Στις ταβέρνες των προσφύγων φαγητό και γλέντι

Στις ταβέρνες των προσφύγων φαγητό και γλέντι

Ο κοινωνικός τρόπος ζωής και ο πολιτισμός της ανοιχτοσύνης που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες βρήκαν διέξοδο μέσα στον χώρο της ταβέρνας, όπου άντρες και γυναίκες μπορούσαν να συναναστραφούν, να αποδράσουν, να αφηγηθούν τους πόνους, τους καημούς και τους χαμένους έρωτες και να νοσταλγήσουν τις χαμένες πατρίδες.

Πώς να σας το χαρακτηρίσω αυτό το πράγμα; Καταστροφή. Δεν ήσαστε από μια μεριά να βλέπατε τι είχε γίνει. Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από εκεί με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε, τα ίδια, προσπαθήσανε, γαμιόντουσαν, κάνανε χίλια δύο να βρίσκουν το ψωμί τους, μέχρι που να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε... Και οι ντόπιοι δεν τους βλέπανε με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε, χίλια δύο. Φύγετε από δω, ρε... Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες, μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη την εβδομάδα σα σκύλος, αλλά το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πιει, να δείξει, να κάνει. Όχι μονάχος του. Να πάρει και το κορίτσι του και τη γυναίκα του και την οικογένειά του και να πάει να κάτσει σ' ένα κέντρο. Όπως μέχρι τώρα από τους πρόσφυγες, και κοντά στους πρόσφυγες μάθανε και οι δικοί μας. Πρώτα είχαμε δω πέρα, οι δικοί μας μουσικοί έπαιζαν σχεδόν μόνο τα δημοτικά. Πότε κανένα μανεδάκι. Ενώ αυτοί εδώ ήλθαν, αρχινίσανε τσιφτετέλια, συρτά, μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα...» γράφει στα απομνημονεύματά του ο μεγάλος του ρεμπέτικου τραγουδιού Μάρκος Βαμβακάρης.


Κακουχίες, αβέβαιο μέλλον, νέες συνθήκες, εχθρικό περιβάλλον, αποτελούν για τους Μικρασιάτες τα βασικά εμπόδια που καλούνται να ξεπεράσουν στη νέα τους ζωή μετά τον διωγμό του 1922. Όμως το ισχυρό ταμπεραμέντο τους και οι συνήθειες στον τρόπο διασκέδασης και ψυχαγωγίας λειτούργησαν λυτρωτικά στη διαμόρφωση της καθημερινότητάς τους. Έφεραν μαζί τους τα ήθη και τα έθιμα της κοινωνικής τους ζωής, τη μουσική τους παιδεία, κι έτσι κατάφεραν να επιδράσουν καταλυτικά σε όλο το φάσμα της μαζικής διασκέδασης, π.χ. στις ταβέρνες. «Έως το 1922 οι ταβέρνες ήταν μαγέρικα με περιστασιακή μουσική, ενώ ο ερχομός των προσφύγων μετατρέπει την ταβέρνα σε τόπο φαγητού και διασκέδασης. Επίσης, οι άνθρωποι αυτοί είχαν μάθει στη Σμύρνη να τρώνε καλό φαγητό, να είναι όλες τις ώρες ανοιχτές οι ταβέρνες τους και να διασκεδάζουν. Θεωρείται απολύτως φυσιολογικό, αφού μιλάμε για μια πόλη όπως ήταν η Σμύρνη, που αποτελούσε ένα σημαντικό κέντρο εμπορίου με ισχυρή οικονομία και ευημερία, ώστε οι κάτοικοί της να γλεντούν και να αναπτύσσουν συνεχώς τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά» λέει ο Γιώργος Πίττας, συγγραφέας του βιβλίου Η αθηναϊκή ταβέρνα.

 

Μέσα στην ταβέρνα αφηγούνταν τους πόνους, τους καημούς, τους χαμένους έρωτες, εκεί νοσταλγούσαν τις χαμένες πατρίδες. Ταυτόχρονα, μέσα στους χώρους αυτούς μπορούσαν να συναναστραφούν, να αποδράσουν, να ξεφύγουν και να διαφυλάξουν τα πολιτισμικά τους αγαθά.


«Τι αλλαγές έφερε η έλευση των προσφύγων στην αθηναϊκή ταβέρνα;» «Η ταβέρνα περνά από διάφορες φάσεις. Πριν από τον ερχομό των Μικρασιατών η ταβέρνα δεν ήταν μαζικός χώρος διασκέδασης. Άρα, το πρώτο στοιχείο επιρροής είναι η "έξοδος". Οι πρόσφυγες έφεραν στις ταβέρνες το γλέντι, επειδή δεν μπορούσαν να διασκεδάσουν στα σπίτια τους. Σε παράγκες ή κατοικίες ελάχιστων τετραγωνικών δεν ήταν δυνατόν να χωρέσουν πολλά άτομα, πέραν αυτών της οικογένειας. Ήταν άνθρωποι που είχαν μάθει να γλεντούν, να προσκαλούν κόσμο στα σπίτια τους, να κάνουν γιορτές και να είναι όλοι μαζί. Είχαν μάθει σε έναν κοινωνικό τρόπο ζωής και σε έναν πολιτισμό ανοιχτοσύνης. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι για πρώτη φορά συναντάμε στις ταβέρνες γυναίκες. Η είσοδος των γυναικών σε χώρους όπως οι ταβέρνες που θεωρούνταν ανδροκρατούμενοι ήταν κάτι που σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από τους γηγενείς. Όταν ήρθαν στην Ελλάδα, μετά τον διωγμό, αποφάσισαν να δουλέψουν από ανάγκη, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν δικαιώματα. Γι' αυτόν το λόγο πολλές φορές τις χαρακτήριζαν "παστρικές" και "ελευθέρων ηθών". Εκείνη την εποχή για τους παλαιοελλαδίτες ήταν αδιανόητο οι γυναίκες των τουρκόσπορων, όπως τους έλεγαν, να έχουν κοινωνική ζωή. Όμως οι προσφυγοπούλες όχι μόνο διασκέδαζαν ισότιμα με τους άνδρες αλλά βοηθούσαν σημαντικά και στη στήριξη του νοικοκυριού. Τέλος, οι πρόσφυγες δημιούργησαν τα στέκια της γειτονιάς. Αναφερόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία τα μέσα μεταφοράς σταματούσαν στις δέκα το βράδυ. Επομένως, ήταν λογικό να μαζεύονται στα κατά τόπους ταβερνεία, τα οποία αποτέλεσαν τους κατεξοχήν χώρους συναναστροφής και ψυχαγωγίας, και εκεί κατάφερναν να ακουμπούν τα ίχνη τους. Ήταν το δικό τους κέλυφος που διατηρούσε τη μνήμη και ένα νοσταλγικό περιεχόμενο» σημειώνει ο κ. Πίττας.

 
«Τι αξία είχε για εκείνους ο χώρος της ταβέρνας;» «Για τους πρόσφυγες αυτός είναι ο χώρος επικοινωνίας, έκφρασης, ονειροπόλησης και χαλάρωσης. Μέσα στην ταβέρνα αφηγούνταν τους πόνους, τους καημούς, τους χαμένους έρωτες, εκεί νοσταλγούσαν τις χαμένες πατρίδες. Ταυτόχρονα, μέσα στους χώρους αυτούς μπορούσαν να συναναστραφούν, να αποδράσουν, να ξεφύγουν και να διαφυλάξουν τα πολιτισμικά τους αγαθά. Να συντηρήσουν μνήμες, να θυμηθούν και να ξεχάσουν, να συζητήσουν, να διαμορφώσουν κοινωνική συνείδηση. Γεύσεις, μουσικές, τρόπος συμπεριφοράς, γλέντια, κοινωνικότητα και κεράσματα, όλα γίνονται πραγματικότητα στις ταβέρνες. Η βασική διαφορά με το καφενείο είναι ότι αποτελούσε οχυρό για τους άνδρες και εκεί κυριαρχούσε η λογική. Τα καφενεία έχουν τζαμαρία, σε βλέπουν και τους βλέπεις όλους. Η ταβέρνα, την εποχή εκείνη, είναι υπόγεια. Κυριαρχεί το ασυνείδητο, βγαίνει το συναίσθημα και ελευθερώνεσαι από τη λογική».

 

Παρέα γλεντά σε ταβέρνα της οδού Φειδιππίδου στο Γουδί. Φωτογραφικό αρχείο Ηλία Πετρόπουλου, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.


«Ο ερχομός των προσφύγων πώς μετασχημάτισε πολιτισμικά συγκεκριμένες συνοικίες και περιοχές;» «Αυτά που χαρακτήριζαν έντονα τους πρόσφυγες ήταν το γλέντι και το τραγούδι. Ύστερα από τις δυσκολίες και τις κακουχίες που πέρασαν, προσπαθούσαν με τα τραγούδια να ξεπεράσουν τις στενοχώριες τους. Θυμηθείτε το τραγούδι "Όλες οι όμορφες" του Περπινιάδη που έλεγε: "Η Αθήνα έχει όμορφες, ο Πειραιάς γεμάτες, η Κοκκινιά ξανθές και μαυρομάτες, τα Ταμπούρια Πολίτισσες με χάρη, η Δραπετσώνα Σμυρνιές που λάμπουν σαν φεγγάρι, ο Βύρωνας γλυκές κοπέλες σαν το μέλι, το Παγκράτι πλάσματα που γλιστράνε σαν το χέλι, οι Ποδαράδες έχουν χηρίτσες όλο γλύκα, στον Υμηττό παντρεύεσαι δίχως πεντάρα προίκα, μα, αν θέλεις, μάγκα μου, να πάρεις προίκα, τράβα στον Ποδονίφτη, θα βρεις αριστοκράτισσα με χρήματα και σπίτι". Αυτό το τραγούδι αποτυπώνει πώς συνοικίες όπως η Καισαριανή, το Κερατσίνι, ο Πειραιάς, η Δραπετσώνα και ο Βύρωνας υποδέχθηκαν τους άπορους πρόσφυγες, ενώ οι πιο εύποροι εγκαταστάθηκαν σε Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη και Νέα Φιλαδέλφεια. Παράλληλα, το 1922 είναι και μια χρονιά που ο Πειραιάς αλλάζει ραγδαία, καθώς κατακλύζεται από χιλιάδες πρόσφυγες. Οι συνθήκες εγκατάστασης ήταν άθλιες, είτε ζούσαν σε παραγκουπόλεις του πισσόχαρτου είτε στριμώχνονταν ολόκληρες οικογένειες σε σκηνές. Τότε είναι που δημιουργήθηκαν οι "συνοικίες της ελπίδας", Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Πέραμα, Καμίνια, Ταμπούρια, και οι πρόσφυγες, αφού προσπάθησαν, έστω και υποτυπωδώς, να λύσουν το πρόβλημα της στέγασης και να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της επιβίωσης, προσπάθησαν να μεταφέρουν τον τρόπο διασκέδασής τους στις μικρές ταβέρνες της γειτονιάς. Να θυμίσουμε ότι η εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή των Βούρλων −έτσι ονομαζόταν η περιοχή στη Δραπετσώνα από το γεμάτο βούρλα έλος που υπήρχε εκεί− ανάγκασε την κυβέρνηση, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες, να μεταφέρει τα μπουρδέλα, τα καταγώγια και τα καμπαρέ που λειτουργούσαν εκεί στην περιοχή της Τρούμπας. Επίσης, στην Καισαριανή, που αποτελεί και την πιο δοξασμένη προσφυγική συνοικία της Αθήνας, συναντάμε ιστορικές ταβέρνες, όπως ο Μαρινάκης, του Τσακίρη ή του Κιτσίνη. Εκεί μαζευόταν όλη η προσφυγιά που ήδη είχε ξεκινήσει μια νέα ζωή, και διασκέδαζε».


Σε μία από τις αφηγήσεις της η Ελληνίδα τραγουδίστρια του ρεμπέτικου Αγγέλα Παπάζογλου είχε πει: «Αυτά όλα τα μαγαζιά −κέντρα τα λέγανε, μπίρες τα λέγανε− είχανε κάγκελα, τραπέζια, μεζέδες, όργανα. Την Κυριακή αρχινάγαμε νωρίς. Μόλις βασίλευε ο ήλιος, ανεβαίναμε στο πάλκο. Σιγά-σιγά γλένταγε την πίκρα του ο κόσμος. Κι εμείς βοηθάγαμε με το τραγούδι μας να ξεχνάει λίγο τα βάσανά του».


«Μετά το 1925 η Σμυρναίικη Σχολή έχει ήδη κυριαρχήσει σε ταβέρνες, κέντρα και μπιραρίες», αναφέρει ο κ. Πίττας και συμπληρώνει: «Σε όλους τους προσφυγικούς συνοικισμούς ξεδιπλώνεται σταδιακά μια πλούσια μουσική παράδοση. Η Ρόζα Εσκενάζυ, ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Παναγιώτης Τούντας, ο Βαγγέλης Σωφρονίου, η Ρίτα Αμπατζή, η Μαρίκα ή Πολίτισσα, ο Σταύρος Παντελίδης, ο Γιάννης ∆ραγάτσης (ή Ογδοντάκης), ο ∆ηµήτρης Σεµσής (ή Σαλονικιός) και ο Περιστέρης διαδίδουν τα σμυρναίικα και τραγουδούν σε ταβέρνες και καφενεία σαν του Θεόφραστου στις Τζιτζιφιές, τη Μικρά Ασία στην Ομόνοια ή το Αραράτ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τα τραγούδια γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και γράφουν ιστορία λόγω του πλούτου των ήχων τους, των επιρροών από τη βυζαντινή και την ανατολίτικη μουσική, καθώς και λόγω των ρυθμών και των στίχων. Μέχρι τότε στα συνοικιακά ταβερνάκια ο κόσμος άκουγε καμιά λατέρνα ή κανέναν κιθαρωδό. Κάπως έτσι η ταβέρνα εξελίχθηκε σε κέντρο διασκέδασης, όπου στη συνέχεια έχουμε την ανάδειξη του ρεμπέτικου τραγουδιού. Το τραγούδι που περιγράφει καλύτερα απ' οποιοδήποτε άλλο την τοπογραφία και τις φυσιογνωμίες της ταβέρνας είναι του Σμυρναίου Τούντα, το "Στου Λινάρδου την ταβέρνα":

 

Στου Λινάρδου την ταβέρνα βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα.
Πάνε όλοι, ένας κι ένας, οι αστέρες της ταβέρνας.
Εκεί πάει ο Παπαρούνας, ο Βαρέλας κι ο Μουρούνας.
Πάει ο Σκόρδος ο τεμπέλης και ο Θρούμπας κι ο Τσιγγέλης.

Πάει κι η κυρά Αγγέλω με το μαύρο της το βέλο.
Και η μερακλού η Φώτω που μεθάει με το πρώτο.
Εκεί πάει κι η Σταμάτα, που μεθά και σπάει πιάτα.
Πάει κι η κυρά Πιπίνα, για να πιει καμιά ρετσίνα.

Εκεί πάει ο Νταμιτζάνας, Μαϊντανός κι ο Μελιτζάνας.
Πάει ο Ρέγγας κι ο Μπαρδάκος, Νεροχύτης και Ταμπάκος.
Εκεί πάει ο Χατζημπάμιας, ο Γαρδούμπας και ο Λάμιας.
Πάει κι ο Χατζηραπάνης, Παστουρμάς κι ο Μπεχλιβάνης.

Σ' ένα τέτοιο ραβαΐσι ποιος μπορεί να μη μεθύσει.
Άλλος τραγουδά χορεύει κι άλλος έρωτα γυρεύει
Άλλος πίνει και πληρώνει κι άλλος ζούλα την καρφώνει.
Βρε Λινάρδο, ταβερνιάρη, γράφ' τα κάτω απ' το σφουγγάρι.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ