Πόπη Τσαπανίδου

Πόπη Τσαπανίδου

Μια ζωή, δουλεύει με μπλοκάκι.

  • Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη όταν οι γονείς μου ήταν πολύ νέοι, είκοσι χρονών. Τα οικονομικά μας ήταν πάντα πολύ σφιγμένα, επειδή ήταν ζόρικα τα μεροκάματα, αλλά, παρά τις όποιες δυσκολίες και τραγωδίες πέρασαν οι άνθρωποι –κι αυτοί βασανίστηκαν πάρα πολύ στη ζωή τους–, ήμασταν μια πάρα πολύ χαρούμενη οικογένεια. Αυτό που μου πέρασαν είναι ότι δεν υπάρχουν όρια στα θέλω, ότι μπορείς να μπεις μέσα στο όνειρό σου και να το ζήσεις και μια μέρα αυτό που θέλεις θα το πετύχεις. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου λέει «το μόνο που δεν έχουμε είναι λεφτά».

 

  • Ήμουν κλειστό παιδί, μαζεμένο στον εαυτό του και σε έναν δεύτερο ρόλο πάντα, παρά το γεγονός ότι ήμουν το πρώτο παιδί. Από πολύ μικρή θυμάμαι μια διαρκή πάλη να γίνω λίγο καλύτερη και σε κάτι άλλο. Μετά τα 40 που άρχισα να ξεσκαλίζω μνήμες θυμήθηκα τον θείο μου, έναν άνθρωπο που πέθανε σπουδάζοντας –έπαιρνε συνέχεια πτυχία–, να με βάζει στο τραπέζι της κουζίνας και να μου λέει «εσύ μια μέρα θα μας λες τις ειδήσεις στην τηλεόραση και μετά θα μας καληνυχτίζεις και θα είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι». Αυτή ήταν μια εικόνα που έβαλε μέσα στο κεφάλι μου και δεν ξέρω αν λειτούργησε – πάντως γνώριζα από πάντα ότι ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Ο άνθρωπος είναι σαν να προγραμματίζεις κομπιούτερ, τελικά. Μπορεί να λειτουργεί και έτσι.

 

Η ζωή με έμαθε ότι είναι πάρα πολύ ωραία. Ότι είναι σαν ταινία που πρωταγωνιστείς, αλλά δεν σκηνοθετείς, κι ότι το επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να έρθει η ανατροπή, να χτυπήσει το τηλέφωνο και να σου παρουσιαστεί μια τρελή ευκαιρία που θα σου αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο.

 

  • Στον Ελληνικό Βορρά βρέθηκα για πρώτη φορά σε εκπαιδευτική εκδρομή στο δημοτικό. Μας έδειξαν πώς δουλεύει μια εφημερίδα και γύρισα και είπα στη φίλη μου την Πόλυ: «Εγώ μια μέρα θα κάθομαι σε αυτό το γραφείο». Και στα 15 μου πήγα και χτύπησα την πόρτα του Λευτέρη Κογκαλίδη για να γίνω μέλος της ομάδας της «Νεολαίας», μιας σελίδας κάθε Κυριακή που την έγραφαν μαθητές και είχε ό,τι αφορούσε τους πιτσιρικάδες. Την επόμενη χρονιά μού ανέθεσε τον συντονισμό της ομάδας, έτσι, μετά το σχολείο, πήγαινα στην εφημερίδα και μάθαινα τη δουλειά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν όλος ο κόσμος για μένα. Μετά δούλεψα για λίγο στην ΕΡΤ, έκανα ταξινόμηση στο αρχείο με τους δίσκους – μέχρι πρόσφατα τα δικά μου γράμματα υπήρχαν στις ταμπέλες.

 

  • Δεν είχα ποτέ μόνιμη σχέση εργασίας, ήμουν με μπλοκάκι όλη μου τη ζωή. Κατέβηκα στη Αθήνα παρακαλώντας να βρω δουλειά. Πολύ ψαρωμένη. Ήμουν όμως σφουγγάρι και ακόμα είμαι, πάντα έκλεβα από τις ζωές των άλλων. Αν ακούσω κάτι, δεν το βγάζω από το κεφάλι μου για χρόνια. Βρήκα δουλειά στο «Τρεις στον Αέρα» που έκαναν τεράστιοι δημοσιογράφοι: Παπαδάκης, Διγενή… Έμαθα από αυτούς τους ανθρώπους πώς γίνεται η τηλεόραση, ήταν απίστευτο σχολείο. Έπρεπε να τρέξεις να βρεις το θέμα σου, να το τρακάρεις, δεν υπήρχαν τότε το Ίντερνετ και οι ευκολίες.

 

  • Ήμουν παιδί με ανησυχίες, το έψαχνα, έτσι η μία εκπομπή τελείωνε κι έφερνε την άλλη. Κράτησε για κάνα δυο χρόνια αυτό το πράγμα και μετά ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι μου και σταμάτησα τα πάντα. Όταν χάθηκε ο άντρας μου σε δυστύχημα ανέβηκα πάλι στη Θεσσαλονίκη για να είμαι κοντά στους δικούς μου. Για καλή μου τύχη άνοιγε σταθμό ο ΑΝΤ1 και πήρα μια πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο 6-7 το πρωί. Ταυτόχρονα, έκανα και ρεπορτάζ για την ΕΡΤ. Όταν άνοιξε ο τηλεοπτικός σταθμός του ΑΝΤ1, άρχισα να δουλεύω στις ειδήσεις. Ήταν άνοιξη του 1992, είχε μόλις διαλυθεί η πρώην Σοβιετική Ένωση, είχαν αλλάξει οι χάρτες στα Βαλκάνια και στη Γιουγκοσλαβία γινόταν πόλεμος. Μου δόθηκε μια τρομερή ευκαιρία επειδή είχαν αρρωστήσει οι πολεμικοί ανταποκριτές –ο Νικόλας Βαφειάδης και ο Αργύρης ο Ντινόπουλος– και άκουσα τον Παγιατάκη (που έκανε τέτοιου είδους αποστολές) να λέει στο τηλέφωνο «δεν μπορώ να πάω, έχω δουλειά». Σκέφτηκα ότι είναι η ευκαιρία της ζωής μου. Του είπα «θα πάω εγώ». Διάβασα κι έμαθα, πήρα τηλέφωνο φίλους πολιτικούς συντάκτες να μου κάνουν φροντιστήριο και έτσι πήγα στα Σκόπια. Τότε είχε πάει ο Γκλιγκόρωφ στα Ηνωμένα Έθνη και προσπαθούσε να πετύχει αναγνώριση του κρατιδίου και κατάφερα μέσα σε δέκα μέρες να γυρίσω με αποκλειστική συνέντευξή του! Ήταν θράσος, άγνοια του κινδύνου, απελπισία για τη μοναδική μου ευκαιρία, κίνητρα καθαρά οικονομικο-οικογενειακά, όλα μαζί. Ήταν ορόσημο αυτό για μένα γιατί κατάφερα να αλλάξω επίπεδο.

 

Ήμουν παιδί με ανησυχίες, το έψαχνα, έτσι η μία εκπομπή τελείωνε κι έφερνε την άλλη. Κράτησε για κάνα δυο χρόνια αυτό το πράγμα και μετά ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι μου και σταμάτησα τα πάντα. Όταν χάθηκε ο άντρας μου σε δυστύχημα ανέβηκα πάλι στη Θεσσαλονίκη για να είμαι κοντά στους δικούς μου. Φωτο: Freddie F./LIFO

 

  • Ήταν σκληρό να δουλεύεις με τρία παιδιά, αλλά ήταν και ωραίο. Τα όριά μου μού αρέσει πολύ να τα τεντώνω, να δοκιμάζω τις αντοχές μου και να προχωράω παραπέρα και τότε μου δόθηκε η ευκαιρία να ξεπεράσω τον εαυτό μου και μέσα από τις πίκρες, τις τραγωδίες, τις αγωνίες, τον πόνο και το πολύ κλάμα αισθανόμουν και μια κρυφή ικανοποίηση. Σκεφτόμουν «κοίτα, μπορώ και μόνη μου και τα κατάφερα και σήμερα». Και το στοίχημα με τον εαυτό μου δεν ήταν μόνο να τα καταφέρω αλλά να έχω και το κούτελό μου καθαρό. Να σε κοιτώ στα μάτια και να μην έχεις να μου πεις τίποτα.

 

  • Η δυσκολία σε κάνει πιο σκληρό, αλλά οι άνθρωποι που έγιναν σκληροί λόγω δυσκολιών έχουν τρομερή ευαισθησία μέσα τους. Όταν ξέρεις τι θα πει πόνος και σκληραίνεις για να τον αντιμετωπίσεις, κατανοείς πάντα τον πόνο του άλλου, από όποια γεγονότα κι αν προέρχεται. Μπορείς να «μπεις στα παπούτσια του». Να φοβάσαι τους σκληρούς, χωρίς συναισθήματα, τους αδίστακτους που σκληραίνουν για να πετύχουν έναν στόχο κι όχι επειδή αναγκάστηκαν για να επιβιώσουν.

 

  • Δεν μου αρέσει η λέξη «καριέρα». Προτιμάω τη λέξη δουλειά και είναι μια δύσκολη δουλειά αυτή που κάνω. Επιτυχία θεωρώ το ότι έχω παραμείνει σε αυτόν το χώρο με τέτοιον τρόπο που δεν ντρέπονται τα παιδιά μου να πουν ότι είμαι μάνα τους. Μπορεί να είμαι και η χαζή της ιστορίας. Έχει να κάνει με το αξιακό σου σύστημα, το πώς σε έχει πλάσει η οικογένεια, και με τις ηθικές αξίες που έχεις αποκτήσει. Ο Τσαπανίδης με μεγάλωσε με τέτοιον τρόπο που δεν υπήρχε περίπτωση να απλώσω το χέρι μου, να πουληθώ ή να εξαρτηθώ.

 

  • Ένας δημοσιογράφος είναι καλός όταν είναι αντικειμενικός κι όταν είναι μέσα στη ζωή. Όταν ξέρει τι περνάει ο κόσμος. Κι αυτό δεν το καταλαβαίνεις όταν σ’ το στέλνουν σε μήνυμα κι εσύ ζεις σε μια άλλη διάσταση. Κακά τα ψέματα, όταν έχεις μια ζωή που δεν είναι η μέση –και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι της τηλεόρασης δεν ζούμε και δεν υποφέρουμε όπως ο μέσος Έλληνας σήμερα– δεν μπορείς να έχεις άμεση επικοινωνία με τον κόσμο που δεν έχει να φάει. Έχω περάσει, όμως, από αυτό το στάδιο και ξέρω πώς είναι και ο κύκλος που κινούμαι δεν είναι ένας κύκλος πλούσιων ανθρώπων.

 

  • Η όποια εξουσία ήταν συνδεδεμένη με την τηλεόραση έχει αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο των social media, γιατί ο καθένας πια μπορεί να ενημερώσει και να επηρεάσει. Βέβαια, είναι παγίδα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δημοσιογραφία ο κανιβαλισμός και όλο αυτό το κατευθυνόμενο ρεύμα των social media, υπάρχει πολύ «πλαστό» εκεί μέσα. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας συνδυασμός της διασταυρωμένης πληροφορίας με την αμεσότητα των social media για να γίνει στο μέλλον κάτι που σκίζει. Δεν γίνεται, όμως, γιατί αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα τα δύο μέσα είναι σε πλήρη αντίθεση, το ένα πυροβολεί το άλλο.

 

  • Ευτυχία είναι ένα χαμόγελο. Στιγμές. Το πρωί περπατούσα για να έρθω στο γραφείο και όλοι οι καταστηματάρχες ετοιμάζονταν να ανοίξουν τα μαγαζιά τους, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν, κάποιος έπλενε με λάστιχο τον δρόμο, η πόλη ξυπνούσε και αυτοί οι ήχοι και οι εικόνες που απομόνωνα ήταν για μένα στιγμές ευτυχίας. Ευτυχία είναι να είναι όλοι καλά γύρω μου. Αυτό που φοβάμαι πιο πολύ είναι μην πάθουν το παραμικρό οι άνθρωποι που αγαπάω. Και να μην ξαναγκρεμιστούν τα πάντα γύρω μου. Δεν το μπορώ αυτό, με κούρασε.

 

Ένας δημοσιογράφος είναι καλός όταν είναι αντικειμενικός κι όταν είναι μέσα στη ζωή. Όταν ξέρει τι περνάει ο κόσμος. Κι αυτό δεν το καταλαβαίνεις όταν σ’ το στέλνουν σε μήνυμα κι εσύ ζεις σε μια άλλη διάσταση. Φωτο: Freddie F./LIFO

 

  • Λατρεύω τον Οικονομίδη, τον νιώθω κομμάτι της οικογένειάς μου. Τον γνώρισα πριν από δυο χρόνια, όταν μου πρότεινε να παίξω στην ταινία του. Νόμισα ότι η πρόταση στην αρχή ήταν πλάκα. Πήγα στο ραντεβού αποφασισμένη να πω ναι, αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Μου εξήγησε τι ήθελε, όχι δημοσιογράφο, αλλά μια μαφιόζα, τη γυναίκα του ισοβίτη. Ήταν δύσκολο και ωραίο μαζί. Πρέπει να σηκωθούμε από τον καναπέ, να πάμε στο σινεμά και να τη στηρίξουμε. Να μην την απολαύσουμε μόνο αλλά να την καταλάβουμε. Έχει μία επίγευση τόσο γλυκιά αυτή η ταινία, παρόλη τη σκληρότητά της, που είναι απίστευτη.

 

  • Μου αρέσει να παίρνω ρίσκα και να δίνω ευκαιρίες σε ανθρώπους. Έφτιαξα μια εκπομπή στην ΕΡΤ κι έφυγα και την άφησα σε άλλα χέρια, έφτιαξα μια άλλη εκπομπή στον ΣΚΑΪ και την άφησα κι αυτή, δεν κατσικώθηκα σε μια θέση. Έδωσα ευκαιρίες σε δυο κορίτσια επειδή άφησα δυο καλοστημένες εκπομπές και δεν πήρα κανέναν μαζί μου από την κάθε ομάδα. Και έστησα ξανά από το μηδέν. Θα μπορούσα να πάω στον STAR και να μη με βλέπει κανείς, ο επόμενος σταθμός να είναι τερματικός. Αν ήθελα τη βολή μου, θα παλουκωνόμουν στη θέση μου και θα δενόμουν με αλυσίδες, αλλά δοκιμάζομαι και είμαι τόσο τρελή που μου αρέσει. Τώρα, ό,τι είχα το έριξα στο site μου (ipop.gr), που είναι μια πλατφόρμα για να δείχνουν το έργο τους όσοι κάνουν οτιδήποτε δημιουργικό. Είναι προτάσεις ζωής, χωρίς το κουτσομπολιό και την κιτρινίλα.

 

  • Η τηλεόραση σού ανοίγει δρόμο να κάνεις άλλα πράγματα γιατί πληρώνει πιο καλά από τα άλλα μέσα και το ότι κάνω το site μου το οφείλω εκεί. Σε πληρώνει καλά, αλλά σου παίρνει πάρα πολλά. Νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχει ρουφήξει όλη τους τη ζωή τους, χωρίς να το έχουν καταλάβει. Το να ζεις για την πόζα, όταν όλη σου η ζωή είναι στην υπηρεσία της δημόσιας εικόνας σου, δεν είναι η πραγματική σου ζωή. Κι αναρωτιέμαι πώς μπορείς να είσαι συνεπής σε αυτό που οι άλλοι νομίζουν ότι είσαι γιατί εσύ τους το έχεις καλλιεργήσει. Δεν μπορώ, τρελαίνομαι, είναι σαν να μου βάζεις βόμβα στον εγκέφαλο. Η Πόπη της τηλεόρασης είναι ένα κομμάτι μου, αρνούμαι να πνίξω τα υπόλοιπα. Αρνούμαι να μην αφήσω την Πόπη να γεράσει για να μη με χαρακτηρίσουν γριά στα σχόλια. Είμαι 46 χρονών, αρνούμαι να βάλω χείλια και μάγουλα, σιχαίνομαι τη δικτατορία του κουτιού, γαμώ τα κουτιά σας.

 

  • Η ζωή με έμαθε ότι είναι πάρα πολύ ωραία. Ότι είναι σαν ταινία που πρωταγωνιστείς, αλλά δεν σκηνοθετείς, κι ότι το επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να έρθει η ανατροπή, να χτυπήσει το τηλέφωνο και να σου παρουσιαστεί μια τρελή ευκαιρία που θα σου αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να αποδώσουμε, αλλά να τον ευχαριστηθούμε κιόλας. Μπορεί να βοηθήσουμε κι εμείς λίγο στη σκηνοθεσία, βάζοντας την πινελιά μας. Θέλει όμως προσοχή να μην αφαιρεθούμε με το διπλανό μας, γιατί είναι άπαξ η ζωή, μία και τέρμα, δεν βγαίνει σε DVD να την ξαναδούμε.

 

 

H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάρτιο του 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ