Σωτήρης Δημητρίου

Σωτήρης Δημητρίου

Προτιμά να συνομιλεί με μια γριά του χωριού, που δεν έχει φορτώσει την ψυχή της με ξένα πράγματα, παρά να κάνει κριτική σε βιβλία συναδέλφων. Aπό τον Σταύρο Διοσκουρίδη

> Γεννήθηκα στην Πόβλα Θεσπρωτίας το 1955. Την κουβαλάω πάρα πολύ μέσα μου. Βρέφος πήγα στην Ηγουμενίτσα και κάθε καλοκαίρι, Χριστούγεννα και Πάσχα πήγαινα στο χωριό, πλάι στη γιαγιά. Ένα χωριό στην παρακμή της ακμής. Ακόμα είχε αρκετό κόσμο. Όταν πήγαινα Γυμνάσιο, άρχισε να σβήνει. Στη δεκαετία που ήμουν μεταξύ είκοσι και τριάντα χρόνων, που ξεχνάς τα πατρώα και τα μητρώα, ούτε καν το σκεφτόμουν. Σήμερα έχει λίγους ηλικιωμένους και, όπως λένε στο χωριό, «κάθε γέρος που πεθαίνει, το σπίτι μανταλώνει και δεν ξανανοίγει». Για μένα, μια γριά του χωριού κουβαλάει πολύ πιο μεγάλη ποιητικότητα και πολύ πιο μεγάλη εγγραμματοσύνη από έναν μορφωμένο της Αθήνας. Πρέπει να φύγεις για να το καταλάβεις. Πρόσφατα διάβασα ένα ωραίο: την ευτυχία την καταλαβαίνουμε από τον θόρυβο που κάνει όταν μας εγκαταλείπει.

 

> Η Αθήνα για μένα ήταν κάτι πολύ μυστήριο, με μεγάλη αίγλη. Είχα ιμάντες επικοινωνίας όμως. Θυμάμαι, κάθε Τρίτη έτρεχα να πάρω το «Βήμα» για να διαβάσω τις κριτικές του Ραφαηλίδη για τον κινηματογράφο. Επίσης, παράγγελνα πολλά βιβλία από συγγενείς. Για μένα η Αθήνα ήταν ένας τόπος όπου γίνονταν πολιτιστικά πράγματα. Όταν ήρθα, έπαθα πλάκα. Εντυπωσιάστηκα αρνητικά. Τώρα, πότε μου αρέσει και πότε δεν μου αρέσει.  Όσο περνούν τα χρόνια, συμβιβάζεσαι πιο εύκολα.

 

> Είναι λογικό να υπάρχει μια αγάπη στα της επαρχίας. Αν δεις το τοπίο της Ηγουμενίτσας, θα καταλάβεις. Η φυσική πολυτέλεια της επαρχίας υπερβαίνει την πολιτιστική και κοινωνική πολυτέλεια των Αθηνών. Υπάρχει, όμως, και μεγάλη κακία. Παρασκήνια και κακά αισθήματα. Είναι μοιραίο, εξαιτίας της καθημερινής συνάφειας.

 

> Όλες οι πόλεις της επαρχίας έχουν μετατραπεί σε μικρές Αθήνες. Λένε πως το κακό νόμισμα διώχνει τα καλό νόμισμα. Έχουν χαθεί τα χρώματα. Την πατήσαμε, όπως οι ιθαγενείς με τα πολύχρωμα πετράδια της Δύσης. Μετά το 1950 περιφρονήσαμε τα μητρώα μας: τα ήθη, τα ρούχα, τα τραγούδια και τον λόγο μας. Τα ονομάσαμε βλάχικα. Αντιθέτως, υμνήσαμε οτιδήποτε αρνητικό από τη βορειοευρωπαϊκή παραγωγή: αυτοκίνητα, μηχανήματα. Αγνοώντας πως οτιδήποτε πωλείται έχει μικρή αξία. Ενώ τα ελεύθερα αγαθά δεν έχουν τιμή. Αυτά που δεν έχουν τιμή, τις ρίζες μας, τα θεωρήσαμε ανύπαρκτα. Αυτός είναι κι ένας σημαντικός λόγος που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

 

> Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου υπήρχε αυτή η πρωτογενής αγάπη για τις λέξεις. Δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη βιβλιοθήκη στο σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος κι η μητέρα μου αγρότισσα. Για τα γούστα μου ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένοι άνθρωποι. Ήμουν κακός μαθητής και δεν με ενδιέφεραν καθόλου τα μαθήματα. Με το ζόρι περνούσα τις τάξεις και μεσολαβούσε πάντα γι’ αυτό η καθηγήτρια των Ελληνικών. Κακήν κακώς πέρασα το Γυμνάσιο. Το σχολείο, δυστυχώς, είναι ένας μηχανισμός που σε αναγκάζει να μισείς το βιβλίο. Δεν υπάρχει χαρά, είναι ένας τόπος βασανισμού. Πέρασα στο Οικονομικό της Νομικής από την έκθεση. Τότε όλοι οι κακοί μαθητές πέρναγαν στα Οικονομικά. Δεν είναι όπως σήμερα, που πάνε μόνο οι αριστούχοι. Διάβαζα, όμως, απ’ ό,τι έβρισκα στις τοπικές βιβλιοθήκες. Μάλιστα, ένα διάστημα με προμήθευε ένας ξάδερφός μου που υπεξαιρούσε βιβλία από βιβλιοπωλεία.

 

Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

> Το γράψιμο ήταν σύμφυτο με την ύπαρξή μου. Από χαρακτήρα έμπλεξα περισσότερο με τα διηγήματα. Είναι λιτή εκφραστικά όλη η Ήπειρος. Λίγα λόγια και λίγη πέτρα στα σπίτια τους. Είναι δύσκολο λογοτεχνικό είδος το διήγημα, όπως και η ποίηση. Απαιτεί εγρήγορση. Ένα διήγημα σε βάζει στα βαθιά, ενώ το μυθιστόρημα σε πάει αργά. Θέλει χρόνο το διήγημα. Αν έχω μια ιδέα τώρα και τη γράψω, θα είναι τριάντα σελίδες, αν το κάνω μετά από τρία χρόνια, θα είναι τρεις. Ο αδρανής χρόνος κάνει καλό στην πύκνωση.

 

> Ήμουν πολύ τυχερός που είχα αυτήν τη δεξαμενή ηρώων από τη Θεσπρωτία. Είναι μια διαπίστωση που λέει πως οι άνθρωποι των συνόρων έχουν πολύ πιο έντονη την αίσθηση της ιστορίας. Ό,τι συζήτηση και να γίνει, πάντα θα έρθει στο προσκήνιο η ιστορία με το κακό της πρόσωπο. Στην Αθήνα είναι πιο δύσκολο να βρω χαρακτήρες. Δεν υπάρχει ενότητα στη ζωή, είναι πλίνθοι και κέραμοι. Βλέπω σπαράγματα από ανθρώπους και λέξεις. Δουλεύει πιο πολύ η φαντασία.

 

> Ο Έλληνας που περιγράφω στην επαρχία είναι ο αδικημένος, που δεν του δόθηκαν οι ευκαιρίες. Όλες αυτές οι γυναίκες για τις οποίες μιλάω στα βιβλία μου, αν είχαν ακολουθήσει αυτήν έστω την ψευτοπαιδεία, θα είχαν κάνει μεγάλα πράγματα. Έχουν καημό οι πιο πολλές που δεν έμαθαν γράμματα. Στην Αθήνα περιγράφω τον Έλληνα των χαμηλών τάξεων που ασφυκτιά, που άγεται και φέρεται από τα τραύματά του. Το επόμενο βιβλίο μου αφορά μια ουτοπία κωμική και παιγνιώδη.

 

> Προτιμώ να συνομιλώ με ανθρώπους που είναι αδιαμεσολάβητοι. Που δεν έχουν φορτώσει την ψυχή τους με ξένα πράγματα. Προτιμώ ν’ ακούω μια γριά του χωριού. Θα πρέπει να κάνουν μια συμφωνία οι συγγραφείς μεταξύ τους, να μη στέλνουν βιβλία ο ένας στον άλλον. Είναι κακό, γιατί στερούν την ελευθερία. Αυτός που σου στέλνει σε υποχρεώνει να το διαβάσεις και να πεις τη γνώμη σου. Και μάλιστα, σε υποχρεώνει με τη θερμή αφιέρωση. Θα ήταν καλύτερο να μη στέλνουμε βιβλία, κι αν θέλουμε κι όποτε θέλουμε να πούμε τη γνώμη μας. Ας κάνουμε μια παραχώρηση, να στέλνουν οι νέοι. Εγώ τα ’χα στείλει στους συγγραφείς που εκτιμούσα: στον Κουμανταρέα, τον Χειμωνά και τον Ταχτσή. Μου είχαν απαντήσει όλοι με πολυσέλιδα γράμματα. Υπήρχε μια γενναιοδωρία. Τώρα, εγώ τα διαβάζω και, αν υπάρχει τηλέφωνο, παίρνω μετά από καιρό. Έχουμε γίνει εσωστρεφείς, είμαστε κουρασμένοι άνθρωποι.

 

> Είμαι αγανακτισμένος με την πολιτική. Θα έπρεπε να έχουν πάρει τα μέτρα τους. Στην Ηγουμενίτσα είναι χιλιάδες οι μετανάστες. Τι συμβαίνει όμως; Οι νοικοκυρές, πέρα από τον δήμο και το κράτος, κρεμάνε στους κάδους φαγητά και πάνε τα παιδιά και τρώνε. Δεν είναι καθόλου ρατσιστικός λαός οι Έλληνες, είναι ένας μύθος τρομερός αυτός. Θα πω κάτι παρακινδυνευμένο, που πιστεύω ότι είναι αλήθεια: μέχρι το ’50 στα χωριά μας κανείς δεν πέθανε από πείνα, αλλά κατάφεραν κι έζησαν παρά την Κατοχή. Μετά το ’50 οι χωριάτες ανακάλυψαν τη φτώχια; Επί ελευθερίας είδαν τη φτώχια και πήγαν στη Γερμανία; Όπου, βέβαια, έζησαν μια κακή ζωή. Όχι, πήγαν για τα μπιχλιμπίδια. Όπως κι η πλειονότητα των σημερινών μεταναστών. Κάθε τόπος, αν τον δουλέψεις, σε ζει.

 

> Δεν υπάρχει βασιλική οδός, ούτε για τη γνώση ούτε για τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι μπορούν όλοι να γράψουν. Αρκεί να φύγουν από τον τρόμο της εγγραμματοσύνης. Αν είσαι αισθαντικός, και σ’ ένα δωμάτιο να ζεις για όλη σου τη ζωή, βάζεις το χέρι στην τσέπη και βγάζεις δέκα ιστορίες.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην έντυπη LiFO τον Μάιο του 2011.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ