M.Hulot

Η πρώτη συνέντευξη ενός κομβικού δημοσιογράφου της νεανικής κουλτούρας στην Ελλάδα.

  • Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτε από τα χρόνια του σχολείου. Κι έχω ένα θέμα με τη νοσταλγία. Δεν θα ήθελα να ξαναζήσω τίποτε απ' όσα έχω ζήσει και το μόνο που θα κράταγα είναι κάποιες τυχαίες στιγμές που μου άλλαξαν τη ζωή. Η γριά γειτόνισσα που έβλεπα από την μπαλκονόπορτά μου στη Βουρνάζου, όταν πήγαινα στο Λύκειο, για παράδειγμα. Έβγαζε τα ρούχα της, έπεφτε στα τέσσερα κι άρχιζε να σφουγγαρίζει το σπίτι. Ώρες ολόκληρες. Κι εκεί που έπρεπε να διαβάζω για τις Πανελλήνιες, έγραψα μανιωδώς ένα μυθιστόρημα που λεγόταν Νύχτα κολυμπώντας δεν περνάς. Η ηρωίδα ήταν η γριά, «το κτήνος με τη χλωρίνη». Όταν έφυγα για Αγγλία, το πέταξα στα σκουπίδια! Μαζί του πέταξα και το ημερολόγιο από τα ταμπουρώματα στο Πολυτεχνείο παραμονές 17 Νοέμβρη κι ένα ταμπούρωμα στη Νομική, απ' όπου είχα βγει με μαύρη πλάτη από τα κλομπ. Είχα πειστεί ότι ήμουν ο Χέμινγουεϊ.

 

Μου αρέσει η Αθήνα, η μιζέρια της και το φαγητό της, ένα εστιατόριο όπου τρώνε παπάδες και νταλικιέρηδες, άλλο ένα κούρδικο που έχει συγκλονιστικά κεμπάπ και κιουνεφέ, τα λουκουμαδάκια του Κτιστάκη και η λεμονόπιτα της Μέλισσας, το νέο αλλόκοτο R&B, μου αρέσει να κυκλοφορώ παντού με τα πόδια και να βλέπω ανθρώπινες αντιδράσεις...

 

  • Στο Λονδίνο πήγα μια εποχή που ο κόσμος ήταν γεμάτος κίτρινα χαμόγελα και γινόταν χαμός με τους De La Soul και τους Stone Roses. Ήταν ο παράδεισος. Μια μέρα που ήμουν στη δουλειά –καθάριζα τη σάλα και την τουαλέτα στα Kentaky's δίπλα στα Harrods– κάποιοι Έλληνες έτρωγαν τηγανητό κοτόπουλο και γέλαγαν έντονα. Κάθε φορά που άκουγα ελληνικά ή έβλεπα κίτρινο μποτάκι Τίμπερλαντ πέταγα το καρτελάκι με το όνομα για να μην καταλάβουν ότι είμαι Έλληνας. Εκείνο το βράδυ, και λίγο πριν τελειώσει η βάρδια, γνώρισα τυχαία την ελληνική ομάδα του BBC και βρέθηκα με συνοπτικές διαδικασίες τηλεφωνητής στο ελληνικό τμήμα. External services. Είχα ξεχάσει να βγάλω το καρτελάκι.

 

Δεν θα ήθελα να ξαναζήσω τίποτε απ' όσα έχω ζήσει και το μόνο που θα κράταγα είναι κάποιες τυχαίες στιγμές που μου άλλαξαν τη ζωή... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ήρθα στην Ελλάδα για Χριστούγεννα και με άρπαξε η Στρατολογία επειδή ήμουν ανυπότακτος. Και πάει η δουλειά. Έπρεπε να παρουσιαστώ για να γλιτώσω την ποινή (δύο χρόνια επιπλέον!) ή να φύγω και να μην μπορώ να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα. Προτίμησα να πάω φαντάρος. Μετά τον στρατό πήγα για λίγο για δουλειά στο ένθετο μεγάλης εφημερίδας. Άντεξα τέσσερις μέρες.

 

  • Το 2005, λίγο πριν από το Πάσχα, έφτιαξα το Nothing Days, ένα μπλογκ για να γράφω αυτά που ήθελα σε μια φίλη μου που είχε μετακομίσει στη Μινεάπολη. Νόμιζα ότι ήταν κάτι σαν εξελιγμένο mail, όπου μπορούσες να ανεβάσεις κείμενα και φωτογραφίες, κι έγραφα καθημερινά αυτά που θα της έλεγα στο τηλέφωνο. Eπίσης, νόμιζα ότι με διάβαζε μόνο αυτή. Ένα πρωί που μπήκα να δω την απάντησή της στα comments, είδα και άλλα 30 σχόλια αγνώστων που διάβαζαν τον διάλογό μας. Ήθελα ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.

 

 

Το μεγάλο κακό που έκανε η πληθώρα των sites είναι ότι γεμίσαμε από δημοσιογράφους του γραφείου, με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και κανένα μέλλον, που μαθαίνουν να κάνουν μόνο σχόλιο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Όταν εμφανίστηκε το Audiogalaxy, χρειαζόμουν ένα ψευδώνυμο για να συνδεθώ και να κατεβάζω μουσική. Μόλις είχα δει το Mon Oncle του Tati και ο M. Hulot ήταν ο πιο πρόχειρος ήρωας, έτσι του δανείστηκα το όνομα. M. Hulot ήμουν και στο Soulseek, όπου άρχισαν να μου μιλάνε άπειρα άτομα κι έκανα τις πιο πολλές γνωριμίες της ζωής μου. Αθώες εποχές, που όλοι αντάλλασσαν μουσικά αρχεία και μιλούσαν για μουσική και ταινίες. Από κει και από απόσταση έστησα με τον Άγγελο το tranzistor.gr, ένα site για μουσική που το τρέξαμε δύο χρόνια χωρίς να έχει δει ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Τους περισσότερους από όσους έγραφαν δεν τους είχα δει ποτέ.

 

  • Στη LiFO βρέθηκα λίγο πριν από το ξεκίνημά της, από ένα μήνυμα σε κάποιο post. Μπορώ να πω ότι αυτό το μήνυμα μου άλλαξε τη ζωή. Ήταν Σεπτέμβριος, ετοιμαζόμουν να ξαναγυρίσω στη δουλειά ως καθηγητής Αγγλικών και η LiFO ήταν κάτι σαν dream come true. Σε δυο-τρεις μήνες παράτησα τη δουλειά, μετακόμισα και ξεκίνησα από το μηδέν.

 

  • Είναι απογοητευτικό αυτό που διαπιστώνω όσο περνάει ο καιρός. Το μεγαλύτερο κακό της κρίσης είναι ότι κάνει όλο και μικρότερες τις αντοχές των νέων παιδιών. Δεν τους αφήνει και περιθώρια για αντοχές. Μέχρι το 2012 οι νέοι δημοσιογράφοι ήταν διατεθειμένοι να περάσουν μια περίοδο μαθητείας και είχαν όρεξη να κάνουν πρωτότυπα θέματα και ρεπορτάζ. Σήμερα τα περισσότερα παιδιά που έρχονται για να ζητήσουν συνεργασία έχουν μάθει στην εύκολη λύση της γνώμης και της ατάκας και αυτό που ονειρεύονται είναι μια στήλη για να γράφουν ημερολόγιο. Ή να μεταφράσουν θέματα από ξένα sites. Αυτό θεωρούν ότι είναι δημοσιογραφία. Το μεγάλο κακό που έκανε η πληθώρα των sites είναι ότι γεμίσαμε από δημοσιογράφους του γραφείου, με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και κανένα μέλλον, που μαθαίνουν να κάνουν μόνο σχόλιο. Το Ιnternet έχει γεμίσει με ανίδεους, αγράμματους και αλαζόνες 20άρηδες που η ασφυκτική οικονομική κατάσταση που βιώνουν τους κάνει ακόμα χειρότερους, γιατί δεν έχουν χρονικά περιθώρια να διορθωθούν. Η αγραμματοσύνη των νέων ανθρώπων είναι ένα φαινόμενο που αξίζει να αναλυθεί σε έναν κόσμο που διαβάζει και γράφει περισσότερο από ποτέ.

 

Στη LiFO βρέθηκα λίγο πριν από το ξεκίνημά της, από ένα μήνυμα σε κάποιο post. Μπορώ να πω ότι αυτό το μήνυμα μου άλλαξε τη ζωή... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ένα πράγμα δεν αντέχω με τίποτα: την υποκρισία. Τη θεωρώ πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε ανθρώπινη αδυναμία, γιατί κρύβει απωθημένα και μεταφράζεται σε φθόνο και μίσος. Τους παπάδες που ψάχνονται στο Gaydar και κάνουν κηρύγματα περί ηθικής, τα παιδάκια που με τα λεφτά του μπαμπά ορίζουν τι είναι underground, τους δήθεν προοδευτικούς που είναι βαθιά συντηρητικοί όταν πρέπει να πάρουν αποφάσεις, τους πολιτικούς που δεν έχουν ιδέα τι λέει το νομοσχέδιο που ψηφίζουν και η δουλειά τους περιορίζεται στις εμφανίσεις στην τηλεόραση.

 

  • Μου αρέσει η Αθήνα, η μιζέρια της και το φαγητό της, ένα εστιατόριο όπου τρώνε παπάδες και νταλικιέρηδες, άλλο ένα κούρδικο που έχει συγκλονιστικά κεμπάπ και κιουνεφέ, τα λουκουμαδάκια του Κτιστάκη και η λεμονόπιτα της Μέλισσας, το νέο αλλόκοτο R&B, μου αρέσει να κυκλοφορώ παντού με τα πόδια και να βλέπω ανθρώπινες αντιδράσεις, μου αρέσουν οι τρελοί που κάνουν την τρέλα τους δημιουργία, μου αρέσουν τα κολλήματα που τρώω κατά καιρούς και μια μέρα ξυπνάω κι έχουν εξαφανιστεί: έχω υπάρξει συλλέκτης βινυλίων, κόμικ, DVD, μηχανών πολαρόιντ, τώρα τελευταία μαζεύω μανιωδώς Ρlaymobil της δεκαετίας του '70 και του '80. Θεωρώ τον γαλάζιο Ινδιάνο της Lyra ένα από τα πιο όμορφα αντικείμενα που έχω δει ποτέ.

 

  • Nομίζω ότι δεν έχουν μείνει και πολλά από τα όνειρα που έκανα μικρός απραγματοποίητα. Αν πέθαινα αύριο το πρωί, θα ήθελα οι άνθρωποι που αγαπάω να πουν «δεν του έμεινε κανένα απωθημένο». Και θα ήταν αλήθεια!

 

 

Ένα πράγμα δεν αντέχω με τίποτα: την υποκρισία. Τη θεωρώ πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε ανθρώπινη αδυναμία, γιατί κρύβει απωθημένα και μεταφράζεται σε φθόνο και μίσος... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

 

H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Ιανουάριο του 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ