Πάρις Μέξης

Zηλεύει τους ανθρώπους

Από την Αργυρώ Μποζώνη
Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν
  • Μεγάλωσα μέσα στην αγάπη δυο ανθρώπων που ήταν μαζί μόνο και μόνο για να είμαι χαρούμενος και όταν συνειδητοποίησαν ότι μεγάλωσα, τα διέλυσαν όλα.

 

  • Ο πατέρας μου ήταν υπεύθυνος διαφόρων εταιρειών σε θέματα επικοινωνίας, η μητέρα μου ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο στα μίντια, ραδιοφωνική παραγωγός, συγγραφέας, ένας χαρακτήρας ή του ύψους ή του βάθους. Οι γονείς μου μού έμαθαν ωραία πράγματα και πολλά τα έμαθα σκληραγωγούμενος. Μου εξήγησαν ότι ο καλός ο άνθρωπος μπορεί να τσαλαπατηθεί κάλλιστα. Ότι πάντα πρέπει να κάνεις παραπάνω. Εμείς, σαν νοικοκυριό, δεν είχαμε τίποτα, δεν αγοράσαμε τίποτα, δεν είχαμε ποτέ λεφτά, σπίτια, αυτοκίνητα. Ποτέ, σε όλη τους τη ζωή. Όλα μας τα λεφτά τα κάναμε ταξίδια. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο μου σχολείο και όλα ξεκίνησαν από εκεί.

 

Ό,τι και να κάνω το σκέφτομαι ως μια θεατρική αφήγηση. Είναι η λογική μου για τα πάντα. Επίσης, όλα είναι σκηνογραφία, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο διηγείσαι. Εγώ φτιάχνω το πλαίσιο. Γιατί εσύ διηγείσαι.

 

  • Ως παιδί, ήμουν υπέρβαρος σε σημείο αποκλεισμού. Ήμουν το χοντρό παιδί της τάξης. Πήγαινα στον Κωστέα-Γείτονα, όπου διδάσκω σήμερα. Ήμουνα το χοντρό παιδί της τάξης που πέρναγε τα διαλείμματα μέσα στην τάξη, σκιτσάροντας, ή ήταν συνέχεια στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Το παιδί που δεν έβγαινε ποτέ να παίξει μπάλα. Έτσι μεγάλωσα. Αλλά χαρούμενος. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το bullying, όπως το βαφτίσαμε μετά, υπήρχε το «δεν έχω γκόμενα, δεν με παίζουν μπάλα, δεν με κοιτάνε τα κορίτσια». Αυτά τα είχα.

 

  • Κάποια στιγμή στο λύκειο πήρα ανάποδες και αποφάσισα να τα αλλάξω όλα. Και εκεί πέρα με βρήκε ο καρκίνος. Έπαθα σάρκωμα Γιούινγκ, μια πολύ σπάνια περίπτωση καρκίνου που πιάνει αγόρια σε ένα στενό ηλικιακό πλαίσιο από τα δέκα μέχρι τα είκοσι ένα είναι, ένα λαχείο σπάνιο που μου κλήρωσε. Πέρασα την Γ' Λυκείου με χημειοθεραπείες, στην Αγγλία και εδώ. Το πρώτο training της ζωής μου το έκανα στο νοσοκομείο. Εγώ που διάβαζα μόνο κόμικς μέχρι τότε, ήταν η πρώτη φορά που άνοιξα βιβλία. Διάβασα τα πάντα, ό,τι ερχόταν επάνω μου. Από μυθολογία μέχρι θρησκείες, από παραψυχολογία μέχρι επιστήμες. Ό,τι καταλάβαινα. Ήταν συγκλονιστική εμπειρία για όλους, αλλά την έβγαλα καθαρή κι έτσι είμαι εδώ και κάνω αυτήν τη συνέντευξη.

 

Ποιοι κάνουμε τέχνη αυτήν τη στιγμή; Τα ψώνια. Έτσι μας λένε όλοι. Αν ένας καλλιτέχνης πει «εγώ θέλω να ζωγραφίζω», πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Είναι θέμα παιδείας... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Στη ζωή μού συνέβησαν τρία πράγματα: χώρισαν οι γονείς μου, έπαθα καρκίνο και γεννήθηκε ο γιος μου. Και τα τρία αυτά πράγματα, όταν συνέβησαν, νόμισα ότι καταστρέφεται η ζωή, όπως τη γνωρίζω. Και τα τρία αυτά ήταν οι βασικότεροι άξονες που όρισαν ό,τι είμαι σήμερα. Καλό ή κακό. Ήταν τα τρία σημαντικότερα πράγματα που μου συνέβησαν και ήμουν εντελώς ανέτοιμος γι' αυτά.

 

  • Είμαι ένας άνθρωπος που έχει συνείδηση ότι η ζωή είναι μικρή. Μικρότατη. Αυτό είναι που με έκανε παιδαγωγό. Προσπαθώ να μεταδώσω αυτή την εμπειρία στα παιδιά –χωρίς, φυσικά, να έχουν πάθει καρκίνο–, να τους πω «μην κωλώνετε. Θα τα φτιάξουμε».

 

  • Αν μου πεις να επιλέξω μια επαγγελματική ιδιότητα, δεν υπάρχει, είναι το μεγαλύτερο κακό και καλό στη ζωή μου. Από τη μια ζηλεύω τους ανθρώπους που είναι συγκεντρωμένοι σε ένα πράγμα, λέω αυτοί φτιάχνουν κάτι, από την άλλη βαριέμαι, δεν το 'χω να κάνω μια τέτοια επιλογή. Προσπαθώ να τα πηγαίνω όλα ψηλά, παράλληλα – μάλλον δεν γίνεται, αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος αλλιώς. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε διδάσκω, έχω να κάνω ένα μιούζικαλ, δύο όπερες, να ετοιμάσω όλο το κείμενο για μια εταιρεία στη Δανία που θα κάνει οπτική επικοινωνία, συνεργάζομαι με τους Beetroot, και όλα αυτά περιέργως αλληλοσυμπληρώνονται. Ένα καλό υπάρχει σε αυτά: όταν κολλάς σε ένα πράγμα, δεν μπορείς να πεις «κόλλησα», χρωστάς ήδη δουλειά αλλού. Αυτό είναι το καλό. Το κακό είναι ότι γυρνάς και κοιτάς και λες «δεν αφιερώθηκα τρία χρόνια σε αυτό το πράγμα, που τα χρειαζόταν για να πάει εκεί που πρέπει».

 

  • Θεμελιωδώς είμαι άνθρωπος του θεάτρου και έτσι σκέφτομαι. Ό,τι και να κάνω το σκέφτομαι ως μια θεατρική αφήγηση. Είναι η λογική μου για τα πάντα. Επίσης, όλα είναι σκηνογραφία, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο διηγείσαι. Εγώ φτιάχνω το πλαίσιο. Γιατί εσύ διηγείσαι. Ό,τι είναι να το πεις, θα το πεις, θα γράψεις τα λόγια σου, αλλά το πλαίσιο είναι ένας καταλύτης. Αυτή είναι η δουλειά, το πλαίσιο διήγησης.

 

  • Η Ελλάδα, οικονομικά, είναι ένας πολύ σκληρός τόπος για τον ελεύθερο επαγγελματία, απάνθρωπος για τον καλλιτέχνη. Οι καλλιτέχνες μαστίζονται από δύο μεγάλες ασθένειες: η μία λέγεται αδιαφορία, για την οποία δεν φταίνε μόνο αυτοί, και η άλλη αυτισμός. Η Ελλάδα έχει χρυσάφι. Και αυτό λέγεται πολιτισμός. Δεν το ακουμπάει κανένας. Κανένας δεν εξάγει αυτό το πράγμα. Κανένας δεν βλέπει σοβαρά το πράγμα ως λεφτά, όχι αν σου αρέσει. Να πεις θα φτιάξω ένα πακέτο, να γεμίζω την Επίδαυρο με ξένους, να βγάζω τα λεφτά του φεστιβάλ και μετά να κάνω ό,τι θέλω, ό,τι γουστάρω, γιατί θα 'χω τα λεφτά. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη Γη λένε «έχω να πουλήσω Βερμέερ γιατί είμαι Φλαμανδός». Θα πουλήσω τον Βερμέερ και θα πάρω τα λεφτά να τα δώσω στους μοντέρνους καλλιτέχνες να κάνουν κάτι καινούργιο. Εμείς προσπαθούμε να κάνουμε πυροτεχνήματα. Να «τρέξουμε» μια έκθεση εδώ πέρα – την κάνουμε, σβήνει. Και τους αφήνουμε μόνους τους καλλιτέχνες να βγάλουν το φίδι απ' την τρύπα. Αυτή η αδιαφορία είναι συγκλονιστική. Η Ελλάδα μπορεί να πουλάει πολιτισμό ακόμα και ως λέξεις. Μπορεί να πατεντάρει όποια λέξη θέλει, τη λέξη «θέατρο», τη λέξη «μάσκα». Μιλάμε για βασικά πράγματα.

 

Στη ζωή μού συνέβησαν τρία πράγματα: χώρισαν οι γονείς μου, έπαθα καρκίνο και γεννήθηκε ο γιος μου. Και τα τρία αυτά πράγματα, όταν συνέβησαν, νόμισα ότι καταστρέφεται η ζωή, όπως τη γνωρίζω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ποιοι κάνουμε τέχνη αυτήν τη στιγμή; Τα ψώνια. Έτσι μας λένε όλοι. Αν ένας καλλιτέχνης πει «εγώ θέλω να ζωγραφίζω», πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Είναι θέμα παιδείας. Η παιδεία είναι αρτηριοσκληρωτική, δεν βλέπει αυτά τα πράγματα ανοιχτά, τα παιδιά βγαίνουν έξω μισώντας τα. Ένα παιδί που έχει τελειώσει τη βασική του εκπαίδευση έχει καταλάβει ότι το θέατρο είναι κάτι βαρετό, το μουσείο είναι κάτι βαρετό, η ποίηση είναι κάτι βαρετό, η λογοτεχνία είναι κάτι βαρετό, οπότε ουδέποτε του περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να δουλέψει και να δημιουργήσει σε αυτούς τους τομείς. Οπότε, ποιοι μένουν; Οι άλλοι. Οι παράξενοι. Οι περίεργοι. Οι οποίοι κάνουν ό,τι μπορούν, καλό ή κακό.

 

  • Και εκεί πάμε στο δεύτερο πρόβλημα, τους αυτιστικούς. Δεν το κάνω γιατί σκέφτομαι πού θα με οδηγήσει αύριο αυτό το πράγμα, το κάνω γιατί εγώ προσωπικά το έχω ανάγκη, γιατί έχω απωθημένα, γιατί είναι πολύ ωραίο. Αυτό λένε. Δεν το κάνω για κανέναν αλλά για την πάρτη μου και βρίσκω και μια αυλή που μου λέει «τι ωραία που το κάνεις, Μαρούλα» ή «καταπληκτικός ήσουνα στον Άμλετ» και το ανεβάζω. Είναι όλο λάθος.

 

Είμαστε κακομαθημένοι για να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, όλοι σηκώνουμε το δάχτυλο και η συνέπεια αυτού είναι η κατάθλιψη που οδηγεί στην απαξίωση.

 

  • Ο Γερμανός τον Γκαίτε τον αντιμετωπίζει με θρησκευτικό δέος, ουσιαστικά. Έχουν μπει θεμέλια γι' αυτό. Εμείς δεν το 'χουμε. Τα παιδιά μας βγαίνουν τρομαγμένα από το σχολείο και τα ενδιαφέρει ένα πράγμα: να βγάλουν λεφτά. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Δεν ξέρουν όμως και πώς να τα βγάλουν. Και αυτό που λεγόταν το '80, «να την κάνουμε», σήμερα λέγεται start-up, να βρούμε μια ιδέα, να την πουλήσουμε στο δίκτυο. Κανείς δεν σκέφτεται ότι υπάρχουν δομές παρατημένες, ότι μπορείς να σκεφτείς πού θα μπορούσες να τις εκμεταλλευτείς και να τις κάνεις από χρήματα μέχρι ό,τι σου έρθει στο μυαλό.

 

  • Να σου πω κάτι άλλο. Η Ελλάδα είναι μια αγροτική χώρα. Κανείς δεν ασχολείται με αυτό. Όλοι νομίζουν ότι ο αγρότης είναι ένας βλάχος με τσάπα. Στην Ευρώπη είναι ένας κοστουμαρισμένος τύπος που πάει και κλείνει σπόρους σε χρηματιστήρια σπόρων στο εξωτερικό και αναβαθμίζει μια ολόκληρη περιοχή με μια πανέξυπνη κίνηση. Αυτό είναι σχεδόν ανώτερα οικονομικά. Αλλά αυτό το ξέρουμε εγώ κι εσύ.

 

Είμαι ένας άνθρωπος που έχει συνείδηση ότι η ζωή είναι μικρή. Μικρότατη. Αυτό είναι που με έκανε παιδαγωγό... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Η δική μας η γενιά έχει συγκλονιστικά φορτισμένες μονάδες. Δεν έχει ομάδες. Παρόλο που σχηματίζουμε ομάδες, δεν έχουμε την αντοχή να επιμείνουμε στην επιτυχία μας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ομάδων είναι ότι ενώνονται, δημιουργούν κάτι πολύ καλό, αλλά επειδή έχουν κουραστεί πάρα πολύ να το φτιάξουν και δεν τους υποστηρίζει κανείς, όταν τα καταφέρνουν τελικά, λένε «ουφ! Αυτό ήταν». Στην πραγματικότητα, τότε είναι που ξεκινάνε.

 

  • Δεν ξέρω να σου πω τι θα κάνει μια γενιά, γιατί από πείσμα δεν θέλω να το βλέπω έτσι. Ο Καντίνσκι ξεκίνησε να ζωγραφίζει γέρος. Δεν έχει σημασία. Η ηλικία δεν έχει καμία σχέση με τη νοοτροπία. Ξέρω ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν κατορθώσει μέσα από την οικογένεια, τις παρέες και το Ίντερνετ να αναπτύξουν μια συγκλονιστική άμυνα στη μιζέρια που τους περιβάλλει. Γιατί με αυτό παλεύουμε όλοι. Θέλουμε να δημιουργήσουμε πράγματα και παντού μας κόβουν τα πόδια. Οι άνθρωποι που επιμένουν φτιάχνουν πράγματα. Δεν είναι θέμα γενεών.

 

  • Αν θες με μια πρόταση να σου πω τι συμβουλεύω το παιδί μου, αυτό είναι «δράση-αντίδραση». Στον Άλκη λέω ένα πράγμα: «σε ό,τι κάνεις, θα έχεις τα αντίστοιχα αποτελέσματα», για να ξέρει τι επιλέγει. Για να μεγαλώσει καλά ένα παιδί χρειάζεται ένα πλέγμα αγάπης. Αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Να είσαι μόνος σου ή με έναν φωτισμένο και συγκλονιστικό άνθρωπο, όπως εγώ. Αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο κόσμος, σε ένα παιδί εκθέτεις την πραγματικότητα, όχι υποχρεωτικά τη σκληρή. Αν το παιδί σού κάνει την ερώτηση, πρέπει να απαντήσεις. Και παραδέχεσαι τα σφάλματά σου. Γιατί αν του παρουσιάζεις το πρότυπο του αλάθητου, του φτιάχνεις έναν Άγιο-Βασίλη με τον οποίο ζει – δεν υπάρχει χειρότερο. Οι Αμερικανοί βάζουν τα παιδιά τους να δουλεύουν το καλοκαίρι. Πρέπει να μάθουν την αξιοπρέπεια της κούρασης, όχι να βγάλουν λεφτά ή να μάθουν τον καπιταλισμό, όπως ανοήτως λένε κάποιοι. Γιατί η αξιοπρέπεια ξεκινάει από τη δημιουργία. Είδαμε πολλή φούσκα. Είδαμε το ψέμα. Και το ψέμα δεν δουλεύει.

 

  • Αν είναι να σκοράρουμε, θα σκοράρουμε ομαδικά. Αυτή η ιστορία τού «είμαι φοβερός καλλιτέχνης, φοβερός επιστήμονας» δεν υπάρχει. Για να σκοράρουμε ομαδικά, πρέπει να καταπιούμε το εγώ μας αλλά και να διατηρήσουμε την προσωπικότητά μας. Αυτό φαίνεται να αντιτίθεται στη φύση του Έλληνα. Ο Έλληνας είναι ο πρόεδρος. Θέλει να είναι ο πρόεδρος, ο αρχηγός. Εκεί έχουμε πολλά να διδαχτούμε από άλλους λαούς, που μπορεί με λιγότερο πολιτισμό και λιγότερες εμπειρίες να πειθαρχούν σε ένα σύστημα, που μπορεί να μην είναι το καλύτερο, προκειμένου να φτάσουν κάπου – και φτάνουν. Ενώ εμείς καιγόμαστε. Φτάνουμε ηρωικά, κερδίζουμε το Eurο και τέλος. Αυτό, όμως, δεν είναι σύστημα, είναι μια μοναδική στιγμή και τέτοιες έχουμε πολλές. Γιατί η επιτυχία δεν είναι να κερδίσεις το Eurο αλλά να έχεις μπάλα. Αυτήν τη στιγμή σταματάει το ελληνικό πρωτάθλημα γιατί έχουμε κάφρους. Γιατί καίνε οι μεν τους δε. Οπότε, στο τέλος, δεν ενδιαφέρεται κανείς.

 

Αν μου πεις να επιλέξω μια επαγγελματική ιδιότητα, δεν υπάρχει, είναι το μεγαλύτερο κακό και καλό στη ζωή μου. Από τη μια ζηλεύω τους ανθρώπους που είναι συγκεντρωμένοι σε ένα πράγμα, λέω αυτοί φτιάχνουν κάτι, από την άλλη βαριέμαι, δεν το 'χω να κάνω μια τέτοια επιλογή... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ο Έλληνας θα χαλάσει τον κόσμο για το πάρτι. Δεν θα μιλήσω πολιτικά, αλλά η αλλαγή του σκηνικού, η αλλαγή της κυβέρνησης, ήταν τόσο θετική, τόσο χαρούμενη, που επηρέασε ακόμα και αυτούς που δεν ψήφισαν. Κανένας δεν το αμφισβητεί. Το πάρτι τελείωσε. Με τι μείναμε; Αυτό είναι το πρόβλημα. Στα πάρτι είμαστε άσοι. Κάναμε Ολυμπιακούς φοβερούς – και τι έγινε; Υπάρχει το θαύμα της Βαρκελώνης και το πάρτι της Αθήνας. Εμείς θαύματα δεν κάνουμε, κάνουμε μόνο πάρτι, και αν συνεχίσουμε έτσι, θα μας παίρνουνε να κάνουμε μόνο πάρτι. Είναι πολύ απλό.

 

  • Γενικά, είμαστε θαυματοποιοί. Αυτήν τη στιγμή είμαι πρόεδρος της Ένωσης Σκηνογράφων και Ενδυματολόγων. Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος σε αυτήν τη χώρα που θα συνδικαλιζόταν. Γιατί το έκανα, όμως, αυτό το πράγμα; Γιατί ξεκίνησε αυτή η δράση και γιατί ενωθήκαμε; Κάθε Έλληνας σκηνογράφος είναι θαυματοποιός. Αν κινηθείς στο εξωτερικό, καταλαβαίνεις ότι πολλαπλασιάζουν το τίποτα. Με πρακτικές, οικονομικές και τεχνολογικές, με τις οποίες οι ξένοι γελάνε – εκείνοι δεν θα δεχόντουσαν τη δουλειά. Ενωθήκαμε γιατί κάποια πράγματα δεν λύνονται ατομικά. Με κορόιδευαν ότι θα συνδικαλιστώ και θα παρατήσω τη δουλειά μου. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Φτιάχνεις ένα πρότυπο για τους επόμενους τουλάχιστον, ένα μανιφέστο που διέπει το ήθος της δουλειάς, που δεν υπάρχει σε άλλο επάγγελμα. Αυτά έγιναν με δύο χρόνια δουλειά και 100 ευρώ έξοδα.

 

  • Ζούμε σε έναν Μεσαίωνα, αλλά η Αναγέννηση ήρθε από φωτισμένους ανθρώπους του Μεσαίωνα. Το θέμα είναι αν θα επιλέξουμε να είμαστε οι φωτισμένοι του Μεσαίωνα που θα φέρουν την Αναγέννηση. Τα πράγματα δουλεύουν σε αλυσίδα. Στον πολιτισμό το πράγμα πάει πολύ βαθύτερα. Αυτήν τη στιγμή ο κόσμος σού λέει «θα ανοίξω τα μουσεία και δεν θα βάλω ράντζα;». Άντε τώρα να εξηγήσεις ότι έχει ράντζα επειδή δεν ανοίγουν τα μουσεία. Δεν κάνει κανείς τη σύνδεση και δεν καταλαβαίνει το ντόμινο. Τη στενοχώρια, την καντήφλα και την κατάθλιψη.

 

  • Αυτήν τη στιγμή μας λείπουν οι φωτισμένοι ηγέτες που πάντα θέλαμε και μας αρέσουν. Είμαστε κακομαθημένοι για να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, όλοι σηκώνουμε το δάχτυλο και η συνέπεια αυτού είναι η κατάθλιψη που οδηγεί στην απαξίωση. Στην κηδεία. Από αυτό μόνο με έναν τρόπο ξεφεύγεις. Με ένα πλέγμα αγάπης, με τους ομοίους σου, τους συγγενείς σου. Ψάχνουμε και φωνάζουμε. Γι' αυτό υπάρχει η LiFO, το Ίντερνετ, γράφουμε στα Facebook. Όλοι στέλνουμε σήματα. Ο καθένας τα δικά του. Και άλλοι, εκεί που κάποιος απαξιώνει, βρίζει, λένε «δείτε τι ωραίος είμαι», ψάχνουν κόσμο – να συνδεθούν.


Δείτε τη δουλειά του Πάρι Μέξη στο parismexis.com.

 


Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάρτιο του 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ