που σημαίνει πως ένας αμύητος θεατής θα δυσκολευτεί να τη δει.

 

Στη φιλμογραφία του Φεντερίκο Φελίνι το Σατυρικόν είναι η ταινία εκείνη που δίχασε κοινό και κριτικούς, που δημιούργησε πάμπολλες συζητήσεις στην εποχή της (φυσικά σε κάθε εποχή είναι ικανή να διεγείρει τις αισθήσεις, προκαλώντας σχόλια επί σχολίων), χτίζοντας όμως, παράλληλα, κι έναν μύθο. Ένα μύθο, που περιστράφηκε γύρω από το παρασκήνιο, τα γυρίσματα, τους πρωταγωνιστές της, τους στόχους της ως αισθητικό και κοινωνικό γεγονός και φυσικά γύρω από τον ίδιον τον Φελίνι.

 

Το στόρι της ταινίας είναι δύσκολο να το μεταφέρεις σε λίγες γραμμές, επειδή η ίδια η ταινία του Φελίνι, με τον χαοτικό τρόπο που είναι αρθρωμένη, δεν σου παρέχει καμία τέτοια δυνατότητα.

 

Να πούμε, κατ' αρχάς, πως ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας ήταν Fellini Satyricon (και με αυτόν τον τίτλο συνέβη η πρώτη προβολή στη Ρώμη την 3η Σεπτεμβρίου 1969 και σε όλη την Ιταλία την 18η Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς). Και τούτο, γιατί είχε προηγηθεί μια άλλη ιταλική ταινία με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, το Satyricon του Gian Luigi Polidoro, που είχε κάνει πρεμιέρα την 27η Μαρτίου 1969. Μάλιστα, είχαν πέσει και μηνύσεις ανάμεσα στους παραγωγούς των δύο ταινιών – μηνύσεις, πάντως, που δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον τίτλο... Fellini Satyricon, ασχέτως αν εμείς, εδώ στην Ελλάδα, την ταινία τη μάθαμε και την είδαμε ως απλά Σατυρικόν.

 

Θέλει προσοχή, λοιπόν, όταν γίνονται κείμενα στο δίκτυο (για τον Φελίνι) και αναζητείται φωτογραφικό υλικό (και από το Σατυρικόν). Το λέω, γιατί έχω δει σε σοβαρά, υποτίθεται, σάιτ, να εικονίζονται φωτογραφίες από το Satyricon του Polidoro, ενώ το κείμενο έχει να κάνει με τον Μάγο!

 

Πολύ πριν προβληθεί η ταινία στην Ιταλία, και φυσικά στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ελλάδα, το Σατυρικόν αρχίζει να απασχολεί και τα δικά μας έντυπα. Έτσι στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (τεύχος 26, Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 1969) υπάρχει πολυσέλιδο άρθρο για την ταινία, που τότε βρισκόταν στα γυρίσματά της, γραμμένο από την Grazia Livi (σημαντική Ιταλίδα δημοσιογράφος της εποχής). Προφανώς το κείμενο ήταν μεταφρασμένο από κάποιο από τα περιοδικά, με τα οποία συνεργαζόταν τότε η Livi (πιθανώς το Epoca). Το άρθρο περιλάμβανε κρίσεις της Livi, όπως και λόγια του Φελίνι.

 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε μια κριτική του θάβει το «Σατυρικόν», όταν εκείνο αρχίζει να προβάλλεται στις αίθουσες, καθώς αποφαίνεται πως πρόκειται για μια «κακή» ταινία, δίνοντας μηδέν «αστέρια» στα πέντε(!), μάλλον επηρεασμένος πιο πολύ απ' αυτά που έλεγε ο Φελίνι στις συνεντεύξεις του, παρά από την ταινία αυτή καθ' αυτή.

 

Ξεκινά η Livi:

«Καμία άλλη ταινία τα τελευταία χρόνια δεν έχει προκαλέσει τόσο θόρυβο όσο το «Σατυρικόν», που σκηνοθετεί ο Φελίνι. Κάθε μέρα στην Τσινετσιτά κάποιος διάσημος δημοσιογράφος φθάνει, κάποιος φωτορεπόρτερ ξένος προαναγγέλλει με ένα τηλεγράφημα την επίσκεψή του, κάποιο τηλεοπτικό δίκτυο πηγαίνει και τοποθετεί τους προβολείς και τα καλώδιά του. Η ατμόσφαιρα με άλλα λόγια έχει εκείνο τον πυρετό και συγχρόνως την οργάνωση που χαρακτηρίζουν τις μεγάλες περιπτώσεις. Γιατί αυτό; Ο Φεντερίκο Φελίνι δεν δείχνει καμιά έκπληξη, όταν τον ρωτούν στα διαλείμματα της δουλειάς του. Είναι κουκουλωμένος με ένα πανωφόρι σε χρώμα σάπιου φύλλου και η κορμοστασιά του με τα χρόνια βαραίνει. Και το πρόσωπό του ακόμη είναι πιο μαλακό (πρόσωπο θερμόαιμου Ρωμαίου που τον πήραν τα χρόνια) και η φωνή του όπως πάντα ψιλή σε τόνο και πολύ ευγενική».

 

Και ο Φελίνι:

«Η αλήθεια είναι πως από όλες τις ταινίες μου το "Σατυρικόν" είναι το πιο απαιτητικό, το πιο δύσκολο. Είναι πιο δύσκολο γιατί δεν παρουσιάζει επί σκηνής πρόσωπα γνωστά και έχει την πρόθεση να προχωρήσει και να δείξει έναν κόσμο προχριστιανικό, μια άγνωστη απομακρυσμένη νοοτροπία. Είναι η πρώτη φορά που δεν καταφεύγω σε κάποιο συνηθισμένο στοιχείο της δικής μου τεχνικής, προσπαθώντας να ξεχάσω εντελώς τις παρορμήσεις, τα τικ μου, τους θυμούς και τις προτιμήσεις μου. Το "8 ½" ήταν ένα προσωπικό ξέσπασμα, ενώ αυτή η ταινία με παρουσιάζει σαν αφηγητή, σαν τροβαδούρο. Είναι μια ταινία που μου επιβάλλει ένα μεγάλο πήδημα, δηλαδή με υποχρεώνει να αφεθώ αποκλειστικά στην εφευρετικότητά μου, αλλά ξεχνώντας τον εαυτό μου εντελώς. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια ταινία διαφορετική από όλες τις άλλες και ασφαλώς πιο φιλόδοξη».

 

Πρώτη ύλη για το Σατυρικόν αποτέλεσε, ως γνωστόν, το φερώνυμο έργο του Πετρώνιου (27-66 μ.Χ.), που γράφτηκε στην εποχή του Νέρωνος. Ο Φελίνι δεν διάβασε όμως μόνο Πετρώνιο, αλλά και άλλους Λατίνους συγγραφείς, φιλοσόφους και ποιητές της εποχής, όπως τον Οράτιο (65-8 π.Χ.) και τον Απουλήιο (124;-170; μ.Χ.), με αποτέλεσμα το Σατυρικόν του να μην είναι μια πιστή εικονοποίηση του έργου του Πετρώνιου (ασχέτως αν τούτο παραμένει η πιο τρανή αναφορά του).

 

Το στόρι της ταινίας είναι δύσκολο να το μεταφέρεις σε λίγες γραμμές, επειδή η ίδια η ταινία του Φελίνι, με τον χαοτικό τρόπο που είναι αρθρωμένη, δεν σου παρέχει καμία τέτοια δυνατότητα. Κάπως απροσπέλαστο είναι δε και το ίδιο το Σατυρικόν του Πετρώνιου, αφού δεν έχει διασωθεί ολόκληρο.

 

Έτσι, και καθώς το διαβάζεις, ξεπετάγονται καταστάσεις και πρόσωπα εντελώς ξεκάρφωτα (προφανώς θα είχαν αναφερθεί σε κάποια προηγούμενα χαμένα κεφάλαια), τα οποία δυσκολεύουν τη συνέχεια της αφήγησης. Παρά ταύτα ας το επιχειρήσουμε, σε λίγες γραμμές, έστω και σε ένα επιμέρους επίπεδο. Σε κάποιο κυρίαρχο επεισόδιο...

 

Tο «Σατυρικόν» βρέθηκε στη λίστα του λονδρέζικου TimeOut με τις 50 καλύτερες LGBT+ ταινίες όλων των εποχών.

 

Βασικοί πρωταγωνιστές είναι ο Εγκόλπιος (Martin Potter) και ο αδελφικός του φίλος Άσκυλτος (Hiram Keller). Ο Άσκυλτος ξελογιάζει τον όμορφο έφηβο Γείτονα (Max Born), ο οποίος ήταν ερωμένος του Εγκόλπιου. Πικραμένος και θλιμμένος ο Εγκόλπιος πηγαίνει στον απελευθερωμένο σκλάβο Τριμαλχίωνα (Mario Romagnoli), για να πάρει μέρος σε κάποιο δείπνο. Εκεί συναντάει την Τρύφαινα (Capucine), που κάποτε ήταν ερωμένη του Γείτονα, την οποία και γοητεύει. Καθώς οι δυο τους αποσύρονται με το πλοίο του Λίχα (Alain Cuny), πέφτουν πάνω στον Γείτονα και στον Άσκυλτο. Οι δυο παλαιοί φίλοι, ο Εγκόλπιος και ο Άσκυλτος, έρχονται στα χέρια και σ' αυτή την πάλη σκοτώνονται ο Λίχας και ο νεαρός αυτοκράτορας Καίσαρας (Alvaro Vitali). Μετά απ' αυτό ο Εγκόλπιος με τον Άσκυλτο θα συνεχίσουν την οργιώδη διαδρομή τους...

 

Πάλι ο Φελίνι:

«Δυστυχώς, όταν πρόκειται για ταινία με θέμα την Αρχαία Ρώμη υπάρχουν τόσες χυδαίες λύσεις. Αναγκαστικά οι γνώσεις μας είναι τόσο περιορισμένες, ώστε σε ένα ορισμένο σημείο πέφτουμε στην ομίχλη, στο σκοτάδι. Πώς ήταν οι Ρωμαίοι τότε; Πώς γελούσαν; Πώς έπιαναν το μαχαίρι ή το πιρούνι; Τι τους συγκινούσε, τι τους έκανε αιμοχαρείς; Εμείς δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά μας είναι και δύσκολο να φαντασθούμε το παραμικρό, γιατί όλες μας οι απόψεις είναι πια αλλαγμένες από δύο χιλιάδες χρόνια Χριστιανισμού, από την αντίληψη του οίκτου, από την ιδέα των θανάσιμων αμαρτημάτων. Προσπαθήστε να σκεφθείτε ένα φιλάργυρο, ένα φθονερό άνθρωπο. Τι πρόσωπο θα μπορούσε να έχει εκείνη την εποχή; Ασφαλώς όχι το πρόσωπο ενός σημερινού φιλάργυρου ή ενός σημερινού φθονερού. Όχι, οι λύσεις είναι εντελώς διαφορετικές. Και να λοιπόν που η γοητεία αυτής της ταινίας, η αληθινά μαγευτική προσπάθεια συνίσταται στο να βγούμε από τις "μάσκες" που έχουμε συνηθίσει, να πετάξουμε στη θάλασσα το "ύφος" που ξέρουμε και να προσπαθήσουμε να απογυμνώσουμε την προχριστιανική ψυχολογία: τόσο μυστηριώδη, τόσο ριζικά διαφορετική από τη δική μας».

 

 

Ένα βασικό ζήτημα σε σχέση με το Σατυρικόν του Φελίνι είναι η παρακολούθησή του, καθότι η ταινία αναπτύσσεται τελείως ανορθόδοξα. Πράγμα που σημαίνει πως ένας αμύητος θεατής θα δυσκολευτεί να τη δει. Φυσικά, υπάρχουν τα επιμέρους στοιχεία, ο ασύλληπτος σκηνικός διάκοσμος (εκπληκτικός ο Danilo Donati, που έχει ντύσει και σκηνογραφήσει κάμποσες ταινίες του Παζολίνι, έως και τον Καλιγούλα του Tinto Brass), οι φάτσες των ηθοποιών, που επιλέχτηκαν λες μόνο για το γκροτέσκο τους, τα επιμέρους επεισόδια, οι αποτυπώσεις των οργίων και των συμποσίων κ.λπ.

 

Όπως σημειώνει και ο Φελίνι σχετικά:

«Πράγματι προσπαθώ να αντιστρέψω τους κανόνες εκείνους στους οποίους ο θεατής είναι μαθημένος από χρόνια, δηλαδή ένας είδος κλαβιέ που τα πλήκτρα του πιέζονται κατά διαταγήν: εδώ η στιγμή του γέλιου, εδώ η αγωνία, εδώ κλείνουμε. Γιατί όμως; Ποιος το είπε; Από τις πολλές ταινίες που κατασκευάζονται με αυτούς τους κανόνες έχουμε συνηθίσει το θεατή σε έναν υποχρεωτικό ρυθμό, τελείως εξωτερικό. Όχι. Στο "Σατυρικόν" η επιθυμία μου είναι να απελευθερωθώ εντελώς απ' αυτό τον ρυθμό. Η αφήγηση, αν το καταφέρω, θα πρέπει να προχωρεί μόνον λόγω εσωτερικής ανάγκης, όπως σε ένα ποίημα ή σε ένα μυθιστόρημα. Ναι, αυτή μου η προσπάθεια θα είναι και αντικινηματογραφική και μάλλον επικίνδυνη.


Λέμε για το κοινό... Το κοινό, η μάζα... Μα, εγώ δεν σκέπτομαι ποτέ αν η ταινία που γυρίζω θα αρέσει ή δεν θα αρέσει στο κοινό! Γιατί, εσείς, το σκέπτεστε όταν γράφετε ένα άρθρο; Όχι, ένας ειλικρινής δημιουργός προχωρεί έτσι ανάλογα με το ταμπεραμέντο του, ανάλογα με τις ανάγκες του, και τη σχέση του με το κοινό την καθορίζει εκ των υστέρων και με έναν πολύ φυσικό τρόπο. Και ύστερα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να λεχθεί και αυτό: η μάζα αυτή καθαυτή δεν υπάρχει. Εμείς την έχουμε εφεύρει για τη βολή μας, από διανοητική νωθρότητα. Ελάτε τώρα, ας μην λέμε τέτοια λόγια. Μόνον άτομα υπάρχουν».

 

Το βασικό που λέει ο Φελίνι, σε σχέση με το «Σατυρικόν» είναι πως δεν ήταν στις προθέσεις του να προβάλλει μιαν αναλογία ανάμεσα στην Αρχαία Ρώμη και την εποχή του (τα τέλη της δεκαετίας του '60), παρότι αυτή η αναλογία υπήρχε, όπως λέει, από μόνη της.

 

Γράφει σχετικά ο Aldo Tassone (από το βιβλίο «Κινηματογραφικό Αρχείο 32 / Φεντερίκο Φελλίνι», των εκδόσεων Αιγόκερως, από το 1986):

«Ταξίδι επιστημονικής φαντασίας στο παρελθόν, το "Σατυρικόν" είναι σίγουρα το πιο δύσκολο έργο που σκέφθηκε ο Φελίνι. Οι Αρχαίοι Ρωμαίοι ιδωμένοι από έναν... Αρειανό, μέσα από το βλέμμα ενός αστροναύτη και όχι ενός ιστορικού.(...) Οδηγοί του σκηνοθέτη σ' αυτό το ταξίδι πάνω στον πλανήτη Ρώμη είναι ο Πετρώνιος και ο Απουλήιος, ποιητές και συγγραφείς του 1ου αιώνα μ.Χ. Όμως ο Φελίνι αφήνεται βασικά να παρασυρθεί από τη δική του φαντασία. Καθώς το ταξίδι συνεχίζεται, συνειδητοποιούμε ότι οι ποικίλες περιπέτειες των νεαρών πρωταγωνιστών (ο ρομαντικός Εγκόλπιος και ο κυνικός Άσκυλτος είναι δυο ανεύθυνα άτομα, που ζουν με τα ψίχουλα των άλλων, όπως δυο περιθωριακοί των ημερών μας) δεν είναι τίποτ' άλλο από την αιώνια οδύσσεια του ανθρώπου, που βρίσκεται μόνος απέναντι στο μυστήριο της ζωής. Αυτοί οι Αρχαίοι Ρωμαίοι μάς μοιάζουν εκπληκτικά. Τα βίτσια τους, η φρενίτιδα του σεξ και του χρήματος, οι φόβοι τους, είναι κοινά με τα δικά μας. Οι σημερινοί νεόπλουτοι συμπεριφέρονται όπως ο χοντρο-Τριμαλχίων και οι διανοούμενοι συνεχίζουν να εκπορνεύονται στους δυνατούς όπως ο Εύμολπος, ο ποιητής.(...) Το "Σατυρικόν" θα περάσει στην Ιστορία σαν ένα πρότυπο κινηματογράφου καθαρής ενόρασης, ένα σινεμά-ζωγραφική. Ο ίδιος ο Φελίνι το χαρακτήρισε "το ντοκιμαντέρ της ονειροπόλησης". Το να διηγηθείς στον κινηματογράφο ένα όνειρο δυόμισι ωρών είναι σχεδόν κάτι αδύνατο. Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραξενευόμαστε αν στο τελευταίο μέρος, το μυστηριώδες αυτό ταξίδι, χωρίς πρωταγωνιστές και χωρίς δραματουργική εξέλιξη, προκαλεί λίγη κούραση. Παρ' όλα αυτά οι διάφορες σεκάνς, όταν ιδωθούν ξεχωριστά, είναι τέλειες».

 

Το Σατυρικόν προβλήθηκε στην Ελλάδα κάπως αργά, το φθινόπωρο του 1970, άγνωστο σε ποιαν ακριβώς «εκδοχή» του. (Η ταινία είχε αρχική διάρκεια 129 λεπτά, αλλά είναι λογικό να υποθέσουμε πως κάπου θα είχε βάλει το χεράκι της η λογοκρισία, μαζεύοντας τις πιο «σκληρές» σκηνές, αφού ακόμη και στην Αυστραλία είχαν κοπεί 33 δευτερόλεπτα με βία και «άσεμνο περιεχόμενο»). Υπενθυμίζω πως στην Ιταλία η ταινία είχε βγει ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβριο του 1969, ενώ στην Αμερική εμφανίστηκε στις αίθουσες τον Μάρτιο του '70.

 

Παρά ταύτα καιρό πριν από την (ελληνική) προβολή της ο θόρυβος ήταν μεγάλος. Τα αφιερώματα στα περιοδικά ποικίλης ύλης ήταν συνεχή, ενώ και τα πιο ειδικά έντυπα φρόντιζαν, επίσης, να μεταφέρουν το κλίμα της ταινίας στο αναγνωστικό κοινό τους. Στο τεύχος 4 (Δεκέμβριος '69-Ιανουάριος '70) του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος μεταφράζεται μια εξαιρετική συνέντευξη του Φεντερίκο Φελίνι στον Γάλλο κριτικό Michel Caen.

 

Διαφήμιση στην εφημερίδα Μακεδονία, 15/11/1970

 

Το βασικό που λέει ο Φελίνι, εδώ, σε σχέση με το Σατυρικόν είναι πως δεν ήταν στις προθέσεις του να προβάλλει μιαν αναλογία ανάμεσα στην Αρχαία Ρώμη και την εποχή του (τα τέλη της δεκαετίας του '60), παρότι αυτή η αναλογία υπήρχε, όπως λέει, από μόνη της. Σημειώνοντας πως εκείνο που τον ενδιέφερε δεν ήταν να κάνει μια... αρχαιολογική ή ιστορική ταινία, αλλά μια ταινία πάνω σ' έναν άγνωστο κόσμο.

 

Φαίνεται, όμως, πως για κάποιους κριτικούς αυτή η κοινωνική συσχέτιση-αναλογία της εποχής του Σατυρικόν με τα τέλη των sixties, τους hippies, την αντικουλτούρα, τους φοιτητικούς αγώνες (Μάης '68) κ.λπ. δεν λειτούργησε καλά. Θεωρήθηκε παρακινδυνευμένη, αν όχι άστοχη.

 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε μια κριτική του στον Σύγχρονο Κινηματογράφο (τεύχος 9-10, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1970) θάβει το Σατυρικόν, όταν εκείνο αρχίζει να προβάλλεται στις αίθουσες, καθώς αποφαίνεται πως πρόκειται για μια «κακή» ταινία, δίνοντας μηδέν «αστέρια» στα πέντε(!), μάλλον επηρεασμένος πιο πολύ απ' αυτά που έλεγε ο Φελίνι στις συνεντεύξεις του, παρά από την ταινία αυτή καθ' αυτή.

 

 

 

Διαβάζουμε:

«(...) Ο ποιητής Φελίνι, για πρώτη φορά στην καριέρα του μελέτησε πολύ πριν καταπιαστεί με το θέμα του και το γύρισμα της ταινίας. Και παραδόξως, αυτή ακριβώς η μελέτη τον οδήγησε με μια αποτυχία σχεδόν ολοκληρωτική. Η προσπάθειά του να συνταιριάσει την ποιητική αυθαιρεσία με την επιστημονική-ιστορική τεκμηρίωση είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός πολυκέφαλου τέρατος, που ούτε ποίημα είναι ούτε "ντοκυμαντερίστικη προσπάθεια αναβίωσης μιας εποχής, που αναγκαστικά υιοθετεί τη μορφή του φιλμ επιστημονικής φαντασίας", όπως ισχυρίζεται ο ίδιος.(...)


Ο παραλληλισμός των ηθών της παρηκμασμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τα ήθη της εποχής μας και η προσπάθεια ερμηνείας της παράλληλης πτώσης με τα ίδια ακριβώς ιδεαλιστικά κριτήρια είναι, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον άστοχη. Η ιστορική ιδιομορφία της εποχής μας (που άλλωστε δεν είναι καθόλου παρηκμασμένη) δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αυτοκρατορική Ρώμη. Αναγκαστικά λοιπόν ο παραλληλισμός μετατίθεται στο επίπεδο της αλληγορίας, εκεί όπου εύκολο θα ήταν να εισχωρήσει κάθε είδους αυθαιρεσία, σχετική με την ερμηνεία της ιστορίας».

 

Παρά ταύτα και ο Ραφαηλίδης είχε αναγνωρίσει στο Σατυρικόν την ιδιοφυΐα του φωτογράφου Giuseppe Rotunno, τα μεγαλειώδη ντεκόρ του Danilo Donati και ακόμη τους προσεκτικά επιλεγμένους κομπάρσους. Η ταινία είχε πάρει βεβαίως και καλές κριτικές (όπως «τέσσερα αστέρια» από τους Τώνη Λυκουρέση και Τώνη Τσιρμπίνο, «τρία αστέρια» από τους Κωστή Σκαλιόρα και Κώστα Σταματίου κ.λπ.).

  

Δύο tips ακόμη σε σχέση με την ταινία, που έχουν ενδιαφέρον. Το ένα έχει να κάνει με τη θαυμάσια progressive-folk-avant μουσική του Nino Rota, την οποίαν είχαν συνδράμει με ηχητικές παραδοξότητες και άλλα τινά οι συνθέτες της avant-garde Ilhan Mimaroglu, Tod Dockstader και Andrew Rudin, ενώ το δεύτερο μ' έναν μικρό γυναικείο ρόλο – όχι εκείνον της Ιταλίδας Lucia Bosè, που ήταν ίσως η πιο γνωστή απ' όλες και όλους τους ηθοποιούς που πήραν μέρος στο Σατυρικόν, αλλά της Αμερικάνας Jessica Dublin.

 

Η Dublin, στη συνέχεια, θα κάνει καριέρα στο ιταλικό b-movie cinema, ενώ κάποια στιγμή θα έρθει στην Ελλάδα παίζοντας στα Ψυχή και Σάρκα (1974) και Το Αγκίστρι (1976) του Ερρίκου Ανδρέου, στο The Devil's Men (1976) του Κώστα Καραγιάννη, στο μνημειώδες Island of Death (1976) του Νίκου Μαστοράκη κ.ά.

 

Εκδόσεις Κείμενα, του Φίλιππου Βλάχου (Δεκέμβριος 1970), σε μετάφραση από τα λατινικά Κ. Μιχαήλ.
Εκδόσεις Χρήσιμα Βιβλία, σε μετάφραση Αχιλλέα Βαγενά

 

Παρεπόμενο ήταν ο θόρυβος που δημιούργησε το Σατυρικόν (και στην Ελλάδα) να περάσει και στον χώρο του βιβλίου. Έτσι, μέσα στο 1970 δύο εκδόσεις του Σατυρικόν του Πετρώνιου θα βρεθούν στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Η πρώτη από τις Εκδόσεις Χρήσιμα Βιβλία, σε μετάφραση Αχιλλέα Βαγενά και η δεύτερη από τις εκδόσεις Κείμενα, του Φίλιππου Βλάχου (Δεκέμβριος 1970), σε μετάφραση από τα λατινικά Κ. Μιχαήλ.

 

 

 

Τώρα, αν σας πω πως εκείνη την εποχή άνοιξε ακόμη και ντίσκο-κλαμπ... Σατυρικόν στην Πλάκα θα με πιστέψετε; Και όμως συνέβη, στην Αδριανού 117. Ήταν μάλιστα από τα δυνατά μαγαζιά της εποχής, αφού εκεί σύχναζαν «αστέρια» σαν την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

  

Δεν πρέπει να λησμονήσουμε, ακόμη, τη φήμη που απέκτησε το Σατυρικόν, όλα τα επόμενα χρόνια, μέσα στο γκέι περιβάλλον.


Στην Ελλάδα από νωρίς, από τα χρόνια του '70 ήδη, η κλασική φωτογραφία από την ταινία, με τον Εγκόλπιο και τον Άσκυλτο πάνω στο άλογο, «έντυσε», με τη μορφή του κολάζ, ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού αμφί / για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας (Περίοδος Β, τεύχος 2, Ιούνιος-Αύγουστος 1979), ενώ το ίδιο περίπου εξώφυλλο εμφανίστηκε και στο βιβλίο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου «Αμφί» και Απελευθέρωση [Πολύχρωμος Πλανήτης, 2005]. Να υπενθυμίσουμε, τέλος, πως πιο πρόσφατα (Ιούνιος 2018), το Σατυρικόν βρέθηκε στη λίστα του λονδρέζικου TimeOut με τις 50 καλύτερες LGBT+ ταινίες όλων των εποχών.

 

Η κλασική φωτογραφία από την ταινία, με τον Εγκόλπιο και τον Άσκυλτο πάνω στο άλογο, «έντυσε», με τη μορφή του κολάζ, ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού αμφί / για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας (Περίοδος Β, τεύχος 2, Ιούνιος-Αύγουστος 1979).
Λουκά Θεοδωρακόπουλου «Αμφί» και Απελευθέρωση [Πολύχρωμος Πλανήτης, 2005]

Από περιοδικά της εποχής

 

 

Σαν Σήμερα