Ανέστης Αζάς

Ανέστης Αζάς

Kάποτε γύρισε την Ευρώπη με αμάξι, χωρίς δίπλωμα.

  • Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η οικογένειά μου δεν είχε σχέση με τις τέχνες και τα γράμματα. Όταν ήμουν μικρός, με ενδιέφερε κυρίως ο κινηματογράφος, γιατί δεν υπήρχε πολύ θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Ήθελα να σπουδάσω κάτι σχετικό, αλλά υπήρχε μόνο το τμήμα Θεάτρου της Καλών Τεχνών στο Αριστοτέλειο, κι αφού πέρασα στη σχολή αυτή, κόλλησα το μικρόβιο.

 

  • Μετά τη Θεσσαλονίκη, πήγα στο Βερολίνο και συνέχισα τις σπουδές μου εκεί. Έφυγα σε μικρή ηλικία γιατί ήθελα να φύγω γενικότερα – τα παράτησα όλα και πήγα στο Βερολίνο. Αυτό δεν θα το έκανα σήμερα. Ήταν λάθος σε τέτοια ηλικία, έπρεπε να έχω προετοιμαστεί λίγο καλύτερα για να το κάνω, γιατί εκεί έφαγα πολλές σφαλιάρες μέχρι να πάρω μπρος και να μπω σε μια ροή. Στην Αθήνα ήρθα μόνιμα το 2006, όταν έκανα το πρώτο μου έργο: ήταν η πτυχιακή μου, ο «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», στο θέατρο Επί Κολωνώ. Έκτοτε, πηγαινοέρχομαι στη Γερμανία. Αυτή την περίοδο μένω μόνιμα εδώ. Μαζί με τον Πρόδρομο Τσινικόρη είμαστε καλλιτεχνικοί υπεύθυνοι-υπεύθυνοι προγράμματος στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού.

 

  • Η πρώτη παράσταση που είδα και μου άρεσε πραγματικά, καθώς μέχρι τότε βαριόμουν πολύ το θέατρο, ήταν οι «Βάκχες» του Ματίας Λάνγκχοφ, η θρυλική παράσταση με την οποία είχε γίνει ο μεγάλος χαμός στην Επίδαυρο τότε, το '97. Την είχα δει στο Κρατικό, σε κλειστό χώρο. Όχι μόνο μου κράτησε το ενδιαφέρον, αλλά με ταρακούνησε για το τι μπορεί να κάνει αυτή η τέχνη.

 

Ο σκοπός του καλλιτέχνη είναι να γίνεται καλύτερος μέσα από τη δουλειά του και να κοιτάει το έργο του, να είναι συνεπής απέναντι στον εαυτό του και το έργο του. Να προσπαθεί να είναι σαφής και ειλικρινής με τον εαυτό του, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι πολύ εύκολο να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου.

 

  • Μία από τις πολύ σημαντικές γνωριμίες-εμπειρίες-προσωπικές σχέσεις που με έχουν επηρεάσει ήταν αυτή με τον Ντίμιτερ Γκότσεφ, τον σκηνοθέτη που πρωτογνώρισα στο Βερολίνο και είχα ζητήσει να παρακολουθήσω πρόβες του, γιατί μου άρεσε η δουλειά του. Έκτοτε, ανέπτυξα μαζί του μια κάπως πιο προσωπική σχέση. Αργότερα, το 2009, τον βοήθησα στην Επίδαυρο, όταν έκανε τους «Πέρσες». Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος εξακολουθεί να αποτελεί έμπνευση για μένα – καμιά φορά, όταν μπλοκάρω, κάθομαι και διαβάζω μονογραφίες σε σχέση με αυτόν. Βρισκόταν σε διαρκή αναζήτηση της ουσίας και του βάθους στα πράγματα, κάτι που σπάνια έχω ξανασυναντήσει από τότε. Δεν μιλάω μόνο για το ταλέντο που μπορεί να έχει κανείς. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι ταλαντούχοι και ικανοί, αλλά αυτός έψαχνε κάτι πιο βαθύ και αυτό το πράγμα με ενδιέφερε και εξακολουθεί να με ενδιαφέρει και να αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, έμπνευση για μένα. Επίσης, σε αυτό τον άνθρωπο με τράβηξε το γεγονός ότι ήταν εξαιρετικά ξεκάθαρος, ιδίως στον τρόπο που μπορούσε να συντονίσει μια ομάδα, να εμπνεύσει τους ανθρώπους, κυρίως τους ηθοποιούς. Αυτός είναι μια προσωπικότητα που θεωρώ μεγάλη.

 

  • Δουλεύοντας με τον Γκότσεφ, που ήταν βοηθός του Μπεσόν, που ήταν βοηθός του Μπρεχτ, έρχεσαι σε επαφή με μια συγκεκριμένη παράδοση κι έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης. Δεν πιστεύω τόσο πολύ ότι ο άλλος μπορεί να σου μεταδώσει/διδάξει τον τρόπο δουλειάς, αυτό πρέπει να το βρεις μόνος σου. Σίγουρα μπορεί να πάρεις στοιχεία ή να αντιγράψεις, αλλά την ουσία πρέπει να τη βρεις μόνος σου. Όμως, ο τρόπος που σκέφτεσαι, που ερμηνεύεις τον κόσμο, εξελίσσεται μέσα από τέτοιες συναντήσεις. Ειδικά στο θέατρο, πιστεύω ότι πολλά πράγματα δεν διδάσκονται – κάποια τεχνική ίσως ναι, αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι θέμα παράδοσης.

 

  • Οι άνθρωποι που γνωρίζω είναι το πιο μεγάλο όφελος από την ασχολία μου με το θέατρο. Και όλη αυτή η περιπέτεια που ζεις: τα ταξίδια, το γεγονός ότι δουλεύω πολύ εκτός Ελλάδας – είμαι και εργασιομανής, δεν θα πήγαινα ταξίδια εύκολα για διακοπές, οπότε το συνδυάζω με τη δουλειά. Οι άνθρωποι και οι τόποι που γνωρίζεις, οι στιγμές που ζεις, όλες αυτές οι εμπειρίες. Βέβαια, με αυτό τον τρόπο είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσεις μια σχέση, γιατί είσαι σε διαρκή μετακίνηση – εγώ τουλάχιστον. Ήμουν on the road τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, από το 2012 και μετά. Κάποια στιγμή κουράστηκα και ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, γιατί την αισθάνομαι λίγο σαν το σπίτι μου. Από το 2008 όλο και χειροτερεύει η κατάσταση, αλλά έχει κάτι το οποίο μέσα σε αυτή την τρέλα με ηρεμεί και μου αρέσει. Βρίσκω μια περίεργη ισορροπία στην Αθήνα που δεν τη βρίσκω αλλού.

 

Οι άνθρωποι που γνωρίζω είναι το πιο μεγάλο όφελος από την ασχολία μου με το θέατρο. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Νομίζω ότι έτσι όπως είναι το ευρωπαϊκό θέατρο σήμερα δεν υπάρχουν τόσο συνταρακτικές διαφορές στον τρόπο αντίληψης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους καλλιτέχνες. Από κει και πέρα, το κοινό είναι σε κάθε πόλη διαφορετικό, όπως και οι συνθήκες παραγωγής. Πιστεύω πως η πρόσληψη μιας παράστασης, η επιτυχία ή η αποτυχία της, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κοινό της κάθε πόλης, γιατί είναι διαφορετικές οι προσλαμβάνουσες: το τι έχει δει, τι δεν έχει και πώς έχει μάθει να βλέπει και να βιώνει αυτό το πράγμα που λέγεται θέατρο. Αλλά σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι καλλιτέχνες προσεγγίζουν τα θέματα, εκεί νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη σύγκλιση αυτήν τη στιγμή, τουλάχιστον μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας όπου δουλεύω εγώ. Βέβαια, οι συνθήκες παραγωγής είναι εντελώς, μα εντελώς διαφορετικές.

 

  • Η Γερμανία και ο γερμανόφωνος χώρος ανέκαθεν έδειχναν μεγάλη μέριμνα για τις παραστατικές τέχνες. Υπάρχει μια εδραιωμένη κοινή αντίληψη ότι είναι ένα κοινό αγαθό και άρα πρέπει να χρηματοδοτείται από το κράτος και αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Επίσης, έχουν καταλάβει ότι η οικονομία τους γενικότερα ωφελείται από την πολιτιστική παραγωγή και τη στηρίζουν – το ακριβώς αντίθετο μ' εμάς δηλαδή.

 

  • Από κει και πέρα, είναι ένα σύστημα περίπλοκο. Κάθε πόλη, κάθε κρατίδιο, έχει τα δικά του funds, στα οποία κάνεις αιτήσεις που απαιτούν χρόνο. Οι Γερμανοί είναι πάρα πολύ οργανωμένοι, αυτό είναι και καλό και κακό. Σου ζητάνε, 12 μήνες πριν, να ξέρεις τι θες να κάνεις, πώς θες να το κάνεις, πώς θα είναι το σκηνικό σου κ.λπ. Είναι εντελώς άλλος τρόπος δουλειάς, δηλαδή. Όπως εμείς είμαστε μαθημένοι να αντιδρούμε την τελευταία στιγμή, κι αν με ρωτήσεις τι θα κάνω σε δώδεκα μήνες θα σου πω «ούτε που ξέρω, παράτα με», ε, εκεί είναι το ακριβώς αντίθετο, έχουν πρόβλημα με την «τελευταία στιγμή». Αν βγουν από τη νοητή γραμμή, μπλοκάρουν. Δεν παύει να είναι, όμως, η μοναδική χώρα στην Ευρώπη όπου μπορείς να ζήσεις από αυτό. Υπάρχει ακόμα ένα σύστημα πολύ ευνοϊκό για τους καλλιτέχνες, υπάρχει το ταμείο των καλλιτεχνών ως ασφάλεια που σου καλύπτει το μισό ποσό των εισφορών σου, είναι μια πιο υγιής κατάσταση που αντιστοιχεί σε μια εύρωστη οικονομία. Από την άλλη, εδώ αισθάνομαι πιο δημιουργικός. Θεωρώ ότι εδώ υπάρχει πιο μεγάλη ανάγκη και παρά τις πολύ δύσκολες συνθήκες με τις οποίες δουλεύουν όλοι, βρίσκω μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν θέλω να τα ωραιοποιήσω, αλλά υπάρχει κάτι, ένα άλλο νεύρο, μια άλλη ενέργεια.

 

  • Ως Έλληνας δεν είχα καμία διαφορά στην αντιμετώπιση στη Γερμανία, αλλά αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι έχω σπουδάσει εκεί, ξέρω τη γλώσσα, ξέρω την κουλτούρα τους. Πάντως, παρατήρησα ότι ειδικά στον χώρο του θεάτρου και γενικά στον χώρο των τεχνών υπάρχει μια πολύ μεγάλη συμπάθεια για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Στον χώρο αυτό συναντάς μια στάση διαμετρικά αντίθετη από την επιθετικότητα που εκδηλώθηκε στα γερμανικά συστημικά media, απέναντι στα οποία εκ των πραγμάτων οι περισσότεροι άνθρωποι που δουλεύουν στο θέατρο και στα γράμματα είναι επικριτικοί.

 

  • Το θέμα είναι πως μέσα από την κρίση γεννήθηκε η περιέργεια και το μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες τα τελευταία 5-6 χρόνια παίζουν στις ευρωπαϊκές σκηνές. Θυμάμαι, το 2010 κάναμε κάτι συνέδρια για το πώς μπορεί να βοηθηθεί η ελληνική τέχνη στο εξωτερικό, μετά έγινε ό,τι έγινε και πολλοί curators ήρθαν από μόνοι τους και επέλεξαν ομάδες από την Ελλάδα.

 

Ήμουν on the road τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, από το 2012 και μετά. Κάποια στιγμή κουράστηκα και ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, γιατί την αισθάνομαι λίγο σαν το σπίτι μου. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Το πιο ενδιαφέρον, που το βλέπουμε τώρα, το 2015-16, είναι ότι πολλοί από τους καλλιτέχνες που βγήκαν το 2012-13 προς τα έξω συνεχίζουν να έχουν μια διεθνή παρουσία. Τώρα, το θέμα είναι πώς και με ποιον τρόπο μπορεί αυτό να συνεχιστεί και να αποδώσει καρπούς και να είμαστε ζωντανό κομμάτι αυτού του διαλόγου με τη σύγχρονη διεθνή παραγωγή. Τώρα τίθεται το θέμα της πολιτιστικής πολιτικής από την πλευρά του κράτους, αλλά εκεί τίποτε δεν μας προδιαθέτει να είμαστε αισιόδοξοι. Αυτό είναι τραγικό, αν σκεφτείς ότι το μόνο που μπορεί να αλλάξει κάπως την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό είναι η πολιτιστική της παραγωγή – καλώς ή κακώς, δεν εξάγουμε τίποτε άλλο. Ας κάνει ο καθένας ό,τι μπορεί από τη δική του πλευρά και από το σημείο από το οποίο μπορεί να επηρεάσει κάπως τα πράγματα. Αυτός είναι και ένας από τους στόχους της Πειραματικής.

 

  • Από το 2011 και μετά είμαστε ομάδα με τον Πρόδρομο και δουλεύουμε κυρίως το documentary ή θέατρο της πραγματικότητας, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία μας ως βοηθών των Rimini Protokoll το 2010, στον «Προμηθέα στην Αθήνα».

 

  • Το πιο πρόσφατο έργο μας, που πήγε πολύ καλά και τώρα, στις 25 Μαΐου, το ανεβάζουμε στο Παρίσι, είναι η Καθαρή Πόλη που κάναμε στη Στέγη με μετανάστριες καθαρίστριες και το οποίο θα περιοδεύσει σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ. Πριν από αυτό, το έργο που είχα κάνει το καλοκαίρι, το οποίο θα ξαναπαιχτεί στην Μπιενάλε του Wiesbaden τον Σεπτέμβριο, είναι το "Υπόθεση Φαρμακονήσι" ή το "Δίκαιο του νερού", ένα σημαντικό έργο για μένα γιατί προχώρησα μια έρευνα γύρω από το σύγχρονο προσφυγικό αρκετά σε βάθος. Πριν από αυτό ήταν ο "Τηλέμαχος: Should I stay should I go?" που είχαμε κάνει στη Γερμανία, το Ταξίδι με τρένο που είχαμε κάνει στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2011. Πριν από τη συνεργασία με τον Πρόδρομο, ξεχωρίζω το πρώτο έργο που είχα κάνει, τον "Αγαπητικό της βοσκοπούλας" στο Επί Κολωνώ και μετά στο Φεστιβάλ το 2007, τους "Επτά επί Θήβας" το 2011 στο Αττικό Άλσος και το "Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι" του Bernard-Marie Koltés στο θέατρο Χώρα.

 

  • Με το documentary ασχολήθηκα επειδή αυτό που προσωπικά με ενδιαφέρει είναι το στοιχείο της έρευνας. Από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να με ενδιαφέρει λιγότερο η υπόθεση της καθοδήγησης των ηθοποιών σε μια ερμηνεία και περισσότερο πώς μπορώ να συνθέσω τη δική μου αφήγηση σε σχέση με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Θεωρώ ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο (που προσλαμβάνουμε τα νέα, την πληροφορία) ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από μια κυρίαρχη αφήγηση, συχνότατα εσφαλμένη ή επιφανειακή. Ειδικά στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακή η παρακμή των παραδοσιακών media. Αισθάνεσαι ότι γράφουν μόνο και μόνο για να καλλιεργήσουν εντυπώσεις, να κάνουν θόρυβο και σχεδόν ποτέ δεν ενδιαφέρονται για έρευνα σε βάθος. Αρνούνται το πόσο σύνθετη και περίπλοκη μπορεί να είναι μια κατάσταση ή συνειδητά κάνουν προπαγάνδα υπέρ της μίας ή της άλλης θέσης και υπηρετούν μια ασπρόμαυρη δραματουργία καλού και κακού.

 

  • Στο documentary βρήκα έναν τρόπο, ένα όχημα, για να προσπαθήσω να αρθρώσω με έναν άλλο τρόπο μια αφήγηση της πραγματικότητας. Επίσης, με ενδιαφέρει ο τρόπος που φτιάχνονται αυτά τα έργα. Γνωρίζεις περισσότερο και από πολύ πιο κοντά ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με το θέατρο αλλά με την πραγματικότητα, με τον αληθινό κόσμο, ανθρώπους που σε άλλες συνθήκες δεν θα τους ακούγαμε.

 

Νομίζω ότι έτσι όπως είναι το ευρωπαϊκό θέατρο σήμερα δεν υπάρχουν τόσο συνταρακτικές διαφορές στον τρόπο αντίληψης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους καλλιτέχνες. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Μου αρέσει να κάνω συνεντεύξεις, να πηγαίνω στα πιο απίθανα μέρη για να συναντήσω ανθρώπους, όπως και όταν καταφέρνω να προσεγγίσω ένα θέμα, να συνθέτω τη δική μου αφήγηση.

 

  • Βαριέμαι πολύ τις πρόβες, όταν δεν έχω αντικείμενο. Θα κάνω πρόβα όταν ξέρω λίγο-πολύ τι θέλω να γίνει. Απορώ πολύ με συναδέλφους που κάνουν πρόβες τρεις-τέσσερις μήνες – τι κάνουν δηλαδή; Είναι άλλος τρόπος δουλειάς.

 

  • Η τέχνη είναι ένας από τους τρόπους για να αλλάξει ο κόσμος. Τι σημαίνει, όμως, να αλλάξει ο κόσμος; Είναι μια ετικέτα, μια φράση-δυναμίτης και «τι μας λες τώρα, έχουν γραφτεί τόσα αριστουργήματα και ο κόσμος δεν αλλάζει». Ο κόσμος δεν αλλάζει γενικά και αόριστα, ο καθένας από εμάς αλλάζει. Εγώ έχω αλλάξει. Δεν θα σταματήσεις τους πολέμους, την πείνα, τη φτώχια, δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό η τέχνη, αλλά εσένα, τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτό που κάνεις και ίσως ένα κομμάτι του κόσμου που έρχεται να δει τη δουλειά σου, ναι, αυτό μπορεί να το αλλάξει.

 

  • Πώς ορίζουμε τους λίγους και πώς τους πολλούς; Αν θεωρήσουμε πολλούς τη μάζα που επηρεάζουν τα ηλεκτρονικά μέσα, προφανώς και το θέατρο είναι υπόθεση των λίγων. Το θέατρο, εκτός από τέχνη, είναι ένα φαινόμενο του πολιτισμού που εκδηλώνεται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες θεατρουπόλεις είναι οι μητροπόλεις. Βλέπεις ότι καλό θέατρο συμβαίνει όπου η κυψέλη βουίζει και αφορά ανθρώπους που είναι ενεργοί μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον – με την έννοια του urban, όχι του bourgeois. Προφανώς, μια καλή παράσταση που συμβαίνει στην Αθήνα μπορεί να επηρεάσει πολύ σημαντικούς «λίγους» και δεν θα τη μάθει ποτέ κανένας στο χωριό της γιαγιάς μου, όπου βλέπουν μόνο τηλεόραση. Μήπως κάθε μορφή τέχνης είναι υπόθεση των λίγων; Δεν μπορεί το ίδιο πράγμα να ενδιαφέρει στον ίδιο βαθμό τους πάντες.

 

  • Δεν είναι χρέος του καλλιτέχνη να εκπαιδεύσει το κοινό, χρέος του καθενός είναι να εκπαιδεύσει τον εαυτό του. Να ανοίξει τα στραβά του, να διαβάσει κανένα βιβλίο, να δει καμιά ταινία, καμιά παράσταση, ανάλογα με το τι τον ενδιαφέρει. Ο σκοπός του καλλιτέχνη είναι να γίνεται καλύτερος μέσα από τη δουλειά του και να κοιτάει το έργο του, να είναι συνεπής απέναντι στον εαυτό του και το έργο του. Να προσπαθεί να είναι σαφής και ειλικρινής στον εαυτό του, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι πολύ εύκολο να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου.

 

  • Πιστεύω στην τύχη πάρα πολύ. Είναι πολλά πράγματα που εξαρτώνται από τις συγκυρίες, ασχέτως του πόσο πολύ δουλεύεις: to be in the right place in the right time. Παίζουν ρόλο και η τύχη και η ατυχία.

 

Tο θέμα είναι πως μέσα από την κρίση γεννήθηκε η περιέργεια και το μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες τα τελευταία 5-6 χρόνια παίζουν στις ευρωπαϊκές σκηνές. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ένα ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει είναι ότι έχω γυρίσει την Ευρώπη με αμάξι, χωρίς δίπλωμα όμως.

 

  • Με ενοχλεί ο θρίαμβος της κακής αισθητικής, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχαμε πάντα, πέρα από το πολιτικό ή το οικονομικό. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι στην Ελλάδα θριαμβεύει το κακό. Βλέπεις κάποια πράγματα στην τηλεόραση και δεν μπορώ να διανοηθώ πώς μπορεί να είναι τόσο κακά. Πώς μπορείς να έχεις τόσο κακό φωτισμό, κακή κάμερα, κακή υποκριτική, κακό κείμενο και όλο αυτό το πράγμα να ορίζει το μέτρο, να συνηθίζει ο κόσμος το κακό τόσο πολύ, που να πιστεύει ότι αυτό είναι το κανονικό. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω.

 

  • Για να χαλαρώσω παίζω videogame στον υπολογιστή. Κάτι που μου αρέσει να κάνω, όταν έχω ελεύθερο χρόνο, είναι να παίρνω το μηχανάκι μου, να πηγαίνω σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας και να κάνω βόλτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, να χαζεύω τα κτίρια και τις πλατείες και γενικώς την πόλη, μου αρέσουν πάρα πολύ αυτά. Τρέχω, διαβάζω, πάω σινεμά. Κάποια στιγμή είχα κολλήσει με το «House of Cards», αλλά δεν είμαι φανατικός των σειρών.

 

  • Ενέργεια παίρνω από τους φίλους και τους συνεργάτες μου.

 

  • Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Πιστεύω ότι αν από την αρχή είχαμε δείξει πνεύμα συνεργασίας και είχαμε καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για συνωμοσία αλλά ότι πραγματικά είμαστε χρεοκοπημένοι ως κράτος, θα το είχαμε ξεπεράσει πιο γρήγορα και με λιγότερες απώλειες. Νομίζω ότι είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα δικό μας φαντασιακό. Σε κάποια πράγματα καλό είναι αυτό, το γεγονός ότι είμαστε τόσο ονειροπόλοι, αλλά κάπου πρέπει να δούμε και την πραγματικότητα. Από τη στιγμή που είσαι χρεοκοπημένος, δεν μπορείς να πάρεις καμία απόφαση, όλες οι αποφάσεις εξαρτώνται από αυτόν που σου δανείζει. Άρα, το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να ξεφύγεις από αυτή την κατάσταση. Κατά τ' άλλα, δεν είμαι τόσο αρνητικός, γιατί θεωρώ ότι στην Ελλάδα υπάρχει αλληλεγγύη, υπάρχει και κόσμος που βοηθάει και, γενικότερα, αν κάτι έχει σώσει τη χώρα, είναι αυτό το πράγμα.

 

Info:

Η Καθαρή Πόλη θα παιχτεί στις 25 Μαΐου στο Παρίσι και στη συνέχεια θα περιοδεύσει σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ. Η Υπόθεση Φαρμακονήσι ή Το δίκαιο του νερού θα παιχτεί στην Μπιενάλε του Wiesbaden τον Σεπτέμβριο.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη LIFO τον Μάιο του 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ