Λόλεκ (Γιάννης Αναγνωστάτος)

Λόλεκ (Γιάννης Αναγνωστάτος)

Του αρέσουν οι βόλτες με το αυτοκίνητο.

  • Θυμάμαι ότι είχα τρέλα με τα τρένα, από πολύ μικρός. Έλεγα «όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω "τρενάς"», εννοώντας οδηγός τρένου. Τα πρώτα τρένα που γνώρισα ήταν τα παλιά του ΗΣΑΠ, με τα δερμάτινα καθίσματα και τις ξύλινες επενδύσεις. Ο ήχος τους με έκανε να χορεύω μέσα στο βαγόνι. Με δυσκόλευε αφάνταστα να καταλάβω πώς γινόταν να πηγαίνω κάπου όταν καθόμουν ανάποδα προς την κατεύθυνσή μου.

 

Ξαφνικά άκουγες τον κόσμο να σου λέει ότι τονώθηκε η αξιοπρέπειά μας κι αισθανόταν και καλά, στην πράξη όμως τίποτα δεν άλλαξε. Όταν βλέπω να πουλάς την ελπίδα σε αφίσα, για μένα έχει τελειώσει εκεί η ιστορία.

 

  • Ο πατέρας μου, παρόλο που δεν ήταν μουσικός, αγαπούσε τη μουσική και του άρεσε το ακορντεόν, ως γνήσιος Θιακός. Έτσι, όταν ήμουν 12 ετών, μου αγόρασε ακορντεόν και με έβαλε να ξεκινήσω μαθήματα. Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά δεν ήταν στο χέρι μου. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, το σταμάτησα. Σίγουρα η απώλεια του πατέρα μου με επηρέασε πάρα πολύ. Ήμουν 13. Λίγο αργότερα άρχισε να γίνεται όλο και πιο επίπονο. Έψαχνα τραγούδια που να μιλάνε για τον θάνατο για να καταλάβω πώς ένιωθαν αυτοί που τα έγραψαν και αν περνάει αυτό το αίσθημα, ή με την ελπίδα να ανακαλύψω τι έκαναν για να τους περάσει. Εκείνα τα χρόνια άκουγα Nirvana, αλλά σταμάτησα να ακούω όταν αυτοκτόνησε ο Cobain. Τους ξανάκουσα το 2001, όταν βγήκε μια συλλογή με ένα νέο τραγούδι. Μου έφερε τα πάνω-κάτω. Ήταν σαν να τους άκουγα πρώτη φορά και με έβγαλαν από μια φάση που άκουγα μόνο gothic, darkwave, ebm και είχε αρχίσει να μου τη δίνει. Ήταν σαν να με ξύπνησε. Φτιάξαμε τους Touched, μια πανκ μπάντα με την οποία γράψαμε δύο demos και κάναμε λίγες, αλλά επεισοδιακές συναυλίες. Είχαμε μόνο έναν φανατικό οπαδό: τον Zaqui. Λέμε να ξαναπαίξουμε, γιατί έχουμε πολλά καινούργια τραγούδια.

 

Το ρίσκο που πήρα με τη μουσική ήταν μεγάλο. Είχα μια καλή δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία και παραιτήθηκα για να ασχοληθώ με τα τραγούδια μου... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Είμαι πωρωμένος με τη μουσική. Τριπάρω άγρια με τον ήχο, με τα όργανα, τα πετάλια, τους ενισχυτές, τα μικρόφωνα και οτιδήποτε μπορεί να παράγει ήχο. Ο ήχος είναι χάος, όσο περισσότερο ασχολείσαι με αυτόν, τόσο κολλάς και τόσο δεν τελειώνουν τα πράγματα με τα οποία μπορείς να πειραματιστείς. Επίσης, είναι πολύ ακριβό σπορ. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, από μουσικά όργανα μέχρι λυχνίες, που μπορείς να αγοράσεις και όλα κάνουν μια μικρή διαφορά, που το κοινό μπορεί να μην καταλαβαίνει, αλλά για έναν μουσικό –ή, τουλάχιστον, για μένα– αυτό το χάος του ήχου και της μουσικής είναι κάτι σαν πρέζα.

 

  • Το ρίσκο που πήρα με τη μουσική ήταν μεγάλο. Είχα μια καλή δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία και παραιτήθηκα για να ασχοληθώ με τα τραγούδια μου. Έχω περάσει από πολλές σκέψεις για το αν έκανα καλά που άφησα τη δουλειά του υπαλλήλου ή όχι. Σίγουρα δεν ήταν αυτό που ήθελα, αλλά δεν ξέρω αν αρκεί αυτό. Καταλήγω ότι έκανα το σωστό τελικά, παρόλες τις δυσκολίες. Κάποια περίοδο έκανα μαθήματα σε παιδάκια, σήμερα βιοπορίζομαι από τη μουσική και ό,τι έχει να κάνει με αυτήν, παραγωγές άλλων δίσκων, live, ηχογραφήσεις, μουσική για θέατρο κ.λπ. Τα έξοδα του «Ουρανός Μολύβι» τα βάλαμε μαζί με τον Κάχρα και μας βοήθησε και ο Γιάννης Γ.

 

Τελικά, δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος. Θα σου έλεγα απαισιόδοξος, τα πράγματα που κάνω όμως δεν είναι ενός απαισιόδοξου ανθρώπου ή που έχει παραιτηθεί. ... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Έξι χρόνια κρίσης είναι ήδη πολλά και συνεχίζουμε να βιώνουμε όλη την παράνοια. Με εκνευρίζει που οι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά και δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή τους όπως θα ήθελαν. Πέρσι πέρασα μια κόλαση. Η φορολογική μου δήλωση ήταν 2.000, αυτά ήταν όλα όσα είχα βγάλει σε μια χρονιά. Τότε έπαιζα στην παράσταση του Ακύλλα Καραζήση και θυμάμαι την τρίτη ημέρα δεν είχα λεφτά να βάλω βενζίνη για να πάω στο θέατρο. Αναγκάστηκα να πουλήσω μια κιθάρα για να πάρω ένα χιλιάρικο και αναγκαστήκαμε να πουλήσουμε το σπίτι μας. Ξηλώθηκαν όλα, και στούντιο και τα πάντα. Αυτός ο δίσκος ήταν σαν να έγινε για να προλάβω πριν φύγω.

 

  • Τα βλέπω πολύ δύσκολα τα πράγματα. Το χειρότερο είναι ότι ενώ η οικονομική δυσκολία μάς έχει βρει πολύ γερά, ακόμα είμαστε ανεκτικοί στο να ακούμε λόγια. Ξαφνικά άκουγες τον κόσμο να σου λέει ότι τονώθηκε η αξιοπρέπειά μας κι αισθανόταν και καλά, στην πράξη όμως τίποτα δεν άλλαξε. Όταν βλέπω να πουλάς την ελπίδα σε αφίσα, για μένα έχει τελειώσει εκεί η ιστορία. Απλώς δεν βλέπω πια αηδιαστικές φάτσες στο υπουργικό συμβούλιο. Με ενοχλεί, όμως, που βγήκε και δήλωσε ο υπουργός ότι δεν ήταν το οικονομικό το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ελλήνων αλλά η αξιοπρέπειά τους.

 

Με εκνευρίζει που οι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά και δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή τους όπως θα ήθελαν. Πέρσι πέρασα μια κόλαση... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Καθημερινά, όταν ξυπνάω, μου αρέσει να πηγαίνω βόλτες με το αυτοκίνητο. Το παρκάρω στην άκρη του δρόμου και πίνω τον καφέ μου. Μου αρέσει να κάθομαι στο αυτοκίνητο και να ακούω μουσική ή να μιλάω στο τηλέφωνο με φίλους, δεν μου αρέσει να κάθομαι στο σπίτι – μόνο για να φάω και να κοιμηθώ. Έχει τύχει να πηγαίνω στα ίδια σημεία και να έχουν αρχίσει να φοβούνται οι γείτονες. Μου την έχουν πέσει κιόλας – με ρώτησε κάποιος: «τι κάνεις εδώ κάθε μέρα;». Μου αρέσει να είμαι έξω γενικά, προτιμώ να είμαι μέσα στο αυτοκίνητο σταματημένος κάπου, παρά μέσα στο σπίτι. Δεν μπορώ να καθίσω π.χ. στον καναπέ και δεν βλέπω ποτέ τηλεόραση. Δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση, δεν διαβάζω καν τις ειδήσεις στο Ίντερνετ, μόνο ό,τι πάρει το μάτι μου. Προσπαθώ να αποφεύγω το κακό, όταν φτάσουμε στο φινάλε πείτε μου, δεν μπορώ να μαθαίνω κάθε κίνηση που γίνεται, δεν με ενδιαφέρει, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω, εκτός από την ψήφο μου.

 

 

  • Το κέντρο της Αθήνας φέρνει πολύ κοντά περιοχές που σου δείχνουν διαφορετικές πτυχές της πραγματικότητας. Και στην ουσία, εκεί που είσαι στα Εξάρχεια και βράζει ο τόπος και είσαι έτοιμος για οτιδήποτε και σου βγαίνει μια οργή και μια ένταση, πας στου Μακρυγιάννη και είναι ένας άλλος κόσμος, με τουρίστες, μνημεία, ενώ αν πας στη Βικτώρια, βλέπεις άλλη μια πλευρά, πιο σκληρή. Αν βρεθεί ένας ξένος σε ένα προάστιο, δεν θα καταλάβει τίποτα, ούτε για την ιστορία, ούτε πώς είναι σήμερα τα πράγματα – είναι κάτι ουδέτερο και χωρίς αίσθηση. Το κέντρο έχει την ομορφιά της επιλογής τού να πας σε μπαρ που είναι ανοιχτό μέχρι το πρωί, μπορεί να πετύχεις ανθρώπους στον δρόμο, ωραίες καταστάσεις. Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ και το προσέχω είναι η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Αγαπημένη μου εποχή είναι αυτή του Μεσοπολέμου και η ελληνική εκδοχή του Bauhaus. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα ήταν όλα αυτά τα κτίρια του '70, τις πολυκατοικίες που ασχήμυναν την πόλη.

 

  • Κάθε μέρα και άλλο πράγμα. Κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τελικά, δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος. Θα σου έλεγα απαισιόδοξος, τα πράγματα που κάνω όμως δεν είναι ενός απαισιόδοξου ανθρώπου ή που έχει παραιτηθεί. Σημασία έχει η πράξη και όχι τα λόγια. Το καλύτερο πράγμα που παράγει αυτή η χώρα, από την αρχαιότητα, είναι λόγια. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Από πράξεις, λίγα πράγματα.

 

Ο ήχος είναι χάος, όσο περισσότερο ασχολείσαι με αυτόν, τόσο κολλάς και τόσο δεν τελειώνουν τα πράγματα με τα οποία μπορείς να πειραματιστείς... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Ο «Ουρανός Μολύβι» κυκλοφορεί από την InRealTime Records.

 



Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάρτιο του 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ