Νίκος Καραθάνος, σκηνοθέτης. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν
Οι Αθηναίοι

Οι Αθηναίοι της LiFO: Οι δημοσιογράφοι που γράφουν τη στήλη για 15 χρόνια αφηγούνται την εμπειρία τους

Λίγο πριν από τα εγκαίνια της μεγάλης φωτογραφικής έκθεσης «Οι Αθηναίοι της LiFO» στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς, παλιοί και νέοι συνεργάτες της LiFO θυμούνται μερικές από τις πιο εντυπωσιακές φωτογραφίες στην ιστορία της στήλης και καταγράφουν εμπειρίες από το making of.

Στις τόσες αλλαγές που έχει υποστεί η LiFO στα 15 χρόνια λειτουργίας της ένα πράγμα παραμένει σταθερό και αυτό είναι η στήλη «Οι Αθηναίοι». Κάθε εβδομάδα ένας κάτοικος της πόλης μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή του. Μέσα από τις ιστορίες τους η πόλη μας αποκτά υπόσταση. Κατοικείται από ανθρώπους με αίμα, παρελθόν και επιθυμίες. Σε αυτό το άρθρο, λίγες μέρες πριν από τα εγκαίνια της μεγάλης φωτογραφικής έκθεσης της LiFO στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138, Τετάρτη 27 Νοεμβρίου στις 20:00), δημοσιογράφοι και φωτογράφοι που δουλεύουν ή δούλευαν κάποτε μαζί μας καταγράφουν την εμπειρία τους και επιλέγουν μερικές από τις πιο εντυπωσιακές φωτογραφίες αυτής της δεκαετίας.

 

M. Hulot
Δημοσιογράφος


Όταν πρωτοξεκίνησε η στήλη πριν από 15 χρόνια, κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς θα ήταν και τι θα κατέγραφε. Τελικά, έγινε το σήμα κατατεθέν της LiFΟ, από τις λίγες στήλες που άντεξαν μέσα στον χρόνο και συνεχίζουν, καταγράφοντας τον αστικό πολιτισμό. Τα εκατοντάδες πρόσωπα που έγιναν «Αθηναίοι» έχουν σημαδέψει με τον δικό τους τρόπο την ιστορία της πόλης. Αν τα διαβάσεις ένα-ένα, εκτός από τη βιογραφία του καθενός και την προσωπική του ιστορία, καταγράφεται και μια ολόκληρη εποχή, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, καθώς η στήλη φιλοξενεί ανθρώπους που είναι με οποιονδήποτε τρόπο στην επικαιρότητα, αλλά και ανθρώπους που την εποχή που τους παρουσίασε η στήλη κανένα άλλο μέσο δεν θα φιλοξενούσε. Από τη 19χρονη Monika κυριολεκτικά στην πρώτη της εμφάνιση (ούτε που θυμάμαι τι είχα πει στον Στάθη και τον έπεισα να την κάνουμε) μέχρι τον Πητ Κουτρουμπούση και από street artists μέχρι τον Takis και τον Τέλη με τα παϊδάκια στην Ευριπίδου. Οι δύο τελευταίοι ήταν, μάλλον, και οι δύο πιο δύσκολες περιπτώσεις «Αθηναίου» απ' όσες θυμάμαι, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Ο Takis επειδή δεν ήθελε να απαντήσει σε καμία ερώτηση (τις έβρισκε ανούσιες) και ο Τέλης επειδή την ώρα της συνέντευξης έψηνε και απαντούσε μονολεκτικά.


Κάποια πρόσωπα που πέρασαν από τους «Αθηναίους» άλλαξαν πραγματικά τον τρόπο που έβλεπαν τα μέσα κάποια πρόσωπα και έγιναν η αφορμή να γίνει λιγότερο στενή η θεματολογία των ελληνικών μέσων.


Από δημοσιογραφικής πλευράς, ο μονόλογος του «Αθηναίου» ήταν και είναι ένα τεράστιο σχολείο, γιατί έπρεπε να βγάλεις την εμπειρία ζωής και τις σημαντικές προσωπικές στιγμές από ανθρώπους που γνώριζες μέσα από τη δουλειά τους αλλά δεν είχες συναντήσει ποτέ, που θαύμαζες και αντιμετώπιζες με τρόμο, που σε άφηναν άναυδο με όσα είχαν να πουν, αλλά και από κάποιους που, ενώ πήγαινες να συναντήσεις με μεγάλες προσδοκίες, τελικά δεν είχαν τίποτα να πουν.


Είναι πολλές οι συναντήσεις που θα κουβαλάω για πάντα. Ο πρώτος «Αθηναίος» που έκανα, ο Θάνος Σαμαράς, ο οποίος είχε εκτεθεί σε βαθμό που με είχε σοκάρει. Ήταν η πρώτη συνέντευξη που είχε κάνει ποτέ και νομίζω ότι είναι και από τις καλύτερες. Η Ανθούλα Αλιφραγκή, σε μία μοναδική συνάντηση στο σπίτι της στην Κοκκινιά, κάνα δυο χρόνια πριν πεθάνει. Δεν άκουγε καθόλου, έτσι περιορίστηκε στην αφήγηση, ξετυλίγοντας για ώρες μια ζωή μυθιστορηματική. Στο ενδιάμεσο έριχνε και μερικά μπινελίκια στον σύζυγό της, επειδή τη διέκοπτε. Τελικά, δεν έγινε «Αθηναία», το κείμενο μπήκε ολόκληρο στο αφιέρωμα για το λαϊκό τραγούδι και στο τεύχος κόπηκε κατά λάθος ο επίλογος.

 

Ιωάννα Καρυστιάνη, Συγγραφέας. Φωτό: Σπύρος Στάβερης

 

Δέσποινα Τριβόλη
Δημοσιογράφος


Οι «Αθηναίοι» ήταν η αφορμή για να γνωρίσω εξαιρετικούς ανθρώπους και να τους κάνω να με εμπιστευτούν αρκετά για να μου διηγηθούν την ιστορία της ζωής τους. Έκατσα και μέτρησα πόσους Αθηναίους έχω κάνει και είναι πάνω από 50 – αν τους βάλεις όλους μαζί, είναι σαν να έγραφα τη στήλη κάθε εβδομάδα για 11 μήνες. Επίσης, κακά τα ψέματα, μέσα από τους «Αθηναίους» έμαθα να κάνω συνεντεύξεις, ακριβώς επειδή ζητάς από τον άλλον να σου πει για την παιδική του ηλικία, την οικογένειά του, τις αποφάσεις της ζωής του, πρέπει να δημιουργήσεις ένα κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης – όσο πιο άνετα νιώθει ο άλλος, τόσο πιο εξομολογητικός θα γίνει. Κάθε εβδομάδα μπορεί να κάναμε λίστα και με 20 άτομα για να καταλήξουμε στον «Αθηναίο». Το αποτέλεσμα ήταν πάντα απρόβλεπτο – μπορεί να ήταν η Ελένη Ράντου, ας πούμε, ή ένας πυροσβέστης που έσωζε ζωές. Νομίζω πως όποιος και να έμπαινε τελικά στη στήλη, γινόταν εξαιρετικά άμεσος, μάθαινε αυτόματα ο αναγνώστης πράγματα που σε μια άλλη συνέντευξη δεν θα μάθαινε ποτέ. Κάτι που πάντα με εντυπωσίαζε ήταν πόσοι από τους «Αθηναίους» μού είχαν πει ότι παίζανε σε αλάνες με χώμα, ακόμα και άνθρωποι στην ηλικία μου. Από ένα σημείο και μετά, αναρωτιόμουν αν αυτό είναι κάτι που όντως έχουν ζήσει ή αν έφτιαχναν με το μυαλό τους μια ιδεατή πόλη, που καμία σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα.

 

Νομίζω πως όποιος και να έμπαινε στη στήλη, γινόταν εξαιρετικά άμεσος, μάθαινε αυτόματα ο αναγνώστης πράγματα που σε μια άλλη συνέντευξη δεν θα μάθαινε ποτέ.

 

Γενικά, ήμουν τυχερή, γιατί χάρη στη στήλη αυτή γνώρισα μερικούς πολύ σπουδαίους ανθρώπους, όπως η Τζίνα Πολίτη. Μιλούσε τόσο ωραία αυτή η γυναίκα, που έφυγα από το σπίτι της ευτυχισμένη, σαν να μου είχαν κάνει δώρο. Αυτός που με δυσκόλεψε πιο πολύ, μάλλον, ήταν ο Νίκος Αλεξίου – ένας πολύ σπουδαίος καλλιτέχνης που «έφυγε» το 2011. Είχαμε συναντηθεί στη Λυκόβρυση, στο Κολωνάκι, ήθελε να μου κάνει το τραπέζι, εγώ για κάποιον χαζό λόγο αρνήθηκα και μάλλον του κακοφάνηκε. Δεν του άρεσαν οι ερωτήσεις μου, δεν ήθελε να απαντήσει, είχε θυμώσει νομίζω. Η πρώτη συνέντευξη που έκανα ήταν η Μόλλυ Ανδριανού στο τεύχος Νο 4, όταν δεν είχαμε καν ονομάσει τη στήλη. Το θυμάμαι τόσο έντονα, γιατί πιθανώς να ήταν η μοναδική συνέντευξη στα χρονικά της LiFΟ που είχαμε ξεχάσει να βάλουμε το όνομα του συνεντευξιαζόμενου. Είχαμε δημοσιεύσει τη φωτογραφία και τον τίτλο της μόνο!


Υπήρξαν δύο άτομα που κατάλαβα ότι μου έλεγαν ψέματα για τη ζωή τους και, κυρίως, για την καταγωγή τους, για άλλο λόγο ο καθένας. Μου φάνηκε πολύ θλιβερό.

 

Γιάννης Στάνκογλου, ηθοποιός. Φωτογραφία: Γιάννης Μπουρνιάς

 

Τίνα Μανδηλαρά

Δημοσιογράφος


Ο «Αθηναίος» δεν είναι απλώς μια στήλη. Είναι μια αφορμή για να έρθει κανείς σε επαφή με τα πιο απωθημένα κομμάτια του ανθρώπου που προσεγγίζει: με όσα έχει πιθανόν ξεχάσει, με όσα θέλει να θυμάται και όλα όσα θέλει να πει, αλλά έχουν μείνει σε μια γωνιά της πόλης. Πράγματα που αγάπησε, πρόσωπα που έγιναν εμμονές και αναμνήσεις επανέρχονται σχεδόν μαγικά όταν συνδέονται με ένα παρελθόν κι ένα μέλλον άρρηκτα συνδεδεμένα με συγκεκριμένα μέρη. Μια απλή συνέντευξη προφανώς δεν θα το έκανε αυτό. Γι' αυτό και κάθε φορά που το σύνθημα ήταν «θα γίνει "Αθηναίος"», για μένα σήμαινε το πράσινο φως για να συζητήσουμε άγνωστες πλευρές, πέρα από τις επιταγές και τις ιδιότητες του καθενός. Δεν θα ξεχάσω την ευαίσθητη και ανθρώπινη πλευρά του «Αθηναίου» –καθώς ζει χρόνια πλέον στην πόλη– Δημήτρη Μαρωνίτη, αλλά και δύο συναντήσεις που με στιγμάτισαν βαθιά: αυτή με την εν τέλει εξομολογητική Μαρία Χούκλη, η οποία αναμετριόταν με τις αθέατες πλευρές της ψυχής της, παίζοντας νευρικά με το πιρούνι, καθισμένη απέναντί μου, σε ένα κεντρικό εστιατόριο. Έκτοτε, για μένα η εικόνα της δεν θα παραπέμπει πλέον σε αυτήν της δυναμικής δημοσιογράφου και άνκοργουμαν αλλά σε έναν ευαίσθητο, εσωστρεφή και σπάνιο άνθρωπο. Ωστόσο, ο «Αθηναίος» που σίγουρα δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος που μου μίλησε για τo «απλό παιδί που ένιωθε τα σπλάχνα του να εκρήγνυνται και έξω να λαμπαδιάζει η ζωή». Αυτή δεν ήταν για μένα μια συνέντευξη, ήταν συνάντηση ζωής. Και δεν θα συνέβαινε, αν δεν τον είχα απέναντί μου ως «Αθηναίο», απτό, μειλίχιο, ανθρώπινο, υπέροχο αλλά και ορμητικό.

 

Κατερίνα Ι. Ανέστη
Δημοσιογράφος


Ο πρώτος μου «Αθηναίος» ήταν ο Σταύρος Θεοδωράκης το 2006. Έλεγε τότε: «Το απλό είναι να είσαι κηπουρός. Όταν, όμως, είσαι πολιτικός ή δημοσιογράφος, το απλό είναι βλακεία. Δεν μπορείς να λες "όχι στην ανεργία", "κάτω οι Αμερικάνοι" και να μην εξηγηθείς. Για τα σύνθετα μάς πληρώνουν, όχι για τα συνθήματα». Η πιο σπουδαία «Αθηναία» ήταν σίγουρα η Μαρία Μπέικου, αγωνίστρια από την εφηβεία, ένοπλη αντάρτισσα, συνεργάτιδα και κουμπάρα του Ταρκόφσκι. «Πλαστογράφησα την υπογραφή του πατέρα μου και έφυγα για το αντάρτικο. Δεν ήμουν 19 χρονών ακόμα. Μαζί μου ήταν η Θύελλα, η Κούλα Ντάνου και άλλα κορίτσια που πολεμούσαν ισότιμα με τους άντρες. Πήραμε όρκο πως δεν θα υπάρξει καμία ερωτική επαφή με τα αγόρια μέχρι να ελευθερωθούμε». Όμως, αν μου επιτρέπετε, η συνέντευξη για την οποία είμαι πιο περήφανη, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, για κανέναν λόγο, είναι αυτή της υπέροχης, αγέρωχης Αριστέας Μπουγάτσου που έκανα εκτός της στήλης «Αθηναίοι». Ήταν δυνατή, ατρόμητη και μαζί ο πιο τρυφερός και δοτικός άνθρωπος. Δεν φωτογραφήθηκε ποτέ, δεν ξαναμίλησε ποτέ σε κανέναν. Τη ρώτησα αν το είδος του ρεπορτάζ που κάνει μπορεί να γίνει επικίνδυνο. «Πιο επικίνδυνο είναι να είσαι σε ανθρακωρυχείο. Κοίτα, κάθε άνθρωπος έχει και τα όριά του, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Εγώ, εκτός των άλλων μειονεκτημάτων μου, δεν έχω το αίσθημα του φόβου. Μου είναι άγνωστο. Μόνο όταν τράκαρα φοβήθηκα».

 

Ελένη Καστάνη, Ηθοποιός. Φωτό; Αναστασία Βουτυροπούλου

 

Σταύρος Διοσκουρίδης
Δημοσιογράφος


Είναι ένα όμορφο πρωινό σε μια κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. Ξαφνικά, όλα θολώνουν παράξενα και εμφανίζεται μπροστά σε έναν ντόπιο ο υπέρτατος θεός του Τύπου και τον ρωτάει με τη βροντερή φωνή του: «Κύριέ μου, θα εξαφανίσω όλα τα έντυπα και τους ιστότοπους με μια μου κίνηση. Παρ' όλα αυτά, έχετε την ευκαιρία να κρατήσετε μια στήλη! Ποια θα είναι αυτή;». Αν ο συμπαθής φίλος δεν απαντήσει τους «Αθηναίους», τότε θα είναι πολύ άδικος απέναντι στον εαυτό του και την πόλη του. Οι «Αθηναίες» και οι «Αθηναίοι» που έχουν περάσει από τις σελίδες της LiFΟ έχουν πάντα επικαιρότητα λόγω του απλού γεγονότος ότι κατοικούν στην Αθήνα. Μέσα από τις διηγήσεις τους μαθαίνουμε όλοι (και ιδιαίτερα όσοι είχαμε την τύχη να τους συναντήσουμε) την ιστορία αυτού του τόπου. Γειτονιές, καταστάσεις και άνθρωποι που πέρασαν και περνούν από μπροστά μας αποκαλύπτονται διαρκώς, φτιάχνοντας ένα ιδιαίτερο αλφαβητάρι. Ένα μεσημέρι, πριν από αρκετά χρόνια, χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο M. Hulot. «Θες να κάνεις τη Λένα Διβάνη "Αθηναία";» ρώτησε. Με μια τεράστια λαχτάρα είπα «ναι». Στη συνέντευξη είχαμε να κάνουμε με έναν φοιτητή σε υπερδιέγερση να ρωτά και μια ώριμη καθηγήτρια να απαντά. Το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο. «Τι έλειπε, πιστεύεις;» ρώτησα μετά τη δημοσίευση τον Μιχάλη Μιχαήλ. «Καλό ήταν, αλλά ήθελε λίγο παραπάνω σκηνοθεσία». Ε, βέβαια, αφού όσοι και όσες κατοικούν στην Αθήνα είναι ντίβες. Με τον τρόπο τους πάντα!

 

Αντώνης Μποσκοΐτης
Δημοσιογράφος


Η στήλη με τον «Αθηναίο της Εβδομάδας» είναι καταρχάς πρόκληση για τον δημοσιογράφο. Ειδικά όταν δεν συντρέχουν λόγοι επικαιρότητας ώστε να πάρει συνέντευξη από κάποιο δημόσιο πρόσωπο, θα πρέπει να γνωρίζει ή, έστω, να μπορεί να αντιλαμβάνεται ποια κομμάτια της αφήγησης θα κρατηθούν ως πιο ενδιαφέροντα. Προσωπικά, μου αρέσει να κάνω συνεντεύξεις με «Αθηναίους» γιατί ξεφεύγουν από τη συνθήκη «ερώτηση-απάντηση». Έχω την αίσθηση πως κατευθύνω την κουβέντα σαν να έχω μαζί μου έναν κινηματογραφικό φακό κάθε φορά και γυρίζω ακόμη ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, μια συνέντευξη είναι σαν το σεξ. Χρειάζονται πάντα δύο για να μη βγει... μαλακία, και το εννοώ. Αν υπολογίσεις ακόμη πως ολόκληρο το κείμενο που ακολουθεί είναι στην ουσία μια μίνι βιογραφία, ο αναγνώστης έχει μάθει, αν όχι τα πάντα, σίγουρα πολλά από αυτά που θα 'θελε κι ο ίδιος να ρωτήσει. Ο πρώτος καλλιτέχνης που μου είχε ανατεθεί για «Αθηναίος», εν προκειμένω για «Αθηναία», ήταν η πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου. Η Μπακοπούλου είναι φίλη, τρώμε μαζί συνήθως τα μεσημέρια της Κυριακής και τα σπίτια μας απέχουν ένα δεκάλεπτο, να όμως που με αφορμή αυτήν τη στήλη έμαθα πράγματα για την ίδια και για τη μεγάλη πορεία της, που ακόμη κι εγώ δεν τα ήξερα. Για την ακρίβεια, δηλαδή, δεν είχε τύχει ποτέ ίσαμε τότε να μου τα αφηγηθεί. Το πρόσωπο που δεν θα ξεχάσω ήταν η τραγουδίστρια Ελένη Βιτάλη. Το ραντεβού ήταν στις 11 το βράδυ σε κεντρικό ξενοδοχείο, όπου έμενε, λόγω καθημερινών προβών με τον Ξαρχάκο. Η ώρα είχε πάει μία μετά τα μεσάνυχτα και η Βιτάλη ακόμη να φανεί! Γύρω στη μία και κάτι μας ειδοποιούν να πάμε με τον Πάρι, τον φωτογράφο μας, στην πισίνα στον απάνω όροφο. Εκεί ήρθε, πράγματι, η Βιτάλη, ορεξάτη για κουβέντα κι εγώ άλλο που δεν ήθελα! Θυμάμαι πως τελικά η συνέντευξη κράτησε μέχρι τις 4 τα χαράματα, με την τραγουδίστρια να μου αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της. Αυτή που με δυσκόλεψε πιο πολύ ήταν η τραγουδίστρια Ρένα Κουμιώτη κι αν δεν της έκανε κλικ το όνομα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, ακόμη θα την ψάχναμε. Θέλω να πω ότι η Κουμιώτη δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν της αρέσει να βγαίνει και να μιλάει, τη στιγμή που, όπως είπε η ίδια, ούτε δίσκο έχει βγάλει, ούτε σε μαγαζί τραγουδάει, αλλά ούτε και σε τηλεοπτικές εκπομπές εμφανίζεται χωρίς λόγο. Δεν άλλαξε η γνώμη μου για κανέναν/καμία απ' όσους έκανα εγώ για τη στήλη αυτή. Το αντίθετο, θα έλεγα! Γνωρίζοντας προσωπικά έναν καλλιτέχνη που δεν ήξερα, μέσα από την αφήγησή του κατάλαβα πως τελικά δεν είναι τυχαίο πώς γινόμαστε φίλοι με κάποιον, πώς επιλέγουμε τους φίλους μας και πώς μας επιλέγουν και οι άλλοι για φίλους τους. Και, ναι, μέσα από τη στήλη γνώρισα αρκετούς ανθρώπους. Άλλους δεν τους ξανασυνάντησα από τότε, με άλλους όμως ακόμη βγαίνουμε έξω ή συναντιόμαστε σε σπίτια.

 

Sugahspank, τραγουδίστρια. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν

 

Χρήστος Παρίδης
Δημοσιογράφος


Αυτή η στήλη για μένα δεν ήταν άλλο παρά η συνάντησή μου με την προσωπική μου μυθολογία. Αν η πόλη είναι οι άνθρωποί της, τότε οι «Αθηναίοι» ήταν, και εξακολουθούν να είναι, η ακτινογραφία, η καταγραφή της ανατομίας αυτής της πόλης. Η στήλη θα μπορούσε κάλλιστα να αναδεικνύει και ανθρώπους που δεν είναι διάσημοι ή δημιουργικοί καλλιτέχνες, αλλά έχουν μια ζωή δραστήρια και δυναμική, με στόχο. Το γεγονός όμως ότι συνήθως προβάλλει λαμπερές προσωπικότητες ή ανθρώπους που επιτελούν κάποιου είδους πνευματικό έργο απλώς την κάνει να υπηρετεί και εν μέρει να αποτελεί τη μυθολογία της πόλης, τόσο της παλιότερης, όσο, κυρίως, της νεότερης.


Κάποιος που διαβάζει τη στήλη των «Αθηναίων» μπορεί ιδανικά να μάθει τις ενδότερες σκέψεις, τις εξομολογήσεις τους, ενίοτε ειλικρινείς και όχι στημένες, που υπηρετούν το δημόσιο προφίλ τους, όλα εκείνα τα καθημερινά στοιχεία που τους κάνουν «θνητούς» ανθρώπους, με τις αδυναμίες και τα μειονεκτήματά τους, αλλά και το κρυμμένο τους μεγαλείο, αν και εφόσον έχουν (και, φυσικά, έχουν, όπως όλοι οι άνθρωποι), την πορεία τους, που για τους μεγαλύτερους σε ηλικία συνήθως, με την πάροδο και την απόσταση των χρόνων, αφού όλα πια ανήκουν στο παρελθόν, φέρνει στην επιφάνεια αποκαλύψεις σχετικά με την καριέρα και την προσωπική τους περιπέτεια. Αυτό, μοιραία, «φωτίζει» ή δίνει μια άλλη διάσταση στο πώς βλέπει ο καθένας μας την ίδια την Αθήνα. Την ιστορία της μέσα από τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων, που έπαιξαν ή παίζουν ρόλο στη διαμόρφωσή της πνευματικής και καλλιτεχνικής της ζωής, και συνεπακόλουθα της κοινωνικής ζωής της πόλης. Ενώ, παράλληλα, μέσα από περιγραφές ανασύρουν από τη λήθη την παλιότερη εικόνα της Αθήνας, τις γειτονιές της, τις παρέες της, τις γιορτές της και τις οδύνες της.


Από όσους έχω κάνει, νομίζω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ την Τζένη Βάνου. Γιατί ήταν η Τζένη Βάνου. Γιατί συνάντησα μια γυναίκα-μύθο που και στην περίπτωση της δικής μου συνέντευξης, ένα απόγευμα στο διαμέρισμά της στη Νέα Σμύρνη, λίγες μέρες πριν από την τελευταία της εμφάνιση στο Gagarin, για μία ακόμα φορά επέλεξε να απομυθοποιήσει τον εαυτό της, να τον εξανθρωπίσει, να τον κατεβάσει από το βάθρο της μεγάλης ντίβας στο επίπεδο της καθημερινότητας, και όχι να αναδείξει τη μεγάλη τραγουδίστρια που έχει υπάρξει και που (ίσως) όφειλε να προβάλει. Ήξερε να αυτοσαρκάζεται, σχεδόν να βλέπει από απόσταση την Τζένη Βάνου, λίγο σαν να ήταν μια άλλη, ένα μουσικό φαινόμενο (άλλωστε, ήταν όντως μια άλλη και όχι η φωνάρα του '60), ομολογώντας τα λάθη της, αλλά συγχρόνως εξομολογούμενη ότι προτιμούσε το πώς ήρθαν τελικά τα πράγματα και ας μην της περίσσευαν χρήματα να πάρει ένα δώρο για το εγγόνι της (για χάρη του οποίου αποκλειστικά, φρονώ, έκανε εκείνη την τραγική τελευταία εμφάνιση μπροστά του στο Gagarin). Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συνεντεύξεις αυτές ήταν μια ευκαιρία να ανακαλύψω τον άνθρωπο πίσω από το δημόσιο προφίλ του, οπότε δεν απογοητεύτηκα από κανέναν. Αντιθέτως, μια πρόσφατη σχετικά συνέντευξη για τη στήλη, εκείνη της Ελένης Ροδά, αναβάθμισε την εικόνα που είχα για εκείνη. Μου αποκαλύφθηκε ένας σπουδαίος άνθρωπος, μια ευαίσθητη γυναίκα με μεγάλο πείσμα για ζωή, μεγάλη ψυχή και βαθιά καλλιτεχνική φλέβα.

 

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ηθοποιός. Φωτό: Σπύρος Στάβερης

 

Θοδωρής Αντωνόπουλος
Δημοσιογράφος


Θεωρώ τους «Αθηναίους» μια ιδιαίτερη στήλη, γιατί παρουσιάζει μια σειρά από περισσότερο ή λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό πρόσωπα των γραμμάτων, των τεχνών, του θεάματος και του κοινωνικού ακτιβισμού που έχουν συνεισφέρει, καθένα με τον τρόπο του, στη συλλογική κουλτούρα αυτής της πόλης, δίχως να δεσμεύεονται από το «τρεχαντήρι» της επικαιρότητας. Είναι, ουσιαστικά, μικρές ανθρώπινες ιστορίες σε α' πρόσωπο, χάρη στις οποίες μπορεί κανείς να έχει μια «φωτογραφική» εικόνα του εκάστοτε «Αθηναίου» μέσα από τη σχέση του με την πρωτεύουσα. Περισσότερο με δυσκόλεψε η παλαίμαχη δικαιωματική δικηγόρος Κατερίνα Ιατροπούλου, τόσο επειδή πρόσεχε υπερβολικά την κάθε λέξη που έλεγε (και άριστα έκανε), όσο και επειδή η προσωπική γνωριμία με κάποιον συνεντευξιαζόμενο είναι καμιά φορά «ντεσαβαντάζ». Είναι, κιόλας, από τις «αθηναϊκές» μου συνεντεύξεις που ξεχωρίζω, μαζί με εκείνες του συγγραφέα Περικλή Κοροβέση και των ποιητών Λευτέρη Πούλιου, Νάνου Βαλαωρίτη, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, ανθρώπων με σπάνια αξία, ήθος και ποιότητα. Η Ρουκ ειδικά είναι από τις καθαρότερες κι ευγενέστερες ψυχές που συνάντησα στη ζωή μου. Όχι, δεν θυμάμαι να με απογοήτευσε πραγματικά κανείς από τους «Αθηναίους» μου, αντίθετα μού έγιναν πιο οικείοι χάρη σ' εκείνη τη σχέση «συνενοχής» που αναπτύσσει ο εξομολογούμενος με τον εξομολογητή του.

 

Μερόπη Κοκκίνη
Δημοσιογράφος


Ίσως μία από τις πιο ωραίες ιδέες για στήλη σε εβδομαδιαίο έντυπο είναι αυτή των «Αθηναίων». Μια συμπυκνωμένη σε μια σελίδα βιογραφία ανθρώπων όλων των ιδιοτήτων και ηλικιών, τα λεγόμενά των οποίων παρουσιάζονται με τη μορφή ενός καλώς εννοούμενου παραληρήματος. Μπορεί να ακουστεί χαζό, αλλά μέσα από αυτήν τη στήλη συνειδητοποίησα πως σε αυτή την πόλη σχεδόν όλοι έχουμε έρθει από κάπου αλλού.

 

Μπορεί να ακουστεί χαζό, αλλά μέσα από αυτήν τη στήλη συνειδητοποίησα πως σε αυτή την πόλη σχεδόν όλοι έχουμε έρθει από κάπου αλλού.


Αν και δεν με κολακεύει καθόλου, έχει έρθει η στιγμή να το εξομολογηθώ. Ο πιο καλογραμμένος «Αθηναίος» που έχω παραδώσει ποτέ ήταν η περίπτωση του φωτογράφου Σπύρου Στάβερη. Τέλεια η αφήγηση, σχεδόν μυθιστορηματική, όπως και η ζωή του Σπύρου. Έλα όμως που το κείμενο ανέλαβε να το συντάξει εξ ολοκλήρου ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα με παρακάλεσε να το παραδώσω υπογράφοντάς το με το δικό μου όνομα! Μετά από αυτό, βέβαια, πήρε μπρος και υπογράφει με το δικό του όνομα τα κείμενά του. Κρίμα! Θα μπορούσα να έχω μια λαμπρή καριέρα.

 

Λευτέρης Βογιατζής, Σκηνοθέτης. Φωτό: Σπύρος Στάβερης

 

Ματίνα Καλτάκη
Δημοσιογράφος


Από τις πιο δημοφιλείς σελίδες της LiFΟ, οι «Αθηναίοι» ήταν/είναι πρωτότυπες προσωπογραφίες ανθρώπων σημαντικών από τον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού – και κάποιων νέων προσώπων που κατάφεραν να ξεχωρίσουν για διαφορετικούς λόγους. Με αφορμή τον τόπο κατοικίας, κάτω από τον γενικό τίτλο «Αθηναίοι» φιλοξενήθηκαν και μίλησαν για τη ζωή τους άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές και διαδρομές, που δεν γεννήθηκαν απαραιτήτως στην Αθήνα, αλλά κατέληξαν στην πρωτεύουσα, συνθέτοντας τον θαυμάσιο, πολυποίκιλο μητροπολιτικό κόσμο της.


Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνεντεύξεις στα συμβατικά και νέα μέσα, το περιεχόμενο των οποίων συνήθως περιορίζεται στον μικρό χρόνο της επικαιρότητας, οι «Αθηναίοι» είχαν/έχουν τη μορφή μιας συζήτησης «εφ' όλης της ύλης», που αφορά εξίσου το παρελθόν (σελίδες της ζωής του συνεντευξιαζόμενου λίγο ή διόλου γνωστές) και το παρόν τους. Η επιλογή της αφαίρεσης των ερωτήσεων επιτρέπει η συνέντευξη να πάρει τη μορφή της προσωπικής αφήγησης. Αυτός είναι –νομίζω– ο βασικός λόγος της επιτυχίας της στήλης: υπάρχει κάτι πιο ενδιαφέρον από το να ακούς (να διαβάζεις, εν προκειμένω) ιστορίες ζωής; Ανατρέχοντας στα παλιά τεύχη, διαπιστώνεις ότι από βδομάδα σε βδομάδα συγκεντρώνεται ένα αξιοπρόσεκτο ανθρώπινο κεφάλαιο, ένας κατατεθειμένος πλούτος εμπειριών και σκέψεων που δεν χάνει την αξία του μέσα στον χρόνο.

 

Τάκις, εικαστικός. Φωτό: Σπύρος Στάβερης

 

Αλεξάνδρα Χαΐνη
Δημοσιογράφος


Μοιάζει με βόλτα στην Αθήνα η στήλη αυτή. Για μένα, τουλάχιστον. Σαν να μπαίνω στα αθηναϊκά σπίτια και με οδηγό τις ζωές των άλλων να ξαναμαθαίνω την πόλη μου. Χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να γίνω κομμάτι της. Κι ας είχα άγχος την πρώτη φορά. Τον Σεπτέμβρη του 2007 ήταν αυτή η πρώτη φορά και απέναντί μου είχα τη Σαλίνα: «Γεννήθηκε στη Μανγκαλόρ, ζει στο Παγκράτι. Έμαθε ελληνικά από τα σίριαλ της τηλεόρασης» έγραψα στον υπότιτλο. Πρέπει να ήταν μία από τις πρώτες οικονομικές μετανάστριες που φιλοξενήθηκαν στους «Αθηναίους». Η Σαλίνα, με το βαθυκόκκινο σάρι, αν και ήξερε μια χαρά τα ελληνικά, προτίμησε να μιλήσουμε αγγλικά. Με θάμπωσε η χαρισματική της προσωπικότητα, με λίγωσαν τα ινδικά ζαχαρωτά που με κέρασε, ζαλίστηκα από την κελαηδιστή φωνή της, έτσι κουβέντα στην κουβέντα χαμπάρι δεν πήρα ότι το κασετοφωνάκι μου δεν δούλευε. Πάλι καλά που η μνήμη μου ήταν ακόμα σε καλή κατάσταση.


Στο τεύχος Νο 100 είπαμε να φιλοξενήσουμε στη στήλη τον τότε δήμαρχο της Αθήνας, Νικήτα Κακλαμάνη. Ήταν Φεβρουάριος του 2008. Η Αθήνα παγωμένη, είχε χιονίσει το βράδυ κι εγώ με ψηλοτάκουνα μποτάκια κρατιόμουν από τους τοίχους της να μη γλιστρήσω. Εκείνος εμφανίστηκε απρόσμενα σπορτίφ, με κόκκινο μπουφάν παρκά και χοντρές αρβύλες. Κάπνιζε αρειμανίως. Και είχε μπόλικα τικ. Περισσότερο απ' όλα, όμως, με ξάφνιασε το γεγονός ότι μοιραζόμαστε το ίδιο ζώδιο. Κριάρια και οι δύο. Αυτό και η τρυφερότητα με την οποία μου μίλησε για τον υπερήλικα πατέρα του, για τη μάνα του και τα παιδικά του χρόνια στην Άνδρο μού κόψανε τη φόρα. Αποτέλεσμα, τα βέλη που προετοιμαζόμουν μέρες πολλές να του εξακοντίσω σφραγίστηκαν ερμητικά στη φαρέτρα μου. Φευ...

 

 

Οι μακροσκελείς, εξομολογητικοί, αυτοβιογραφικοί «Αθηναίοι» είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Αθήνας. Τοποθετώντας τον έναν δίπλα στον άλλον, σαν μικρά, πολύχρωμα ψηφιδωτά, μπορεί κανείς να ανασυνθέσει το μωσαϊκό αυτής της πόλης.

 

Βασίλης Καψάσκης
Δημοσιογράφος


Το πιο σωστό πράγμα για τη στήλη των «Αθηναίων» το έχει γράψει κάποτε ένας αναγνώστης στο LiFO.gr. «Οι "Αθηναίοι" δεν είναι συνεντεύξεις, είναι χρονογραφήματα μιας εποχής. Τις βάζω στο αρχείο μου για να τις ξαναδιαβάσω πολλά χρόνια μετά». Σε αυτές τις φράσεις, νομίζω, συμπυκνώνεται η ουσία της μακροβιότερης στήλης της έντυπης LiFO. Οι μακροσκελείς, εξομολογητικοί, αυτοβιογραφικοί «Αθηναίοι» είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Αθήνας. Τοποθετώντας τον ένα δίπλα στον άλλο, σαν μικρά, πολύχρωμα ψηφιδωτά, μπορεί κανείς να ανασυνθέσει το μωσαϊκό αυτής της πόλης. Την εικόνα της, την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο, τις πληγές της αλλά και όσα την κάνουν συναρπαστική. Τις αλλαγές στο αστικό τοπίο της και τις μεταπτώσεις στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων της. Το πέρασμά της από την εποχή της λάμψης και της επίπλαστης ευμάρειας στα κουρασμένα χρόνια του θυμού και της κρίσης. Η Αθήνα θα «καταστρέφεται» και θα «αναγεννιέται» συνεχώς. Γιατί έχει ανθρώπους που την αγαπούν και την περιμένουν.

 

Saske, ράπερ. Φωτό: Freddie F.

  

Info

Οι Αθηναίοι της LiFO

Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138)

Εγκαίνια: Τετάρτη 27 Νοεμβρίου, 20:00

#lifo_athineoi

 

Οι Αθηναίοι

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μαρία Κίτσου: Η πoλυσυζητημένη ηθοποιός της χρονιάς αφηγείται τη ζωή της στη LiFO

Οι Αθηναίοι Μαρία Κίτσου: Η πoλυσυζητημένη ηθοποιός της χρονιάς αφηγείται τη ζωή της στη LiFO

19.2.2020
Άννα Λόντου: Η προγονή και κληρονόμος του Γιώργου Σεφέρη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO

Οι Αθηναίοι Άννα Λόντου: Η προγονή και κληρονόμος του Γιώργου Σεφέρη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO

14.2.2020
Η Όλια Λαζαρίδου αφηγείται τη ζωή της στη LIFO

Οι Αθηναίοι Η Όλια Λαζαρίδου αφηγείται τη ζωή της στη LIFO

7.2.2020
Όταν η Τζένη Βάνου είχε αφηγηθεί τη ζωή της στη LIFO

Οι Αθηναίοι Όταν η Τζένη Βάνου είχε αφηγηθεί τη ζωή της στη LIFO

5.2.2020
Ματθαίος Γιωσαφάτ: «Ο γάμος είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες της χρόνιας κατάθλιψης»

Οι Αθηναίοι Ματθαίος Γιωσαφάτ: «Ο γάμος είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες της χρόνιας κατάθλιψης»

30.1.2020
Γιάννης Καϋμενάκης: «Για να μάθεις για το κρασί έχεις τρεις τρόπους. Σπουδάζοντας, πίνοντας ή ταξιδεύοντας»

Οι Αθηναίοι Γιάννης Καϋμενάκης: «Για να μάθεις για το κρασί έχεις τρεις τρόπους. Σπουδάζοντας, πίνοντας ή ταξιδεύοντας»

22.1.2020
Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας: «Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πιο άσχημες πόλεις σε όλον τον κόσμο»

Οι Αθηναίοι Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας: «Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πιο άσχημες πόλεις σε όλον τον κόσμο»

17.1.2020
Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO

Οι Αθηναίοι Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO

5.12.2019
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος: «Βλέπω νέα παιδιά, χαρά Θεού- η ελπίδα, το καλό κομμάτι της κοινωνίας»

Οι Αθηναίοι Μάκης Θεοφυλακτόπουλος: «Βλέπω νέα παιδιά, χαρά Θεού- η ελπίδα, το καλό κομμάτι της κοινωνίας»

29.11.2019
Κώστας Μπακογιάννης: «Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να ζει ο πατέρας μου και να με έχει δει δήμαρχο της Αθήνας»

Οι Αθηναίοι Κώστας Μπακογιάννης: «Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να ζει ο πατέρας μου και να με έχει δει δήμαρχο της Αθήνας»

29.11.2019