Χρήστος Χωμενίδης

Χρήστος Χωμενίδης

Στο σχολείο τον αποκαλούσαν το «λευκό αραπάκι».

  • Μεγάλωσα στους κόλπους μιας μεγάλης οικογένειας: παππούδες, γιαγιάδες, θείοι, θείες, οι περισσότεροι κορακοζώητοι, με πολύ έντονο και περιπετειώδες παρελθόν, το οποίο χαίρονταν να μου διηγούνται. Δεν υπήρχε κανείς τους που να μην είχε πάρει θέση, που να είχε πει «άντε, να κάνω το κορόιδο, να σφίξω το ζωνάρι, ώσπου να περάσει η μπόρα»... Όλοι τους είχαν εκτεθεί ποικιλοτρόπως, περισσότερο λόγω ταμπεραμέντου πιστεύω, παρά γιατί τους είχε καλέσει η πατρίδα ή το κόμμα. Και όλοι τους είχαν ζήσει θυελλώδεις ερωτικές ιστορίες.

 

  • Ο εκ μητρός παππούς μου ήταν γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, δηλαδή υπαρχηγός του ΚΚΕ, κατά τη δεκαετία του 1930, με αρχηγό τον Νίκο Ζαχαριάδη. Συνάντησε όλες τις θρυλικές μορφές της ηρωικής εποχής του κομμουνισμού: τον Τίτο, τον Δημητρώφ, την Πασιονάρια και τον ίδιον τον Στάλιν. Έζησε ενενήντα οκτώ χρόνια, πέθανε το 2004, είχα έτσι την τύχη να τον συναναστραφώ πολύ στενά επί τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες. Γνώριζα, παράλληλα, την πλευρά της θείας Μαρκέλλας (χρησιμοποιώ τα ονόματα που τους έχω δώσει στο μυθιστόρημα Νίκη), που ήταν τραγουδίστρια του λυρικού και κατόπιν του ελαφρού τραγουδιού, αλλά και του θείου Σάββα, ο οποίος έγινε, από έναν αφελέστατο μάλλον υπολογισμό, υπουργός της κυβέρνησης Τσολάκογλου, για να σώσει –όπως νόμιζε– τους Έλληνες από την πείνα, και φορτώθηκε έτσι τη ρετσινιά του δωσίλογου. Όλοι εκείνοι ανήκαν στην ίδια μεγάλη οικογένεια και οι δεσμοί αίματος ή αγχιστείας, η αγάπη με μια λέξη, υπερέβαινε τις ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις.

 

  • Έτσι διαμορφώθηκα. Γι' αυτό κι ενώ πάρα πολλοί σημερινοί Έλληνες βλέπουν –φοβάμαι– την Ιστορία μονοσήμαντα και αφοριστικά, εγώ προσπαθώ να κατανοήσω τα κίνητρα, τις δικαιολογίες, ακόμα και τα άλλοθι του καθενός. Δεν λέω ότι οι αγαθές προθέσεις δίνουν συγχωροχάρτι. Το λάθος συχνά είναι χειρότερο και από το έγκλημα. Οφείλουμε, ωστόσο, εμείς, οι μεταγενέστεροι, να αντιμετωπίζουμε το παρελθόν με σεβασμό αλλά και με τρυφερότητα. Εάν αναζητούμε εμμονικά τους «καλούς» και τους «κακούς», βαπτιζόμαστε απλώς στη μισαλλοδοξία και αναπαράγουμε ένα εμφύλιο πνεύμα, το οποίο πάντα βγαίνει σε κακό.

 

Έχοντας πολλούς φίλους γκέι, περπάτησα ως επισκέπτης και στην αντίπερα όχθη. Εκπλήσσομαι με τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας, με τα στερεότυπα που ακόμα και σήμερα –που εγώ κοντεύω μεσήλιξ– δεν έχουν ουσιαστικά ξεπεραστεί.

 

  • Η πρώτη μου προσωπική ανάμνηση τοποθετείται –επιμένω– στις 13 Δεκεμβρίου του 1967 κι ας ήμουν τότε ενάμιση μόλις έτους. Όταν ο Κωνσταντίνος αποπειράθηκε να ανατρέψει τη χούντα. Η μαμά μου με άφηνε από τα χαράματα για να πάει στη δουλειά της. Το πρωί εκείνο έμεινε σπίτι. «Ο βασιλιάς έκανε κίνημα!» μου εξήγησε. Η λέξη «βασιλιάς» μού ήταν γνωστή μόνο από τα παραμύθια. Θεώρησα, λοιπόν, ότι ο βασιλιάς, με την κορόνα και το στέμμα του, έκανε ένα δώρο προσωπικά σε εμένα: τη μαμά μου, για μιαν ολόκληρη μέρα!

 

  • Κατά τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, παππούς, γιαγιά, θείες και θείοι στέλνονται σε φυλακές και εξορίες. Ο πατέρας μου –που ήταν δικηγόρος σε σωματεία και από τους νομικούς συμβούλους της ΕΔΑ– βλέπει τον κύκλο των εργασιών να μικραίνει απελπιστικά. Η μαμά μου απολύεται από τη δουλειά της. Πιεζόμασταν και φτωχαίναμε ολοένα και περισσότερο. Κάθε χρόνο μετακομίζαμε και σε μικρότερο σπίτι. Το 1971 έλαβα ως πρωτοχρονιάτικο δώρο έναν φουσκωτό Άι-Βασίλη, αγορασμένο από περίπτερο, μια σοκολάτα και ένα Μίκυ Μάους. Τα χάρηκα και τα τρία πάρα πολύ.

 

 

Στη Γ' Δημοτικού με έστειλαν στο Κολλέγιο Αθηνών. Πίστευαν ότι εκεί θα αποκτούσα την καλύτερη μόρφωση. Έτσι, γνώρισα και την άλλη πλευρά, τα παιδιά των νικητών. Αν θεωρήσουμε ότι, ως παιδί αριστερών, ήξερα καλά την πλευρά των ηττημένων... Φωτό: Σπύρος Σιμωτας/ LIFO

 

  • Οι γονείς μου ήταν νέοι και όμορφοι και ιδιαίτερα αντισυμβατικοί, νομίζω. Είχαν ζήσει, άλλωστε, έναν παράφορο έρωτα – είχαν κλεφτεί. Περνάγαμε, παρά τα ζόρια, πολύ ωραία. Ακούγαμε κλασική μουσική –θυμάμαι το μπομπινόφωνο να παίζει Μπαχ και Αλμπινόνι– και τους πρώτους Πινκ Φλόιντ και Σαββόπουλο. Πριν πάρουμε τηλεόραση, αγοράσαμε «στερεοφωνικό συγκρότημα», όπως τα έλεγαν τότε. Αντί να τρέχουμε τις Κυριακές στις ταβέρνες, ψωνίζαμε δίσκους και πηγαίναμε σινεμά. Ο πατέρας μου πίστευε ότι αν σου περισσεύουν λεφτά, καλύτερα να ράψεις δέκα καλά κοστούμια, παρά να αποκτήσεις αυτοκίνητο. Αριστοκρατική άποψη από ένα δυάρι στην Κυψέλη...

 

  • Στη Γ' Δημοτικού με έστειλαν στο Κολλέγιο Αθηνών. Πίστευαν ότι εκεί θα αποκτούσα την καλύτερη μόρφωση. Έτσι, γνώρισα και την άλλη πλευρά, τα παιδιά των νικητών. Αν θεωρήσουμε ότι, ως παιδί αριστερών, ήξερα καλά την πλευρά των ηττημένων... Βεβαίως, το Κολλέγιο ήταν ένα πάρα πολύ δημοκρατικό σχολείο που επί χούντας υπέθαλψε την αντίσταση – οι προκηρύξεις της «ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος» τυπώνονταν στον πολύγραφο του Κολλεγίου. Είχα σπουδαίους δασκάλους στο Κολλέγιο και εξίσου σπουδαίους συμμαθητές. Οι στενές, αδελφικές φιλίες μου κρατούν από τότε. Δυο τάξεις παραπάνω από μένα ήταν ο Αλέξης Μπίστικας, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αλλά και ο Μάκης Βορίδης. Τους είχα γνωρίσει από παιδιά όλους, από την καλή και από την ανάποδη. Κοινωνικό κόμπλεξ; Αίσθηση διαφορετικότητας λόγω καταγωγής; Η μόνη ενοχλητική αίσθηση διαφορετικότητας που ένιωσα στο Κολλέγιο ήταν εξαιτίας των μαλλιών μου. Τα παιδιά δύσκολα ανέχονται τις παραφωνίες. Ένας σγουρομάλλης σε έναν κόσμο ισιομάλληδων αισθάνεται αμήχανα. Για χρόνια με αποκαλούσαν «το λευκό αραπάκι».

 

  • Έγινα αναγνώστης από την πρώτη μέρα που έμαθα να διαβάζω. Ξεσκόλισα από πολύ νωρίς όλο τον Ιούλιο Βερν. Στα δέκα μου διάβασα τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση, σπουδαίο μυθιστόρημα μύησης στους μηχανισμούς κοινωνικο-οικονομικής ανέλιξης. Στα δώδεκά μου διάβασα τον Φύλακα στη Σίκαλη, στα δεκατρία το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και το Τρίτο Στεφάνι. Ανατρέχω σε αυτά τα εμβληματικά έργα ξανά και ξανά. Όπως και στους κλασικούς: τον Ντοστογιέφσκι, τον Μπαλζάκ, τον Τόμας Μαν... Το τελευταίο μυθιστόρημα που με συνεπήρε είναι οι χιλίων σελίδων Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ.

 

  • Έχασα τον πατέρα μου πριν συμπληρώσω τα δεκατρία. Ένιωσα σαν τα Τρία Γουρουνάκια όταν ο Κακός Λύκος (ο καρκίνος στην προκειμένη) με ένα «φου» διέλυσε το αχυρένιο σπίτι τους. Κατάλαβα ότι τα πάντα μπορούν να αλλάξουν δραματικά από τη μία στιγμή στην άλλη. Αποφάσισα τότε πως θα ζούσα όπως ακριβώς ήθελα, θα ταξίδευα, θα γλένταγα, θα προσπαθούσα να εμπλακώ σε όσο γινόταν περισσότερες περιπέτειες. Τη νύχτα που έκλεινα τα δεκάξι μου, αγναντεύοντας από ένα παγκάκι στα Φηρά της Σαντορίνης το ηφαίστειο, σκεφτόμουν πως ο κόσμος είναι ένας ευλογημένος κήπος που με περιμένει για να δρέψω κάθε του καρπό.

 

Η πιο δυστυχισμένη στιγμή ήταν ο θάνατος από ατύχημα του πρώτου μου παιδιού σε βρεφική ηλικία. Ήταν κάτι που με συνέτριψε – θα προτιμούσα τότε να έχω πεθάνει εγώ ο ίδιος. Κανείς να μην το ζήσει αυτό. Έγινα, ωστόσο, πιο ταπεινός. Έπαψα να βγάζω εύκολα συμπεράσματα και αφορισμούς για τους ανθρώπους.

 

  • Έφηβος πίστευα πως θα γινόμουν ποιητής – έγραφα ποιήματα και τα διάβαζα από το τηλέφωνο στον κολλητό μου, τον Μανούσο. Κάποια στιγμή ξεκίνησα, τυχαία σχεδόν, το πρώτο μου πεζό. Δεκαπέντε σελίδες γέμισα μέσα σε μια μόλις μέρα – μου φάνηκε τόσο απολαυστικό και τόσο εύκολο, σαν να κυλούσα με τα πέδιλα σε ένα παγοδρόμιο. Βρισκόμουν, επιτέλους, στο στοιχείο μου. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο πολύ κοπιάζω πάνω από τη λευκή σελίδα ή, για να ακριβολογούμε, τη λευκή οθόνη. Ο αρχικός ενθουσιασμός μου δεν έχει, ωστόσο, διόλου μειωθεί. Το γράψιμο για μένα αποτελεί το μέγιστο υπαρξιακό στοίχημα. Είμαι ευτυχής όταν γράφω και διατηρώ την πειθαρχία να σβήνω, να σβήνω πολύ.

 

  • Μπήκα στη Νομική Σχολή με σκοπό –υποτίθεται– να αναλάβω κάποτε το γραφείο του πατέρα μου. Υπήρξα συμπαθητικός φοιτητής και τέλειωσα με καλό βαθμό. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι με το άλλοθι των σπουδών αλώνισα πάρα πολύ: είδα εκατοντάδες ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, πήγα σε κάθε είδους μπαρ και μπουζούκια, ταξίδεψα, γνώρισα και ερωτεύτηκα πολλά κορίτσια. Μετά το γράψιμο, τα κορίτσια ήταν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μου. Στην Αθήνα, στο μεταίχμιο των '80s και των '90s, έζησα μια παρατεταμένη, αλησμόνητη εφηβεία, η οποία συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες και διαρκεί, κατά κάποιον τρόπο, ακόμα.

 

  • Έχοντας, εξάλλου, και πολλούς φίλους γκέι, περπάτησα ως επισκέπτης και στην αντίπερα όχθη. Εκπλήσσομαι με τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας, με τα στερεότυπα που ακόμα και σήμερα –που εγώ κοντεύω μεσήλιξ– δεν έχουν ουσιαστικά ξεπεραστεί.

 

  • Από κάθε άνθρωπο που γνωρίζω προσδοκώ και συχνά εκμαιεύω μία τουλάχιστον πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ανέκαθεν είχα μεγάλη ευκολία και λαχτάρα να αποκτώ φίλους και συνομιλητές. (Άθελά μου αποκτούσα και εχθρούς...) Ήθελα το σπίτι μου να είναι κέντρο διερχομένων. Να έρχονται φίλοι και γνωστοί, να τρώνε και να πίνουν. Αυτή είναι –πιστεύω– η ελληνική στάση από την αρχαιότητα. «Φάτε και πιείτε, άρχοντες, κι εγώ θα τραγουδήσω...».

 

  • Χάρη στο Σοφό Παιδί αγόρασα το σπίτι όπου ζω. Ήταν τεράστια επιτυχία το Σοφό Παιδί, επί δύο χρόνια ήταν πρώτο στις λίστες των ευπώλητων. Κι ακόμα μού μιλάνε γι' αυτό πιτσιρικάδες. Το αγαπώ πάρα πολύ, δεν το θεωρώ, ωστόσο, ούτε καν το καλύτερο από τα δικά μου βιβλία. Καβάλησα το καλάμι για έξι μήνες ακριβώς, από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1993. Μετά διέκοψα την αναβολή μου, πήγα στο στρατό κι έστρωσα.

 

  • Έχω ζήσει για ζαμάνια στη Μόσχα, στην Αμερική, στο Λονδίνο... Με τη μετάφραση του πρώτου μου βιβλίου στα γαλλικά και τις επόμενες που ακολούθησαν φαντάστηκα ότι ξεκινούσα διεθνή καριέρα. Θέλει πολλά κότσια και πολλή τύχη για να πετύχεις στ' αλήθεια κάτι τέτοιο.

 

Χάρη στο Σοφό Παιδί αγόρασα το σπίτι όπου ζω. Ήταν τεράστια επιτυχία το Σοφό Παιδί, επί δύο χρόνια ήταν πρώτο στις λίστες των ευπώλητων. Κι ακόμα μού μιλάνε γι' αυτό πιτσιρικάδες. Το αγαπώ πάρα πολύ, δεν το θεωρώ, ωστόσο, ούτε καν το καλύτερο από τα δικά μου βιβλία. Φωτό: Σπύρος Σιμωτας/ LIFO

 

  • Με την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού ονείρου πολύς κόσμος στην Ελλάδα αλάλιασε. Ένιωσε αιφνιδίως ακυρωμένος, στερήθηκε τη στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας. Επόμενο ήταν να αναζητήσει ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους. Βρέθηκα για ένα διάστημα στο στόχαστρο των «αγανακτισμένων» – τους κοντράριζα κι εγώ, θες από διδακτισμό, θες από άγνοια για το πώς λειτουργούν τα social media. Ήταν και κάτι άλλο, που τώρα μόλις το ομολογώ: λίγο καιρό πριν από την αρχή της κρίσης, είχα χάσει το πρώτο μου παιδί. Με έπιανε λοιπόν γινάτι. «Εγώ έχω στερηθεί το σπλάχνο μου», σκεφτόμουν, «κι εσύ στήνεις ολόκληρο μελόδραμα επειδή σου έκοψαν τον μισθό; Και μου λες και "ψόφα";». Αψυχολόγητη στάση εκ μέρους μου...

 

  • Η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου ήταν η γέννηση της κόρης μου, της Νίκης. Γι' αυτήν έγραψα και το καινούργιο μου βιβλίο, τη Νίκη, που –αν και μυθιστόρημα– είναι βασισμένο στην ταραχώδη ζωή της μάνας μου. Σαν μια εκτεταμένη επιστολή ξεκίνησε. Για να γνωρίσει η εγγονή τον κόσμο της γιαγιάς της. Ο οποίος, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, διατηρεί μεγάλες αναλογίες με τον σημερινό κόσμο.

 

  • Η πιο δυστυχισμένη στιγμή ήταν ο θάνατος από ατύχημα του πρώτου μου παιδιού σε βρεφική ηλικία. Ήταν κάτι που με συνέτριψε – θα προτιμούσα τότε να έχω πεθάνει εγώ ο ίδιος. Κανείς να μην το ζήσει αυτό. Έγινα, ωστόσο, πιο ταπεινός. Έπαψα να βγάζω εύκολα συμπεράσματα και αφορισμούς για τους ανθρώπους.

 

  • Είμαι αισιόδοξος. Θα τα καταφέρουμε. Αν όχι εμείς, σίγουρα η γενιά της Νίκης.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Απρίλιο του 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ