Ο μεζές καταργεί τη φτώχεια και υμνεί την αφθονία των ταπεινών πραγμάτων. Το βαθύτερο νόημα της θνητής ύπαρξης. Η ζωή όταν ξέρει να λέει μόνο ναι!
Γεύση

Μας πήραν στο μεζέ!

Το finger food των Ελλήνων είναι ο μεζές. Αυτές τις μέρες έχει την τιμητική του. Η Ελένη Ψυχούλη τον υμνεί με συγκρατημένο πάθος.

Όταν είσαι κοριτσάκι και μεγαλώνεις σε μια κλασσική ελληνική οικογένεια, τον μεζέ τον βιώνεις κατ' αρχήν σαν εχθρό της γυναίκας-νοικοκυράς. Ο μεζές είναι ο αδιαφιλονίκητος αντίπαλος, ο ύπουλος εχθρός της μητριαρχικής τάξης, της ασφάλειας και του λόγου ύπαρξης της οικιακής κουζίνας. Διότι σε τι χρησιμεύει η άψογη τεχνική των γεμιστών, όταν ο προκομμένος αφέντης του σπιτιού χορταίνει με μεζεδάκια στα καπηλειά της αντροπαρέας;

 

Πυρ και μανία γινόταν η γιαγιά μου, όταν ο παππούς επέστρεφε χορτάτος από το ουζάκι της παρέας, περιφρονώντας το κατσικάκι της. Η αποκαθήλωση της βασίλισσας, όταν ο θρόνος της στηρίζεται στην αποκλειστική ευθύνη της αναπαραγωγής των οικογενειακών κυττάρων. Κι όταν με αυτοκρατορικό ύφος καλούσε το σόι να «περάσει για ένα μεζεδάκι», ήξερα ότι ετοίμαζε την υπόγεια εκδίκηση της.

 

Το δικό της «μεζεδάκι», για την ακρίβεια, ήταν η ρομφαία του Αγίου Γεωργίου στη ράχη του μεζέ. Με τις περίτεχνες σπεσιαλιτέ της που κατ’ ευφημισμό χαρακτήριζε «μεζεδάκια», έπληττε το κύρος του, τον κατατρόπωνε, τον ξόρκιζε. Με τα έργα. Διότι με τα λόγια τον είχε κιόλας ποδοπατήσει, κατατάσσοντας τα εδέσματα των καφενέδων στη σφαίρα του ανθυγιεινού, του μιαρού, όπου «ένας θεός ξέρει τι έπιασε ο ταβερνιάρης πριν σου κόψει με το χέρι του το σαλάμι!»

 

Κι ωστόσο, ηττημένη σύζυγος και μαγείρισσα, παρά τις νουθεσίες της, ποτέ μέχρι το θάνατο του παππού, δεν έπαψε να παλεύει μαζί του, καθόσον εκείνος μάλλον απολάμβανε περισσότερο την κονσέρβα σαρδέλες της μπακαλοταβέρνας με καλή παρέα, παρά τη διεκπεραίωση των οικογενειακών γευμάτων. 

 

Ο μεζές είναι η βουλιμία του Μεσόγειου που θέλει να τα δοκιμάσει όλα, όλα να τα σφάξει κι όλα να τα μαχαιρώσει. Απ' τη ζωή να πάρει κυρίως όλα όσα δεν του ανήκουν.

 

Ο μεζές μάλλον εφευρέθηκε από τους άντρες και προς ιδίαν κατανάλωση. Στην αρχική του έννοια σημαίνει προοίμιο του γεύματος, κάτι που να ταιριάζει με το ούζο και ν’ ανοίγει την όρεξη, κάτι που να προέρχεται κατευθείαν από το ράφι, το κελάρι ή την αγορά της ημέρας, κάτι που να αποκλείει το μαγείρεμα.

 

Ένα τουρσί, λίγο αγγούρι, μια ελιά, ένας κύβος τυριού, ένας τσίρος, μια φρέσκια γυαλιστερή. Κάτι που να βοηθάει το χαζολόγημα με την παρέα, κάτι που να σε κάνει ν’ αντέξεις στη συνέχεια τη θλίψη της φασολάδας, μια που τότε, παλιά, το φαγητό δεν περίσσευε στους ανθρώπους. Ο μεζές είναι κυρίως κοινωνικοποίηση, χαλάρωση, απόλαυση. Το φαγητό στο σπίτι, υποχρέωση, καθήκον στην αναπαραγωγή της μυικής μάζας, προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες του βιοπορισμού και της βιοπάλης.

 

Ο μεζές που απ' ότι φαίνεται πάει πακέτο με τη διάθεση ραστώνης των λαών που έχουν μεγαλώσει κάτω από τον καυτό ήλιο, έχει πολλά να σου μαρτυρήσει για την ιδιοσυγκρασία τους: το ωχ αδελφέ, το κι αύριο μέρα είναι, το ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε, το μπολιό, την καταγγελία, το για όλα φταίνε οι άλλοι, την αέναη εφηβικότητα των λαών που δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουν την ενηλικίωση. Γιατί απλά την περιφρονούν. Κυρίως, όμως, την πληθωρικότητα.

 

Ο μεζές είναι κυρίως κοινωνικοποίηση, χαλάρωση, απόλαυση. Φωτο: Μάνου Χατζηκωνσταντή, Μιχαήλ Τούρου από το βιβλίο "Κανέλα και Ροδοπέταλα", Εκδ. Τερζόπουλος

 

Άλλο θλιβερό θέαμα μια καφετιά μπριζόλα πάνω σ’ ένα τραπέζι, κι άλλη χάρη η εμπριμέ ποικιλία μιας κόκκινης ντομάτας, του πράσινου αγγουριού, της πάλλευκης φέτας, της μαύρης ελιάς, της ζουζουνί πιπεριάς κι από δίπλα μιας ροδαλής ταραμοσαλάτας. Η ζωή, σου λέει ο μεζές, είναι πλούσια και χαρούμενη, ακόμη κι όταν αποτελείται από ευτελή υλικά. Εμπεριέχει πολλά αρώματα κι άπειρες γεύσεις, αντιστρόφως ανάλογες με τις ευκαιρίες που μπορεί να σου επιφυλάσσει η τσιγκούνα ύπαρξη.

 

Ο μεζές καταργεί τη φτώχεια και υμνεί την αφθονία των ταπεινών πραγμάτων. Το βαθύτερο νόημα της θνητής ύπαρξης. Τη ζαλίζεις και με λίγη ρακή από πάνω και ξεχνιέται να σου τρίξει τα δόντια, να ανοίξει το ασκί με τα προβλήματα και τις ανεπάρκειες. Η ζωή όταν ξέρει να λέει μόνο ναι!

 

Τα καλοκαίρια φιλοξενούσα πάντα την Παριζιάνα κολλητή μου στα νησιά των διακοπών. Στην ταπεινή ταβέρνα της πλατείας, όταν εμείς παραγγέλναμε όλο το μενού έτσι για να το ‘χουμε να το βλέπουμε, χωρίς να ρωτάμε την όρεξή μας απαραίτητα, εκείνη παράγγελνε το δικό της πρώτο- ένα τοσοδούλι πιατάκι τζατζίκι- και το επίσης κατάδικο της κυρίως- ένα τούβλο μπεζούλι μουσακά. Δεν έχω δει πιο θλιβερό θέαμα, πιο μίζερη ύβρη στον αιγαιοπελαγίτικο καλοκαιρινό διονυσιασμό.

 

Ο μεζές είναι η βουλιμία του Μεσόγειου που θέλει να τα δοκιμάσει όλα, όλα να τα σφάξει κι όλα να τα μαχαιρώσει. Απ' τη ζωή να πάρει κυρίως όλα όσα δεν του ανήκουν. Η Παριζιάνα διέθετε πιο πολλά ευρώ από εμάς, εμείς απλώς ξοδεύαμε περισσότερα απ όσα είχαμε. Μια πείνα κάτω από τον ήλιο μετά τη θάλασσα ήταν αρκετή για να ξεχάσουμε την έννοια του μπάτζετ, της πρόσθεσης και της αφαίρεσης. Φέρτα όλα, από απλή περιέργεια! Γιατί αν δεν χορτάσει το μάτι δεν ικανοποιείται η λίμπιντο του στομαχιού.

 

Στην πατρίδα της, είχα μονίμως το πρόβλημα του να παλέψω με το τοίχος της ασυνεννοησίας, όταν στο τραπέζι δειλά-δειλά παράγγελνα τρία πρώτα αντί για ένα, έτσι για τη χαρά της ποικιλίας. Το γκαρσόνι, η κουζίνα, το έθνος ολόκληρο, αδύνατον να κατανοήσει την αλλοπρόσαλη διαίρεση του πως τρία πιάτα μπορεί να αντιστοιχούν σε ένα μόνο στόμα ταυτοχρόνως. 

 

Φωτο: Μάνου Χατζηκωνσταντή, Μιχαήλ Τούρου από το βιβλίο "Κανέλα και Ροδοπέταλα", Εκδ. Τερζόπουλος

 

Κι ύστερα όλοι γίναμε πιο πλούσιοι, κι αυτό που λέγανε η «Ελλάδα του μόχθου», μετατράπηκε στο μόχθο του μετανάστη. Εμείς χορτάσαμε και μαζί μας κι ο μεζές. Ο οποίος εμπλουτίστηκε, μαγειρεύτηκε, φορτώθηκε αλλαντικά και κρέμες γάλακτος, απέκτησε ειδικά μεζεδοπωλεία μετά μουσικής, εξειδικευμένα στη χόρταση του μικροαστού.

 

Όλο το Ψυρρή καταμαρτυρεί το θάνατο του θεσμού, μέσα από προκάτ γεύσεις, γίγαντες κονσέρβας, προτηγανισμένες πατάτες, πιπεριές φλωρίνης του βαζακίου, κατεψυγμένους κεφτέδες και χταπόδια. Στου Ψυρρή ο μεσόγειος θεσμός βιώνει καθημερινά τα κινέζικα μαζί με τα μαρτύρια της αρκούδας, τον θάνατο της ψυχής μιας ελληνικότητας που έχει χάσει το περιεχόμενο κι έχει προσκολληθεί στην αφαιρετικότητα της μορφής. Σαβανωμένος μεζές που ψυχορραγεί σε φούρνους-κρεματόρια μικροκυμάτων.

 

Τα περίφημα αστικά, σπιτικά μεζεδοκαλέσματα, εκείνα με το αυγοτάραχο Μεσολογγίου, του Σπύρου Βασιλείου ή της Πέγκυς Ζουμπουλάκη, δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης σε μια μεταχρηματιστηριακή κοινωνία που έχει αφήσει το ούζο στην αποκλειστική χρήση μπατίρηδων φοιτητών που καίγονται να μεθύσουν με το λιγότερο κόστος, κρατώντας το kir royal προς ιδίαν χρήση. Ο σπιτικός μεζές ακούει πλέον σε ξενικά sushi, σολομούς Σουηδίας, πατέ ελαφιού και καναπέ της αηδίας.

 

Ο μεζές της αφθονίας, όπως μας τον δίδαξε η πληθωρική φαντασία της Πόλης κι όσων την κουβάλησαν μαζί τους, επιμένει ακόμη μόνο στη Θεσσαλονίκη, κι εκεί πάλι, μόνο όπου ακόμη επιβιώνει το μεράκι μιας παράδοσης που ξέρει ακόμη να φτιάχνει τη σωστή μελιτζανοσαλάτα -μόνο καπνιστή- τις σωστές σουπιές με σπανάκι. Στου Αδαλάκη ή στην Αγορά για παράδειγμα. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην έντυπη LiFO τον Μάρτιο του 2006

 

Γεύση