O Νέγρος του Μοριά

O Νέγρος του Μοριά

Μια Καναδέζα μαμή του είπε κάποτε να μην ανησυχεί για τα λεφτά.

  • Γεννήθηκα και μεγάλωσα στους Αμπελόκηπους –στον αρχαίο Δήμο Αλωπεκής, όπου γεννήθηκαν ο Σωκράτης και ο Αριστείδης ο Δίκαιος– από γονείς που είχαν έρθει στην Ελλάδα από την Γκάνα για μια καινούργια ζωή. Την εφηβική μου ζωή την έζησα στην Κυψέλη.

 

Λατρεύω την ελληνική αργκό και παίζει να είμαι ο μόνος Αφροέλληνας στο χιπ χοπ που χρησιμοποιεί το λεξικό της πιάτσας, της ουσίας. Είμαι ο «μαύρος Ελληνάρας».

 

  • Ο πατέρας μου είχε την εντύπωση ότι ήμουν καλός ποδοσφαιριστής, έτσι πήγα στις ακαδημίες του Ρότσα και πέρασα για δοκιμαστικά από τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, του Παπάγου, τον Τριφυλλιακό, το Αιγάλεω – σε πολλές και καλές ελληνικές ομάδες. Υπήρξε όμως θέμα νομικό, γιατί αν δεν έχεις ταυτότητα, δεν μπορείς να βγάλεις δελτίο. Η ταυτότητα είναι ένα μέσο που διευκολύνει πολύ έναν άνθρωπο κοινωνικά να κάνει τη δουλειά του. Αν έχεις, είναι πολύ εύκολο να παίξεις μέχρι Δ' και Γ' Εθνική – γιατί σε κάποιες κατηγορίες δεν αφήνουν μετανάστες. Έπαιζα μπάλα και τραγούδαγα, ήταν κάτι σαν κρυφό πάθος, μετά σιγά-σιγά το τραγούδι εξελίχθηκε και κράτησα αυτό.

 

  • Ο πατέρας μου κατάγεται από τη φυλή των ντράμερ, που παίζουν στις γιορτές και τις συγκεντρώσεις, έτσι στο σπίτι μας έπαιζε καθημερινά Ebo Taylor και άλλη μουσική από την Γκάνα. Μου έβαζε ν' ακούω από τζαζ μέχρι ρέγκε, διάφορα. Όταν μου έβαλε χιπ χοπ είπα: «Όπα, εδώ είμαστε, τι είναι αυτό, πατέρα;». Και μου εξήγησε περισσότερα. Το χιπ χοπ ήταν κυρίαρχο είδος στα '90s και κάτι κοντινό σ' εμένα, κάτι που μπορούσα να αγγίξω. Στην αρχή ήμουν ακροατής και το 2007 αποφάσισα να γίνω MC. Προηγουμένως έγραφα πιο πολύ για την πλάκα μου. Το 2008 έγινα ο «Νέγρος του Μοριά» κι άρχισα να γράφω στίχους και μουσική. Ήθελα πάντα να δημιουργώ, η δημιουργία είναι το παν. Σαν τον Θεό που δημιούργησε τον κόσμο, έτσι κι εγώ, ως άνθρωπος, δημιουργώ ένα τραγούδι. Όπως λέει ο Θεός: «Ο καθένας από μας είναι κι ένας θεός», άρα εγώ κάνω το θεϊκό μου με τη μουσική.

 

Το 2008 έγινα ο «Νέγρος του Μοριά» κι άρχισα να γράφω στίχους και μουσική. Ήθελα πάντα να δημιουργώ, η δημιουργία είναι το παν... Φωτό: Εlizabeth Rovit/ LIFO

 

  • Έχω γεννηθεί εδώ και μου αρέσει η ελληνική γλώσσα και η ιστορία της Ελλάδας. Είμαι κι εγώ κομμάτι της ιστορίας της και αισθάνομαι ότι γράφω τη δική μου ιστορία. Μου αρέσει η εποχή του Σωκράτη, του Θουκυδίδη και του Πλάτωνα, αλλά και η εποχή της Μπουμπουλίνας, του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη. Έτσι έγινα Νέγρος του Μοριά. Λατρεύω την ελληνική αργκό και παίζει να είμαι ο μόνος Αφροέλληνας στο χιπ χοπ που χρησιμοποιεί το λεξικό της πιάτσας, της ουσίας. Είμαι ο «μαύρος Ελληνάρας». Μ' αρέσει η ελληνική κουλτούρα, το πώς μιλάς, πώς προσεγγίζεις τον άλλο, να παίζω με το κομπολογάκι όταν έχω στρες, τα «αϊντά», το γλέντι, το «έλα μωρέ, χαλαρά». Δεν υπάρχει αυτό έξω. Οι άλλοι είναι τσιτωμένοι. Εδώ πέρα έχουμε τον ήλιο και γι' αυτό στην Ελλάδα κάποια πράγματα είναι έτσι. Λες, δεν βαριέσαι, να πιούμε το καφεδάκι να χαλαρώσουμε, ο κόσμος χαμογελάει, βγαίνει, πηγαίνει προς τη θάλασσα. Και οι κλασικές ατάκες μου αρέσουν, οι παροιμίες, τα λογοπαίγνια. Η γλώσσα της Ελλάδας είναι απίστευτη, είναι πλούσια, και αυτό με βοηθάει κι εμένα μουσικά.

 

  • Διάβαζα πρόσφατα ότι στον Άβατο της Θράκης, στην Ξάνθη, υπάρχει μια περιοχή όπου ζουν μαύροι Έλληνες. Οι πρόγονοί τους ήρθαν στην Ελλάδα την εποχή της Τουρκοκρατίας ως σκλάβοι των μπέηδων και παρέμειναν στη χώρα μας. Είδα σε μια φωτογραφία έναν μαύρο βοσκό να βόσκει τα πρόβατα, τον μόνο Έλληνα μαύρο βοσκό, και ήταν ωραίο. Θα ήθελα πολύ να έβλεπα έναν Κινέζο δεύτερης γενιάς στην Ελλάδα, αλλά χωρίς ταυτότητα πώς να μπουν στην κουλτούρα ενός λαού που φοβάται την αλλαγή;

 

Μ' αρέσει η ελληνική κουλτούρα, το πώς μιλάς, πώς προσεγγίζεις τον άλλο, να παίζω με το κομπολογάκι όταν έχω στρες, τα «αϊντά», το γλέντι, το «έλα μωρέ, χαλαρά»... Φωτό: Εlizabeth Rovit/ LIFO

 

  • Μου αρέσει πολύ η ελληνική μουσική, τα ρεμπέτικα και η λαϊκή μουσική, αλλά όχι η σύγχρονη. Μου αρέσει ο Καζαντζίδης, ο Χιώτης –και ας είναι για σαλόνια–, η τετράς του Πειραιά, Ανέστος Δελιάς και Βαμβακάρης – ο Βαμβακάρης είναι μεγάλο respect για μένα. Η μουσική παλιότερα στην Ελλάδα ήταν πιο αληθινή και πιο ωραία, είχε και τον αμανέ, έβλεπες ότι μέσα από τα παράπονα έβγαινε κάτι καλό. Τώρα οι κοινωνικοί προβληματισμοί έχουν γίνει παράπονα ερωτικά, με χώρισες, με παράτησες... Δεν υπάρχει το τράνταγμα, το να ακούσεις τον σημερινό λαϊκό τραγουδιστή και να πεις «μιλάει για τον λαό». Τώρα μιλάει μόνο για τα ντέρτια του. Το ελληνικό χιπ χοπ, από την άλλη, έχει τόσο κοινωνικό στίχο ώρες-ώρες, που το βαριέσαι, γιατί δεν τον λένε όλοι καλά. Το αρχικό στοιχείο του χιπ χοπ είναι κυρίως κοινωνικό, πολιτικό και μετά είναι το battle – γιατί το χιπ χοπ είναι και εγωισμός.

 

  • Το κέντρο είναι η έμπνευσή μου. Εκτός από τους καλλιτέχνες που είναι οι επιρροές μου, η έμπνευσή μου είναι οι άνθρωποι και το περιβάλλον όπου ζω, πόσο μάλλον το κέντρο της Αθήνας. Σε άλλες χώρες το έχουν συμμαζεμένο και τακτοποιημένο, αλλά εδώ, επειδή γίνεται η αλαλούμπα, ένα ματσαμπλόκο, βλέπω πράγματα που ο Αμερικανός ράπερ τού τώρα θα ήθελε πολύ να ζει. Κυκλοφορώ στο αθηναϊκό L.Α. (σ.σ. λεωφόρος Αλεξάνδρας). Είναι ένας κομβικός δρόμος, μια τεράστια λεωφόρος, και ανάμεσα οι 12 περιοχές της: Γκύζη, Γουδί, Λυκαβηττός, Κυψέλη, ο λόφος του Στρέφη, Αμπελόκηποι κ.λπ. Κινούμαι μόνο σε αυτές και στο κέντρο επειδή βλέπεις τα πάντα. Είναι η μέγιστη έμπνευσή μου.

 

  • Είμαι πολύ περήφανος που από το μηδέν βρήκα και έφτιαξα το συγκρότημα που είμαι τώρα: Με Έλληνες από Κρήτη, Καρπενήσι και Γιάννενα, με Αλβανό, Αιθίοπα και Καμερουνέζο. Όλοι αυτοί μένουν στην Ελλάδα και όλοι μαζί κάνουμε ένα κοινό πράγμα εδώ. Χαίρομαι πάρα πολύ που τους βλέπω μαζί να κάνουν κάτι στην κοινωνία που είμαστε τώρα. Στο περιβάλλον που ζούμε εγώ μάζεψα δέκα άτομα διαφορετικής κουλτούρας και γίναμε ένα, αυτό είναι πολύ τρελό, δεν υπάρχει άλλο τέτοιο συγκρότημα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Είμαστε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ από μόνοι μας.

 

Έχω γεννηθεί εδώ και μου αρέσει η ελληνική γλώσσα και η ιστορία της Ελλάδας. Είμαι κι εγώ κομμάτι της ιστορίας της και αισθάνομαι ότι γράφω τη δική μου ιστορία... Φωτό: Εlizabeth Rovit/ LIFO

 

  • Μια Καναδέζα μαμή μου είχε πει κάποτε να μην ανησυχώ ποτέ για τα λεφτά. Γιατί τα λεφτά υπάρχουν, το ζήτημα είναι τι θα κάνεις εσύ για να πάρεις αυτά που σου ανήκουν. Λεφτά μπορείς να βγάλεις από τα πάντα. Μπορείς να φτιάχνεις χαρτοπετσέτες και να γίνεις πλούσιος. Όταν ο καλλιτέχνης δεν βγάζει λεφτά, δεν φταίει μόνο η κοινωνία. Αν σε αυτό που κάνεις δίνεις κάτι πλούσιο, τότε εννοείται πως τα λεφτά θα σου έρθουν.

 

  • Η νέα μου δουλειά έχει τίτλο «Ακούγοντας και Μαθαίνοντας». Έχω ξεκινήσει να τη γράφω από τις 26 Νοεμβρίου του '12. Εκείνη την περίοδο ήμουν στους δρόμους της Αθήνας, έβλεπα κι άκουγα, και έτσι παρατηρούσα τον κόσμο. Το 2001 γνώρισα τον Mad Max Lion που μου έλεγε «άκου και μάθε». Ήμουν τύπος που δεν άκουγε, μόνο μίλαγε, ήμουν πεισματάρης. Με αυτό τον τίτλο είναι σαν να τη λέω σ' εμένα: άκου και μάθε. Όταν έκατσα, άκουσα κι έμαθα, έγινα καλύτερος άνθρωπος. Όπως και το παιδί στο σχολείο, που πρέπει να ακούσει για να μάθει. Είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει και μετά, βλέποντας και κάνοντας. Μέχρι να πεθάνεις πρέπει να ακούς και να μαθαίνεις.

 

  • Η ζωή με έχει μάθει να μην τα παρατάω ποτέ. Κι ότι δεν υπάρχουν φίλοι. Ή θα είσαι αδερφός με τον άλλο ή τίποτα. Να μπορείς να του πεις ότι στράβωσες με κάτι, να σε καταλάβει και να συνεχίσετε. Με έχει μάθει επίσης να μην ξεφεύγω από τον στόχο μου. Κι ότι είσαι μόνος σου. Συναντάς ανθρώπους και σου λένε ότι «είσαι τέλειος και πολύ ωραία η μουσική σου», αλλά στο τέλος της ημέρας δεν ξέρουν πού θα κοιμηθώ, ούτε τι θα φάω, ούτε τι θα φορέσω. Ο ενθουσιασμένος είναι αδύναμος κι ευάλωτος. Πάντα να προχωράς και μην εντυπωσιάζεσαι εύκολα, γιατί αλλιώς σε φάγανε.

 

 

Το «Ακούγοντας και Μαθαίνοντας» θα κυκλοφορήσει από τη δισκογραφική των Black Athena αργότερα μέσα στη χρονιά, ενώ η πρώτη του παρουσίαση θα γίνει στις 6 Ιουνίου στο Plisskën Festival. Η περιοδεία του «Μαύρη Οδύσσεια» θα συνεχιστεί στο Beach Street Festival στη Μυτιλήνη από 9 ως 12 Ιουλίου.

 


Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Απρίλιο του 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ