Νίκος Καραθάνος

Νίκος Καραθάνος

Πιστεύει ότι η ζωή είναι παρούσα και είναι ζαβή και πρέπει να τη βοηθήσεις να περπατήσει.

  • Μεγάλωσα στο Μαρούσι. Το θυμάμαι γεμάτο χωράφια, ροδιές και πρόβατα ακριβώς εκεί όπου σήμερα απλώνεται η Αττική Οδός. Ήταν πραγματικά σαν εξοχή, με φτωχικά σπίτια με μεγάλους κήπους και κόσμο να κοιμάται έξω τα καλοκαίρια. Δεν θα ξεχάσω ένα απόγευμα που είδα τους γείτονες να ανεβαίνουν από τις ξύλινες σκάλες στις ταράτσες και να μένουν για ώρα εκεί κοιτώντας προς τον ουρανό. Ήταν ένα τόσο όμορφο δειλινό, με τόσο ωραία σύννεφα, και ήταν τρομερό να βλέπεις όλο αυτό τον κόσμο να αφήνει τις δουλειές του για να χαρεί το φως. Αντίστοιχα, με θυμάμαι να γυρίζω το βράδυ από το σχολείο –αφού τότε χωριζόταν σε πρωινό και απογευματινό–διασχίζοντας ένα ρέμα και να κοιτάζω τ' αστέρια, προσπαθώντας να αντιληφθώ το μάθημα της Αστροφυσικής. Πιο πολλά καταλάβαινα τότε, είναι αλήθεια. Ακόμα και το κέντρο της Αθήνας το θυμάμαι να σφύζει από ζωή, να είναι πραγματικά το κέντρο του κόσμου. Ενώ σήμερα που ζω στο κέντρο αυτό που αντικρίζω είναι μονάχα θλίψη, σάμπως οι γειτονιές να έχουν χάσει τον χαρακτήρα τους, όπως τα Εξάρχεια, που έχουν πέσει θύμα του εαυτού τους. Χάθηκαν οι αφηγήσεις και οι άνθρωποι. Αλλά δεν βαριέσαι, θα φτιάξουμε άλλα, πιο ωραία παραμύθια.

 

  • Γέλαγα πολύ με τα πράγματα που αντίκριζα γύρω μου μικρός. Με το πώς μιλούσαν, πώς φέρονταν οι άνθρωποι, πώς αντιδρούσαν. Πάντα είχα να πω μια ιστορία για κάποιον που έμπαινε στο λεωφορείο. Ήταν ωραία αλλά και δύσκολα χρόνια, από προσωπικής απόψεως. Τότε ονειρευόμουν να γίνω αρχαιολόγος –από τότε μου άρεσαν οι ιστορίες– αλλά τελικά πέρασα στην Παιδαγωγική. Και η πρώτη εργασία που ζήτησα να κάνω ήταν για τον Παζολίνι. Δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα τότε και πού πήγαινα – ήμουν ένα απλό παιδί που ένιωθε τα σπλάχνα του να εκρήγνυνται και έξω να λαμπαδιάζει η ζωή. Το μόνο που έβλεπα ήταν να ξυπνάνε μέσα μου τα πράγματα. Με συγκλόνιζαν οι άμεσες και απλές ιστορίες – κι αυτό συμβαίνει στον Παζολίνι. Ο ίδιος λέει ότι δεν μπορεί πια να κάνει ταινίες σαν το Δεκαήμερο του Βοκάκιου γιατί δεν υπάρχουν πλέον τα σώματα.

 

Πολλές φορές λέω στους ηθοποιούς ότι θα ήθελα να δούμε αυτό που κάνουμε ως θαύμα, σαν το μπαχαρικό στο στόμα που άμα σπάσει, δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται. Η στιγμή που θα συμβεί αυτό που περιμένεις έρχεται πάντα σαν ευαγγελισμός, όπως όλα τα καλά στη ζωή. Ακόμα και η έμπνευση: σου επιτίθεται, δεν έρχεται καλεσμένη.

 

  • Οι ιστορίες από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου με κέρδισαν με την αφέλεια και την πίστη τους – με το ότι αφηγούνται εκείνη τη συγκλονιστική στιγμή προτού παρέμβει η σκέψη και τελειώσουν τα πάντα. Οι μοναχές βλέπουν έναν γυμνό άνδρα – κι αυτή είναι μια σκηνή που δεν παρεμβαίνει τίποτα ανάμεσα στις λέξεις που αρθρώνουν και σε αυτό που βλέπουν, που δεν υπάρχει τίποτα ένοχο ή σκοτεινό, που δεν παραμονεύει καμία τύψη. Υπάρχει μόνο η έλξη και το σώμα κι αυτό είναι από μόνο του κάτι τόσο όμορφο, αν το σκεφτείς. Όπως όταν γνωρίζουμε κάποιους ανθρώπους που μας κάνουν εντύπωση με την αμεσότητά τους, ανθρώπους απλούς, του χωριού, που σε χαιρετάνε και δεν ντρέπονται, που πιάνουν άνετα την κουβέντα, που σε αγγίζουν σαν μιλάνε, που σε ρωτάνε απλώς προς τα πού πας και από πού έρχεσαι. Άνθρωποι «πρώτοι». Αυτούς έχουμε ξεχάσει σήμερα που υποτίθεται πως έχουμε γίνει τόσο πολύπλοκοι απορροφημένοι μάλλον από την προσωπική μας δυστυχία. Έχουμε χάσει την πρώτη αυτή επαφή – βλέπουμε και δεν κοιτάμε, κοιτάμε και δεν βλέπουμε. Είμαστε φορτωμένοι με πολλές προσωπικές ατυχίες, είμαστε πλέον «άτομα εξαίρετα» και «πολιτιστικά προηγμένα». Βρίσκουμε χρόνο να ασχοληθούμε με υψιπετή πράγματα όπως η «ψυχή» ή το «πνεύμα» και ξεχνάμε να σηκώσουμε το χέρι και να πούμε καλημέρα. Αυτό είναι, λοιπόν, το τρομερό στον Βοκάκιο: ότι έβαλε τον άνθρωπο στα σωστά του μέτρα μέσα από ένα εξαιρετικό ύφος γραφής και αντλώντας από τον αφρό των ανθρώπων απλές ιστορίες. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά κι ο ίδιος: «Εγώ δεν εμπνέομαι από καμιά μούσα του πνεύματος αλλά από την τάδε γυναίκα».

 

Υπάρχει πάντα μια στιγμή στη ζωή σου που γράφεται ποιος είσαι: όταν αντικρίζεις τα πόδια της μάνας σου μέχρι το γόνατο, όταν ξεπορτίζεις για πρώτη φορά μόνος σου από το σπίτι χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανείς, μια στιγμή που συνοψίζεται από το φως, τη μέρα, τη μνήμη και γράφεται για πάντα. Αυτό είσαι εσύ. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Όλα τα έργα έχουν τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Έτσι και το Δεκαήμερο λειτούργησε ως ανάγκη για ζωή την ώρα που δέσποζαν παντού η πανούκλα και η δυστυχία. Κι αυτό είναι το χαρακτηριστικό των μεγάλων έργων: την ώρα που έρχεται ο θάνατος και μας διαλύει, να λέμε πάμε στην εξοχή να πούμε ιστορίες να χαρούμε. Σάμπως ο Βοκάκιος να θέλει να περιγράψει την πρώτη εκείνη ώρα, όταν πρωτοξυπνάει ο άνθρωπος κι έχει μια ελπίδα. Λένε στην εκκλησία τη Μεγάλη Τρίτη: «Δείξε μου την αλήθεια τη νύχτα και το πρωί το έλεός σου», δηλαδή φανέρωσέ μου τα πάντα στο σκοτάδι και το πρωί λυπήσου με. Απ' όλο αυτό το σκότος, λοιπόν, ο Βοκάκιος διάλεξε μια ηλιαχτίδα ζωής. Μετά ήρθε το ξύπνημα, η Αναγέννηση, και σηκώθηκε ο άνθρωπος και ζωγράφισε τον εαυτό του γυμνό στους τρούλους της εκκλησίας.

 

  • Υπάρχει πάντα μια στιγμή στη ζωή σου που γράφεται ποιος είσαι: όταν αντικρίζεις τα πόδια της μάνας σου μέχρι το γόνατο, όταν ξεπορτίζεις για πρώτη φορά μόνος σου από το σπίτι χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανείς, μια στιγμή που συνοψίζεται από το φως, τη μέρα, τη μνήμη και γράφεται για πάντα. Αυτό είσαι εσύ. Εκεί θα θες να γυρνάς, στην πρώτη μυρωδιά που ένιωσες ως παιδί και στα πρώτα αισθήματα που ένιωσες προτού σ' τα μάθει κάποιος. Νομίζω ότι ο καθένας έχει τη στιγμή του. Πού είναι ο Θεός σε όλα αυτά; Πάνω και πέρα και κάτω είναι. Αυτό είναι Θεός: το μεγαλείο και η ανοησία μας μαζί. Πίστη και αφέλεια και αναζήτηση για κάτι με γουρλωτά μάτια και σηκωμένα όργανα.

 

  • Πάντα το θαύμα αναζητάς, χωρίς να ξέρεις τι είναι, ούτε πότε θα 'ρθει. Μπορείς να δεις το θαύμα παντού, αν και δεν ξέρεις πότε ακριβώς – ούτε καν σε αυτό που ετοιμάζεις. Πολλές φορές λέω στους ηθοποιούς ότι θα ήθελα να δούμε αυτό που κάνουμε ως θαύμα, σαν το μπαχαρικό στο στόμα που άμα σπάσει, δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται. Η στιγμή που θα συμβεί αυτό που περιμένεις έρχεται πάντα σαν ευαγγελισμός, όπως όλα τα καλά στη ζωή. Ακόμα και η έμπνευση: σου επιτίθεται, δεν έρχεται καλεσμένη. Γι' αυτό μάλλον και όταν μου προτείνουν ένα έργο νιώθω αδημονία, άγχος και πόνο παρά χαρά. Περισσότερο μπελάς είναι η αναμέτρηση με το κείμενο και την έμπνευση παρά απόλαυση. Καταρχάς γιατί απαιτεί ενδοσκόπηση, να ψάξεις τι πας να κάνεις, να αμφιβάλλεις και να συνδεθείς έτσι με τον εαυτό σου. Να καταλάβεις «τι πεύκο είναι αυτό», όπως έλεγε και μία θεία μου, να δεις τη δική σου σχέση με αυτό. Μακάρι να ήταν αλλιώς και να κοίταζες μόνο το κείμενο. Αλλά η σχέση είναι πάντα ευρύτερη, είναι η σχέση με την ίδια τη ζωή. Άλλωστε, πάντα ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη σελίδα υπάρχει κάποια άλλη. Κι αυτή πρέπει να τη βρεις εσύ.

 

 

Γέλαγα πολύ με τα πράγματα που αντίκριζα γύρω μου μικρός. Με το πώς μιλούσαν, πώς φέρονταν οι άνθρωποι, πώς αντιδρούσαν. Πάντα είχα να πω μια ιστορία για κάποιον που έμπαινε στο λεωφορείο. Ήταν ωραία αλλά και δύσκολα χρόνια, από προσωπικής απόψεως. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Μου αρέσει πολύ η χαρά στη σκηνή, το να νιώθουν οι ηθοποιοί αυθόρμητα κι ωραία. Είναι αυτό που λέει μια σκηνή της Γκόλφως «Αχ, τι είναι το βουνό, ελάτε να χαρούμε!». Είναι κάτι ελληνικό κι είναι καλό. Θυμάμαι μια συνέντευξη του συνονόματού μου σεφ, ο οποίος λέει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι στο τραπέζι στην Ελλάδα, χαίρονται, γελάνε, τρώνε ο ένας από το πιάτο του άλλου, γλεντάνε και χορεύουν. Τέτοιες παραστάσεις θέλω, λοιπόν, να κάνω, που ηθοποιοί να μπορούν να χαίρονται και να παίζουν όλοι μαζί, όπως τα παιδιά. Και εκεί δεν θες να μένει κανείς απέξω, αλλιώς δεν έχει νόημα. Ίσως, βέβαια, να τα βλέπω τα πράγματα έτσι επειδή είμαι ηθοποιός και ξέρω ότι θες να μαγειρέψεις κάτι γιατί πεινάτε όλοι μαζί και θέλετε να φάτε παρέα. Είναι η έννοια της συμμετοχής που ενέχει ωστόσο και τον κίνδυνο της ανωριμότητας για έναν σκηνοθέτη που νιώθει ηθοποιός, αφού δεν μπορεί να δει τα πράγματα απέξω. Πολλές φορές, επίσης, συμβαίνει να γίνεσαι υπέρ το δέον τολμηρός κι αυτό είναι κίνδυνος για τη σκηνοθεσία. Γι' αυτό πρέπει να έχεις συγκεκριμένο σκοπό και να βάζεις στόχο εξαρχής. Είναι όπως όταν ξεκινάς να ανέβεις σ' ένα βουνό: μόνο όταν βλέπεις την κορφή καταλαβαίνεις πολλά πράγματα για τον εαυτό σου. Μέχρι να φτάσεις, πολλές φορές αναρωτιέσαι πώς το έκανες ή ότι πρέπει να σταματήσεις. Και είναι σημαντικό να καταλάβεις ότι αυτό δεν πρέπει να μείνει στη μέση και ότι έχει κι άλλο και ότι εκεί που νομίζεις ότι τελείωσες, συνειδητοποιήσεις ότι αυτό είναι μόνο η αρχή. Πάντα χρειάζεται κι άλλη και περισσότερη δουλειά, ακόμα περισσότερο μόχθο να καταβάλεις.

 

  • Φυσικά και αντιλαμβάνομαι ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν ή ότι δεν είναι νορμάλ ούτε εδώ ούτε έξω, στο Εθνικό, στην καθημερινότητα, στην πόλη μου, παντού. Δεν ζω αλλού, ούτε παίρνω αποστάσεις. Αντιλαμβάνομαι την αδικία, το να μην έχει ο άλλος δουλειά, το να θέλει βοήθεια. Η ζωή είναι παρούσα και είναι ζαβή και πρέπει να τη βοηθήσεις να περπατήσει. Τι πάει να πει παίρνω αποστάσεις από την αδικία – τι φλώρικα πράγματα είναι αυτά; Το μόνο που μετράει είναι να δεις πώς μπορείς να βοηθήσεις τον άλλο που σε χρειάζεται, γιατί κάποια στιγμή θα τον χρειαστείς κι εσύ, να προσπαθείς να τον στηρίξεις λέγοντάς του «είμαι εδώ για σένα, δεν έχω λεφτά, αλλά είμαι εδώ». Γι' αυτό εξοργίζομαι με τους πολιτικούς, γιατί δεν έχουν ιδέα τι γίνεται εκεί έξω. Δεν έχουν σχέση με τη ζωή αλλά μόνο με το συμφέρον. Θα έπρεπε να έχουν πάει σπίτια τους και τα κόμματα να έχουν καταργηθεί, δεν τους πιστεύω καθόλου και δεν θέλω κανέναν τους. Δες τι συμβαίνει με τους υποψήφιους δημάρχους της Αθήνας: δεν ξέρουν να μιλήσουν, δεν μπορούν να αρθρώσουν μια απλή λέξη, δεν έχουν περπατήσει ποτέ πραγματικά κοιτάζοντας γύρω τους, δεν τα έχουν βρει με τον εαυτό τους – θα τα βρουν με την πόλη τους; Πιο πειστικά είναι τα αμερικανικά σίριαλ παρά οι Έλληνες πολιτικοί.

 

H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάρτιο του 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ