Αλέκα Κανελλίδου

Αλέκα Κανελλίδου

«Αν όλη σου η ζωή είναι η καριέρα σου, για μένα είσαι μια αποτυχία.»

Από την Αργυρώ Μποζώνη
Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν
  • Γεννήθηκα στην Πλάκα, στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας. Ακριβώς εκεί υπήρχε μαιευτήριο. Εκεί μεγάλωσα, με τον αδερφό μου, που ήταν μικρότερος, και την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός. Έτσι, ζούσα μέσα στη μουσική. Αλλά δεν ήθελα να γίνω τραγουδίστρια, παρόλο που δεν ήξερα κανένα παιδί στην εποχή μου να μη θέλει να γίνει τραγουδίστρια ή χορεύτρια. Ήθελα να σπουδάσω ψυχολογία. Οι συγκυρίες ήταν διαφορετικές κι έπεσα στο τραγούδι –και λόγω του πατέρα μου– πριν τελειώσω το σχολείο. Οπότε, άφησα όλα τα όνειρα που είχα και ξεκίνησα να τραγουδάω.

 

  • Πρωτοτραγούδησα στην «Αθηναία», την καλοκαιρινή, εκεί όπου ήταν παλιά ο Ιππόδρομος. Ήταν ένα εξαιρετικό μαγαζί. Εκεί έπαιζε και πριν από εμένα ο Λεβ, ένας πιανίστας που άρεσε πολύ στους Αθηναίους της εποχής. Στην Αθήνα, και προπολεμικά και μεταπολεμικά, υπήρχαν πολύ καλά μαγαζιά. Εκείνες οι γενιές των ανθρώπων είχαν αποκτήσει μια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή αισθητική που δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε με την τωρινή. Σήμερα που υπάρχουν τα πάντα και είναι αναμεμειγμένα μεταξύ τους. Το χθες της διασκέδασης δεν είχε καμία σχέση με το σήμερα. Όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά κυρίως της αισθητικής κρίσης. Για τον κόσμο τότε, αλλά και για μένα, ήταν ένας πόλος έλξης το τραγούδι. Σε συντροφεύει και σε προχωράει.

 

Δεν υπάρχουν πράγματα που δεν έκανα. Το μοναδικό ίσως –και τώρα είναι αργά– είναι να έχω μια τζαζ μπάντα και να γυρίζω την Ευρώπη.

 

  • Τον περισσότερο καιρό δούλευα μόνη μου. Σήμερα μαζεύονται πολλοί καλλιτέχνες προκειμένου να υποστηρίξουν έναν χώρο. Τότε η δουλειά είχε περισσότερες απαιτήσεις απ' ό,τι σήμερα. Αυτές οι γενιές τραγουδιστών στις οποίες ανήκω είχαν μια προσωπικότητα που ξεπερνούσε τα σουξέ. Ο κόσμος διάλεγε ουσιαστικά τους καλλιτέχνες, όχι τα τραγούδια. Σήμερα δεν υπάρχουν καν σουξέ, ή δισκογραφία. Πιστεύω ότι απ' όταν βγήκε το CD χάθηκε η αξία τού να αγοράζεις έναν δίσκο. Τα πετάμε πλέον για να μη μας πιάνουν χώρο, ενώ με έναν δίσκο δεν θα το έκανες ποτέ αυτό.

 

  • Το «Άσε με να φύγω» ήταν το πρώτο τραγούδι μου που έκανε επιτυχία. Βγήκε το '74 και σαράντα χρόνια μετά ζει ακόμα. Είναι κάποια τραγούδια τα οποία συνδέουν τους ανθρώπους με τα συναισθήματά τους. Κάποιοι τα μεταδίδουν και στα παιδιά τους. Τα πρώτα τραγούδια τα ακούς στο σπίτι σου, έτσι δεν είναι; Και για μερικά σπίτια, για κάποιες τάξεις ανθρώπων, οι άνθρωποι της μουσικής, του κινηματογράφου, του θεάτρου λειτουργούν ως πρότυπο. Γι' αυτό και πρέπει να είσαι κι εσύ, με έναν τρόπο, πρότυπο, ειδικά για τους νέους που σε παρακολουθούν. Από το πώς ντύνεσαι μέχρι το πώς ζεις και τι αποφασίζεις.

 

Το χθες της διασκέδασης δεν είχε καμία σχέση με το σήμερα. Όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά κυρίως της αισθητικής κρίσης... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Τραγούδησα περίπου τριάντα χρόνια. Πολλά ξενύχτια. Δεν θα έλεγα «έφυγα», το φεύγω είναι μεγάλη κουβέντα, δεν φεύγει κανείς, προτιμώ το «κάνω πίσω». Ξαφνικά, αισθάνθηκα πολλά πράγματα να αλλάζουν σε αυτήν τη δουλειά. Αυτό πριν από 13 χρόνια ή και λίγο παραπάνω. Προφανώς όλοι έχουμε κάνει συμβιβασμούς κάποιες στιγμές στο επάγγελμά μας. Εγώ, τελικά, παρόλο που είμαι χαμηλού προφίλ, δεν είμαι άνθρωπος των συμβιβασμών.

 

  • Το τραγούδι και η καριέρα είχαν στη ζωή μου τη θέση που τους άξιζαν. Δεν ήταν ποτέ όλη μου η ζωή το τραγούδι. Αν όλη σου η ζωή είναι η καριέρα σου, για μένα είσαι μια αποτυχία. Και η προσωπική ζωή έχει απαιτήσεις. Εγώ χαίρομαι που μπόρεσα και μεγάλωσα το παιδί μου και ό,τι έκανα, το έκανα μαζί του. Όταν χώρισα, ο γιος μου ήταν τεσσάρων, μεγαλώσαμε μαζί, ταξιδέψαμε μαζί κι έχουμε μεγάλη αδυναμία ο ένας στον άλλο.

 

  • Αγαπώ τα τραγούδια που έχω πει, αν και, ειλικρινά, ούτε όλα τα τραγούδια θυμάμαι ούτε πόσους δίσκους έχω κάνει. Τώρα, με την ευκαιρία των συναυλιών, ακούω τραγούδια που ούτε θυμόμουν. Υπήρχαν τραγούδια τα οποία δεν είπα ποτέ live μετά την ηχογράφηση, ούτε τα είχα προσέξει ιδιαιτέρως. Υπάρχει ένα τραγούδι της Ζαχά, το «Ίσως να φταίει για όλα η μοναξιά μου», που είχε γράψει αρχές της δεκαετίας του '90 και το οποίο δεν είχα πει ποτέ ζωντανά. Το είπα φέτος. Πολύ αλλαγμένο, βέβαια. Επίσης, δεν έχω πει ποτέ live τα τραγούδια της Σαπφούς, καθώς είναι ένας πολύ ιδιαίτερος δίσκος. Είναι δύσκολο να εντάξεις σε ένα κέντρο την ποίηση της Σαπφούς. Γενικώς, δεν είμαι από τα άτομα που κάθονται να ακούσουν τη δισκογραφία τους.

 

Αγαπώ τα τραγούδια που έχω πει, αν και, ειλικρινά, ούτε όλα τα τραγούδια θυμάμαι ούτε πόσους δίσκους έχω κάνει...

 

  • Πάντα πίστευα πως αν ο καλλιτέχνης τραγουδήσει κάτι που εκείνη τη στιγμή το νιώθει πραγματικά, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το ευχαριστηθεί αυτός που τον ακούει. Εγώ είχα τη χαρά να τραγουδάω τις επιτυχίες μου αλλά και ο κόσμος να μου ζητά να λέω τα τραγούδια που αγαπώ. Επίσης, μου άρεσε πάντα η τζαζ. Και πάντα τη βάζω στο ρεπερτόριό μου. Αλλά θέλω να πω κάποια δικά μου american standards χωρίς να απογοητεύσω τον κόσμο. Τώρα που έχει αλλάξει η διασκέδαση και δεν υπάρχουν κέντρα και σεζόν, το να ανοιχτεί κάποιος σε ρεπερτόριο είναι και πιο τολμηρό και πιο εύκολο. Στο κέντρο δεν θα πεις τζαζ, δεν θα κάνεις ειδική ενορχήστρωση – σε ένα θέατρο, σε ένα μπαρ, μπορείς να το κάνεις πιο εύκολα. Πάντως, επειδή λέμε πολλά για τον κόσμο, νομίζω ότι καταλαβαίνει πότε τον σέβεται ο καλλιτέχνης και αν καταλάβει το αντίθετο, δεν τον ξαναεπιλέγει. Αυτό συμβαίνει σήμερα περισσότερο από ποτέ.

 

  • Στη δουλειά έκανα πάντα αυτό που μπορούσα και ήθελα. Άκουγα συχνά πολλούς που ήθελαν να διευρύνουν το κοινό τους. Πώς θα διευρύνεις το κοινό σου; Να αλλάξεις τον τρόπο που τραγουδάς; Αυτά δεν τα υπολόγιζα ποτέ. Ήταν σαν να ήμουν κουφή. Άκουγα πολλά, αλλά δεν μου έμεναν. Δεν κυνηγούσα πολύ τη δουλειά μου, το χρήμα, δεν ήμουν πολύ φιλόδοξη. Όλα αυτά τα χρόνια που τραγουδούσα στην Ελλάδα, την οποία υπεραγαπώ και δεν θα μπορούσα να ζήσω πουθενά αλλού, έβλεπα πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους να κάνουν ό,τι τους έλεγαν προκειμένου να γίνουν κάτι. Εγώ δεν δούλεψα ποτέ καλοκαίρι – ας πούμε μόνο δύο φορές στ Αστέρια, στη Γλυφάδα. Δεν ήθελα. Μπορούσα να περάσω και με πιο λίγα χρήματα. Αλλά έβγαζα χρήματα για να ζήσω, όχι τα τρομερά που ακούγαμε τα παλιότερα χρόνια. Δεν είχα παράπονο, ζούσα καλά, γιατί δεν είμαι του πολύ μεγάλου.

 

  • Δεν υπάρχουν πράγματα που δεν έκανα. Το μοναδικό ίσως –και τώρα είναι αργά– είναι να έχω μια τζαζ μπάντα και να γυρίζω την Ευρώπη. Στο στούντιο δεν περνούσα ποτέ καλά. Είναι άψυχο πράγμα. Πρέπει, λοιπόν, μέσα σε έναν τέτοιο χώρο να ενεργοποιήσεις τα συναισθήματά σου χωρίς αποδέκτη. Εμένα γι' αυτό μου αρέσουν οι μικροί χώροι, γιατί κοιτάω τον κόσμο όταν τραγουδάω και με βλέπει κι αυτός. Αυτό το πράγμα που πάει κι έρχεται δεν υπάρχει στο στούντιο. Στα live υπάρχει ψυχή. Μία από τις μεγαλύτερες χαρές στη δουλειά ήταν όταν με συνόδευε στο πιάνο ο Μάρκος Αλεξίου. Ήταν φίλος μου απ' όταν πρωτοξεκίνησα. Το πρώτο τραγούδι που έμαθα στην «Αθηναία» μαζί με τον Μάρκο ήταν το «The man I love», ένα παλιό standard αμερικανικό τραγούδι. Όσα χρόνια ήμασταν μαζί, αισθανόμουν καλύτερη απ' ό,τι ήμουν, συνεννοούμασταν με τα βλέμματα, έπαιζε με την ανάσα μου, ήταν σπάνιο αυτό το πράγμα.

 

  • Ο άνθρωπος που μου λείπει και η απώλειά του ήταν μεγάλη για μένα είναι η Νινή Ζαχά. Η Νινή ήταν εξαιρετικό πλάσμα, πολύ ψαγμένη, πολύ ταλαντούχα, ήταν αδερφή μου. H σχέση μας ήταν πέραν της φιλίας. Ήταν μια σχέση από αυτές που δεν υπάρχουν. Να μιλάς, να μοιράζεσαι, να σε καταλαβαίνει ο άλλος. Μου έγραψε και αυτά τα υπέροχα τραγούδια, όχι μόνο επειδή έγραφε καταπληκτικά, αλλά επειδή με ήξερε, έχει βαφτίσει τον γιο μου, ήξερε τα πάντα για τη ζωή μου, την ψυχοσύνθεσή μου, τις ευαισθησίες μου, τις σχέσεις μου με τους άντρες, όλα. Έχασα τον άνθρωπο με τον οποίο μπορούσα να μιλήσω και να με καταλάβει. Και δεν νομίζω ότι μου έχει τύχει στις σχέσεις μου με τους άντρες τέτοια κατανόηση. Όταν είσαι με κάποιον άντρα που δεν είναι στον χώρο, δύσκολα θα σε καταλάβει. Αυτό είναι μια αλήθεια. Φέρνει πάντα δυσκολίες αυτό το επάγγελμα, δυστυχώς μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν είναι απαραίτητο, βέβαια, αλλά εμένα μου έτυχε έτσι. Δεν πιστεύω ότι είναι όλοι οι άντρες έτσι.

 

Προφανώς όλοι έχουμε κάνει συμβιβασμούς κάποιες στιγμές στο επάγγελμά μας. Εγώ, τελικά, παρόλο που είμαι χαμηλού προφίλ, δεν είμαι άνθρωπος των συμβιβασμών... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Εμένα περισσότερο οι άλλοι μου έλεγαν ότι αν φύγω θα με ξεχάσει ο κόσμος. Πες με τυχερή, αν θες, αλλά στη δική μου περίπτωση υπήρχε η πολυτέλεια να μπαίνω και να βγαίνω και πάντα να υπάρχει κόσμος που περίμενε και ήθελε να με ακούσει. Δεν το λέω με αλαζονεία αυτό, απλώς συμβαίνει. Ξέρετε τι συμβαίνει με το τραγούδι; Η ψυχή τριγυρνάει γύρω του. Το ένιωσα, παρόλο που καταλάβαινα ότι έπρεπε να σταματήσω τότε, γιατί χρειαζόμουν χρόνο. Κάποια στιγμή, όμως, μου έλειψε το ότι θα βγω να τραγουδήσω και θα ξορκίσω τα προβλήματα που με βάραιναν. Δυναμώνεις όταν τραγουδάς. Αυτό μου έλειψε περισσότερο και από το χειροκρότημα. Το χειροκρότημα σε κρατάει ζωντανό, γίνεσαι ένα με το κοινό, μπαίνεις μέσα του. Αλλιώς κάθεσαι και τραγουδάς στο σπίτι σου. Μύθος είναι το ότι δεν το έχεις ανάγκη. Το έχεις.

 

  • Ο τρόπος, το πώς τραγουδά ο καθένας μας, έχει σχέση με το χαρακτήρα που σέρνει, τα βιώματά του, αυτά που ξέρει από παιδί. Ξέρει πού πρέπει να σταματήσει και πού να συνεχίσει. Ένα πιστεύω που είχα πάντα είναι ότι ένας καλλιτέχνης, αν θέλει να αντέξει στον χρόνο, πρέπει να έχει μια συγκεκριμένη στάση ζωής, αυτή που θέλει εκείνος, και να μπορεί να λέει όχι σε κάποια πράγματα. Για να μπορέσεις να το καταφέρεις αυτό, πρέπει να έχεις προετοιμάσει το έδαφος. Κι εγώ έχω πει «ναι» και το έχω μετανιώσει. Κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος που έχει κάνει σαχλαμάρες. Αυτά, όμως, που με ενδιέφεραν ως καλλιτέχνη –και σας βεβαιώ, είμαι ολιγαρκής– ήταν πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Τη μουσική να είναι έτσι, το φως να είναι έτσι, τους ανθρώπους πίσω μου να είναι συγκεκριμένοι. Αυτές ήταν μεγάλες απαιτήσεις και δυσκολίες για τα ελληνικά δεδομένα και τότε, αλλά και σήμερα. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έκρινα τον εαυτό μου πολύ αυστηρά. Δεν ψάχνω μια τελειότητα που δεν υπάρχει όμως, αλλά το όσο καλύτερο μπορεί να γίνει κάτι.

 

  • Τα τελευταία χρόνια μένω μακριά από το κέντρο, στη Ραφήνα. Αγόρασα ένα εξοχικό διαμέρισμα για τα καλοκαίρια, μου άρεσε ως περιοχή και μετά από 5-6 χρόνια αποφάσισα να μείνω μόνιμα. Έτσι ζω εκεί όπου όλα είναι πιο χαλαρά και στο κέντρο κατεβαίνω σπάνια. Εκεί έχω τους φίλους μου, τα ενδιαφέροντά μου, μια ησυχία. Όπως το να βλέπω πολλές ταινίες.

 

  • Δεν θα έλεγα ότι είμαι πολύ ισορροπημένη. Μπορώ εύκολα να χάσω την ψυχραιμία μου, τη σωστή μου σκέψη. Βέβαια, στην ηλικία μου, όταν συμβαίνει κάτι, δεν υπάρχει λόγος να μην τα βάζεις κάτω και να τα σκέφτεσαι με τον σωστό τρόπο. Αλλιώς και παρορμητική είμαι – Υδροχόος είμαι, αερικό, μου αρέσει το ένα και μετά μου αρέσει το άλλο, αλλάζω, βαριέμαι εύκολα. Πιο εύκολα με λες μοναχική. Κάποιες φορές, ενώ είμαι στον αέρα, κολλάω τα πόδια μου στη γη, κάτω, ενώ δεν πρέπει. Και τότε αρχίζει ο πόλεμος μέσα μου.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Σεπτέμβριο του 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ