Σκηνές από την (δύσκολη) ζωή ενός νεαρού μπασοβαρύτονου
Θέατρο

Σκηνές από την (δύσκολη) ζωή ενός νεαρού μπασοβαρύτονου

Ο πρωταγωνιστής της κωμικής οπερέτας «Ωραία Ελένη» Διονύσης Τσαντίνης μιλά στο Lifo.gr και τα λέει τόσο απολαυστικά όσο τα ερμηνεύει στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο

Έφτασα σε σημείο να είμαι 18 μήνες απλήρωτος ―18 μήνες που δούλευα σερί, δεν είχα χρόνο ούτε για ακροάσεις, ούτε για μαθήματα για να κοιτάξω τον εαυτό μου και να τον επανα-πλασάρω στο εξωτερικό, ούτε για επαφές με μάνατζερ. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Για χρόνια όταν άκουγα τη λέξη «μπασοβαρύτονος» έφερνα στο μυαλό μου εικόνες από εύσωμους τύπους με μεγάλο εκτόπισμα πάνω στη σκηνή που προκαλούν περισσότερο φόβο από ό,τι δέος καλλιτεχνικό. Ο Διονύσης Τσαντίνης είναι μπασοβαρύτονος, αλλά δεν έχει σχέση με αυτή την εικόνα. Είναι συμπαθής, έχει ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, τρολάρει συνεχώς και παρόλο που στη συζήτησή μας ήταν πολύ σοβαρός, στη φωτογράφιση μας έκανε να γελάμε διαρκώς.

 

Ο Διονύσης Τσαντίνης ασχολείται με το κλασικό τραγούδι από πολύ μικρός. Σπούδασε δίπλα στον θείο του Διονύσιο Τρούσσα, συμετείχε σε παραγωγές της Λυρικής και του Μεγάρου από παιδί, ενώ στα 20 του έπαιξε στον Μαγικό Αυλό που ανέβασε η Κάρμεν Ρουγγέρη στη Λυρική. Στη συνέχεια, με υποτροφίες του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» και του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τεχνών Βερολίνου με τον Ρόμπερτ Γκάμπιλ και στην Εθνική Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας Ρώμης με τη Ρενάτα Σκόττο. Έχει εμφανιστεί στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου, στην Όπερα της Ρώμης, στην Όπερα της Αμβέρσας και της Γάνδης. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από το γαλλικό μπαρόκ και το ιταλικό μπελκάντο έως τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Το 2007 απέσπασε το Α΄ Βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό στο Σλος Ράινσμπεργκ και το 2011 κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Φωνής στον Διεθνή Διαγωνισμό «Αλφρέντο Τζακομόττι». Απο το 2011 συνεργάζεται με την ΕΛΣ και έχει τραγουδήσει σημαντικούς ρόλους σε πολλές παραγωγές της. Αυτόν τον καιρό παίζει το ρόλο του Αγαμέμνονα στην «Ωραία Ελένη», την ξεκαρδιστική οπερέτα του Offenbach που παίζεται για τρίτη χρονιά στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Αδάμ, όπου κερδίζει τις εντυπώσεις. Στο δίωρο που περάσαμε μαζί, μας έλυσε όλες τις απορίες για το πώς είναι η ζωή ενός επαγγελματία τραγουδιστή της όπερας στην Ελλάδα.

 

Η νέα Λυρική είναι πραγματικά ένα εκπληκτικό κτίριο, αντάξιο κάθε πρωτεύουσας, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τη λογική να φτιαχτεί στο δέλτα Φαλήρου, σε μια περιοχή χωρίς μετρό και με δύσκολη συγκοινωνία.

 

— Πόσο διαφορετική είναι η Ωραία Ελένη από τις άλλες παραγωγές που έχεις παίξει;

Είναι διαφορετική ως προς τη θέρμη και τη διαρκή ανάγκη να γίνεται καλύτερη, την οποία μας εμφυσά ο ίδιος ο Παναγιώτης (ο σκηνοθέτης). Είναι τρομερό αυτό, έχω χρόνια να ζήσω τέτοιο αφοσίωση σκηνοθέτη για μία παράσταση. Και αυτό το καταλαβαίνω μετά την πρεμιέρα. Αυτό εμένα με κάνει ακόμα πιο υπεύθυνο, με κάνει να θέλω να είμαι ακόμα καλύτερος. Δεν είχα λάβει μέρος ξανά σε παραγωγή ελεύθερη, ήμουν πάντα συστημικός, έτσι μου τα έφερε η ζωή, πάντοτε υπήρχε ένα θέατρο, ένα Μέγαρο, μία όπερα από πίσω, όπου όλα μου τα προβλήματα ήταν καλυμμένα, όπου μετά την πρεμιέρα έφευγα, όπου είχα τις άμυνες να ανταπεξέλθω σε οποιεσδήποτε δυσκολίες. Αυτό που ζούμε τώρα με την Ωραία Ελένη και με τον ενθουσιασμό που αντιμετωπίζεται η κάθε παράσταση, ολόκληρη η παραγωγή, έχει μεγάλη αξία για μένα.

 

— Πώς είναι η ζωή για έναν μπασοβαρύτονο;

Είναι δύσκολη η προσαρμογή στην Ελλάδα. Ήμουν οχτώ χρόνια γεμάτα στο εξωτερικό, στο Βερολίνο και στην Ιταλία, στη Ρώμη, και πάντα μου έλειπε η Ελλάδα, ακόμα και στις καλές εποχές, προ μνημονίου, προ κρίσεων. Και όταν μου δόθηκε η ευκαιρία πριν από τρία χρόνια να είμαι περισσότερο καιρό εδώ επαγγελματικά, χάρηκα και την άρπαξα. Από κει και πέρα, η παραμονή μου εδώ δεν είναι καθόλου εύκολη, πολλά πράγματα γίνονται με διαφορετικό τρόπο, όχι πάντα θετικό. Μου αρέσει να παίρνω τα πράγματα έτσι όπως έρχονται και εκείνη την περίοδο είχαμε μία καλή συνεργασία με τη Λυρική που είναι και ο μόνος φορέας στην Ελλάδα με τον οποίο μπορείς να βιοποριστείς. Δεν το μετανιώνω, να μην ακούγομαι και αχάριστος, σε μια περίοδο που συνάδελφοι περνάνε δυσκολίες εγώ συμμετείχα κάθε χρόνο σε τέσσερις και πέντε παραγωγές, με ρόλους ενδιαφέροντες. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολα τα πράγματα.

 

— Σου φτάνουν όσα βγάζεις από αυτές τις παραγωγές για να ζήσεις;

Οι αμοιβές κυμαίνονται, δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, δεν υπάρχει κανένας οδηγός, και στη Λυρική συγκεκριμένα δεν υπάρχει και καμία διαπραγμάτευση. Όσα σου δώσουν, τόσα θα πάρεις. Έχω πάρει 1.500 ευρώ για μία παράσταση, έχω πάρει και 50 ευρώ. Θα μου έφταναν, αν τα τελευταία δύο χρόνια δεν υπήρχε στη Λυρική το μεγάλο πρόβλημα με τις πληρωμές. Έφτασα σε σημείο να είμαι 18 μήνες απλήρωτος, -18 μήνες που δούλευα σερί, δεν είχα χρόνο ούτε για ακροάσεις, ούτε για μαθήματα για να κοιτάξω τον εαυτό μου και να τον επανα-πλασάρω στο εξωτερικό, ούτε για επαφές με μάνατζερ. Όταν δουλεύεις 18 μήνες και μένεις 18 συναπτούς μήνες απλήρωτος, το πράγμα δυσκολεύει.

 

Έζησα τη ζωή του μονωδού, του ελεύθερου επαγγελματία, του σολίστα που είναι με μια βαλίτσα στο χέρι και τρέχει από παραγωγή σε παραγωγή και στην ουσία δεν έχει ένα μέρος να γυρίσει. Αυτός είναι και ένας λόγος που έφυγα από το Βερολίνο, επειδή στην ουσία δεν έμενα εκεί τα τελευταία δύο χρόνια. Απλά είχα ένα σπίτι που πλήρωνα αρκετά ακριβά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη παραγωγή κλασικών τραγουδιστών στην Ελλάδα, ότι βγάζει πολύ υλικό προς τα έξω, ισχύει; Και ποιος τους απορροφάει όλους αυτούς;

Έλα ντε. Επειδή διδάσκω, έχω επαφή με κόσμο ταλαντούχο, νέο, που του αρέσει το τραγούδι, που είναι διατεθειμένος να πληρώσει για αυτό -γιατί το τραγούδι μέχρι να αρχίσει να σου αποδίδει χρήματα είναι πολύ ακριβό χόμπι-, και να κυνηγήσει την τύχη του. Δεν έχω ιδέα ποιος τους απορροφάει όλους αυτούς. Νομίζω ότι δεν απορροφούνται, κάποια στιγμή όσοι χωράνε θα μπουν στη Λυρική, οι υπόλοιποι ασχολούνται ερασιτεχνικά, γιατί απλά «τους έχει πετύχει η πέτρα». Και ας έχουν κάνει θυσίες και έχουν επενδύσει σε χρήμα, ταλέντο και ελπίδες και ας έχουν παρατήσει ενδεχομένως και δουλειές στρωμένες. Και στην ερώτηση «γιατί το κάνω;», έρχεται η απάντηση «επειδή έχω ανάγκη να το κάνω, είναι μια έμφυτη ανάγκη, είναι τρόπος έκφρασης», οπότε δεν μπορείς να πεις σε κάποιον «μην το κάνεις», ή να τον συμβουλέψεις «ξέρεις, δεν είσαι αρκετά ικανός, κάνε κάτι άλλο». Όταν έχω να κάνω με μαθητές έχω συνέχεια στο μυαλό μου παραδείγματα δασκάλων, καθηγητών μου στην όπερα του Βερολίνου, που συμβούλευαν κόσμο να παρατήσει το τραγούδι. Και από αυτούς ένα 80% όχι μόνο δεν το παράτησε, συνέχισε, ασχολήθηκε μαζί του επαγγελματικά και πορεύεται πολύ δυναμικά.

 

— Στην Ελλάδα τι επιλογές έχεις;

Στην Ελλάδα είσαι αποκλεισμένος. Αν δεν έρθεις «έτοιμος» απ’ έξω, η δυνατότητα εξέλιξης είναι μηδαμινή. Όταν ήρθα στην Ελλάδα είχα ήδη συμμετοχές σε παραστάσεις στην όπερα του Βερολίνου, στην όπερα της Ρώμης, συν ό,τι άλλο είχα καταφέρει να κάνω στην Ευρώπη γενικότερα. Η Ελλάδα δεν δύναται να σου δώσει το κάτι παραπάνω. Μπορεί να σε διατηρήσει σταθερό, ή μπορεί λίγο να σε ρίξει. Αν, λοιπόν, ξεκινάς την καριέρα στην Ελλάδα, το να εξελιχθείς είναι σχεδόν αδύνατο.

 

— Πόσους μπορεί να καλύψει η Λυρική;

Λίγους. Και δεδομένων των καταστάσεων, ακόμα λιγότερους. Γιατί υπάρχουν και στη Λυρική κάποια άτομα που έχουν συμβόλαιο, ανήκουν δηλαδή στο δυναμικό της, οι οποίοι θα προηγηθούν επειδή τους πληρώνουν ούτως ή άλλως. Από κει και πέρα, το Μέγαρο βρίσκεται στα χάλια που βρίσκεται, δεν έχει δυνατότητα δικών του παραγωγών, στη Θεσσαλονίκη ας μην το συζητήσουμε. Μόνο να φτιάχνουμε κτίρια είμαστε εδώ, για αξιοποίηση και για άνοδο ούτε κουβέντα.

 

— Η νέα Λυρική;

Η νέα Λυρική είναι πραγματικά ένα εκπληκτικό κτίριο, αντάξιο κάθε πρωτεύουσας, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τη λογική να φτιαχτεί στο δέλτα Φαλήρου, σε μια περιοχή χωρίς μετρό και με δύσκολη συγκοινωνία. Δεν είναι συνηθισμένος ο Έλληνας να κινείται εκτός κέντρου, το χειμώνα με κρύο και βροχή. Εύχομαι ολόψυχα να πάνε όλα καλά.

 

— Πες μου μερικά πράγματα για σένα.

Είμαι γέννημα-θρέμμα Αθηναίος, Πατησιώτης, στο τέρμα Πατησίων μεγάλωσα, στην Αγία Βαρβάρα. Η καταγωγή της μητέρας μου είναι από την Ζάκυνθο, εξ ου και η τάση και η κλίση προς τα καλλιτεχνικά. Έχουμε οικογενειακή παράδοση, ο ένας αδερφός της μάνας μου ήταν τραγουδιστής στην όπερα και ο άλλος σκηνοθέτης στη Λυρική, οπότε από πολύ μικρό παιδάκι, 4,5 χρονών, θυμάμαι να παρακολουθώ παραστάσεις όπερας -τον Ντον Κάρλος στη Λυρική- και στα 11 να ανεβαίνω στην σκηνή του Ηρωδείου, της Λυρικής, του Μεγάρου ως κομπαρσάκι. Ζυμώθηκα με την όπερα. Δεν είχα άλλα όνειρα, το θεωρούσα δεδομένο, ήταν αυτονόητο ότι εδώ είναι ο δρόμος μου.

 

Μπορεί ως μπάρμαν να βγάζεις περισσότερα από ό,τι σαν τραγουδιστής, αλλά τι γίνεται το όνειρό σου; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Και πότε ανακάλυψες ότι έχεις ταλέντο;

Το ανακάλυψα όταν άρχισα μαθήματα φωνητικής με τον θείο μου, Διονύση Τρούσσα. Μετά τη μεταφώνηση, στα 17, μου είπε «έλα να κάνουμε λίγα μαθήματα και για τη σωστή ομιλία, και για την τοποθέτηση της φωνής». Ξεκινήσαμε να κάνουμε κάποιες ασκήσεις χαλαρά, μου άρεσε, η φωνή μου εξελίχθηκε και στα 20 μού δόθηκε η ευκαιρία να κάνω την πρώτη μου ακρόαση στη Λυρική, στην Κάρμεν Ρουγγέρη, στο παιδικό. Έπαιξα στον Μαγικό Αυλό. Ήταν ένα πολύ καλό πρώτο σκαλί, ήταν ένας ρόλος χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις που θα φόβιζαν έναν 20χρονο, αλλά από την άλλη με πολλή σκηνική δράση, με πολλή πρόζα… Εκείνη την περίοδο είχα περάσει και στο πανεπιστήμιο, Θεολογία. Έμεινα για τέσσερα χρόνια στο παιδικό της Ρουγγέρη, πήγα και φαντάρος και μετά έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Πέτυχα και ολοκλήρωσα και τον κύκλο σπουδών πλέον πανεπιστημιακά, σε ένα άλλο επίπεδο, το οποίο μου άνοιξε τις υπόλοιπες πόρτες. Μετά αρχίζει μία σταδιοδρομία με κάποιες ιδιαίτερες στιγμές, και κάποιες άλλες όχι και τόσο, αλλά στα 37 μου έχω τη μεγάλη χαρά να λέω ότι από τα 20 μου χρόνια βιοπορίζομαι από το τραγούδι. Σε όλη την διάρκεια των σπουδών μου, πέρα από την οικογένεια η οποία με στήριξε πάρα πολύ, είχα την τύχη να έχω υποτροφία από το ίδρυμα Ωνάση και το κρατικό ίδρυμα υποτροφιών. Έζησα τη ζωή του μονωδού, του ελεύθερου επαγγελματία, του σολίστα που είναι με μια βαλίτσα στο χέρι και τρέχει από παραγωγή σε παραγωγή και στην ουσία δεν έχει ένα μέρος να γυρίσει. Αυτός είναι και ένας λόγος που έφυγα από το Βερολίνο, επειδή στην ουσία δεν έμενα εκεί τα τελευταία δύο χρόνια. Απλά είχα ένα σπίτι που πλήρωνα αρκετά ακριβά. Έτσι αποφάσισα να μεταφέρω την έδρα μου στην Ελλάδα, να διατηρήσω τις επαφές μου με τους μάνατζερ που με προμοτάρουν και στο εξωτερικό και πλέον έχω την έδρα μου στην Αθήνα. Ιδιαίτερη στιγμή για μένα μπορώ να πω ότι ήταν η συνεργασία μου με την Ρενάτα Σκότο στη Ρώμη, στην ακαδημία Accademia Nazionale di Santa Cecilia, όπου παρακολούθησα το μάστερ που κάνει εκεί για δύο χρόνια. Μου έδωσε πάρα πολλά, κυρίως όταν έχεις ζήσει τα ενήλικά σου χρόνια στη Γερμανία κι έχεις γαλουχηθεί εκεί, το να γνωρίσεις από τόσο κοντά την ιταλική σχολή που όπως και να το κάνουμε, όπερα ίσον Ιταλία, σου ανοίγει πόρτες ολόκληρες και στο λογικό επίπεδο και στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις. Και στο θέμα της αισθητικής και στο θέμα της ερμηνείας και στο θέμα της απόδοσης. Δεν σου κρύβω ότι στη Γερμανία βαρέθηκα λιγάκι. Έφτανα σε σημεία να είμαι αρνητικός στην προοπτική να κάνω μία ακόμα γερμανική παραγωγή, με αυτή την απόλυτη εξουσία που έχουν οι σκηνοθέτες που φτάνει στα όρια να καταστρέφουν έργα, να καταστρέφουν καταστάσεις, να καταστρέφουν την ουσία της όπερας, το μελόδραμα. Οπότε, η γνωριμία μου με την Ιταλία και αυτή τη φινέτσα, το γούστο του κλάδου, με ωφέλησε πάρα πολύ. Παρόλα αυτά, επαγγελματικά αισθάνομαι περήφανος για το συμβόλαιο που είχα με την όπερα του Βερολίνου. Είχα πάει για ακρόαση για το στούντιο όπερας, φοιτητής ακόμα, και ο υπεύθυνος σπουδών εκεί μου είπε ότι οι θέσεις είναι καλυμμένες, αλλά θα ήθελε να μου δώσει ένα 18μηνο συμβόλαιο για την όπερα του Βερολίνου κανονικά! Είχα τη χαρά μέσα σε δύο σεζόν να συμμετέχω σε πέντε παραγωγές, από Γενάρη μέχρι τον επόμενο Ιούλιο. Είμαι περήφανος γι’ αυτό, γιατί στην Ελλάδα του 2005 έκανες ό,τι μπορούσες με βύσμα. Ό,τι κατάφερα έξω το κατάφερα με το σπαθί μου και αυτό το θεωρούσα φοβερό κατόρθωμα. Βοήθησε την αυτοπεποίθησή μου πάρα πολύ. Βέβαια, υπάρχουν και πολλά για τα οποία δεν είμαι περήφανος. Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο να αισθάνεσαι «πουτάνα» ως καλλιτέχνης, ότι σε πληρώνουν και πρέπει να ακολουθήσεις κάτι που δεν ταιριάζει με τη δική σου αισθητική, στον δικό σου τρόπο σκέψης. Μπορεί να μην το άλλαζα γιατί είμαι επαγγελματίας και πληρώθηκα γι’ αυτό και δεν πρόσβαλα κανέναν, δεν έθιξα κάποιον, αλλά, παρόλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι είμαι και περήφανος για πολλές από τις παραγωγές που έχω εμφανιστεί.

 

Το πιο μεγάλο μου όφελος από αυτό όλο που έχω κάνει είναι ότι το έκανα. Ότι δεν θα μου μείνει απωθημένο και θα λέω στον εαυτό μου ότι «είχες την τύχη να ακολουθήσεις αυτό που γούσταρες».

 

— Τους 18 μήνες που είσαι απλήρωτος πώς τα βγάζεις πέρα;

Με ό,τι υπήρχε στην άκρη, από την όποια καριέρα μου, και φυσικά με την συνδρομή της οικογένειας. Ευτυχώς, είμαστε στην Ελλάδα που η σύνταξη του μπαμπά και της μαμάς μοιράζεται και υπάρχει όλη η καλή διάθεση να σε στηρίξουν. Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά όταν είσαι επαγγελματίας αθλητής και αναγκάζεσαι να δουλέψεις οχτώ ώρες ως σερβιτόρος, μετά από λίγο δεν μπορείς πια να είσαι επαγγελματίας αθλητής. Και ο τραγουδιστής είναι το ίδιο. Μπορεί ως μπάρμαν να βγάζεις περισσότερα από ό,τι σαν τραγουδιστής, αλλά τι γίνεται το όνειρό σου;

 

— Ποιο είναι το πιο μεγάλο σου όφελος από την ασχολία σου με την όπερα;

Το πιο μεγάλο μου όφελος από αυτό όλο που έχω κάνει είναι ότι το έκανα. Ότι δεν θα μου μείνει απωθημένο. Εάν αύριο το πρωί συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχει χώρος για μένα, έχω πίσω μου 17 χρόνια σταδιοδρομίας, πάνω από 100 παραγωγές με αξιόλογα ονόματα για να τα λέω στον εαυτό μου, όχι για να τα αναφέρω στις παρέες ή στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου. Για να τα λέω στον εαυτό μου ότι «είχες την τύχη να ακολουθήσεις αυτό που γούσταρες».

 

Στη Λυρική υπάρχει πρόβλημα εξειδίκευσης προσωπικού, πρώην τραγουδιστές, επειδή τώρα έχουν βγει στη σύνταξη, αναλαμβάνουν τις δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι δυνατόν να αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις κάποιος επειδή δεν έχεις τι να τον κάνεις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Θέλεις να σχολιάσουμε την εμπειρία σου με τη Λυρική Σκηνή;

Η Λυρική σαν οργανισμός έχει τις αδυναμίες της, ενδογενείς αδυναμίες. Δεν θα σχολιάσω τον τρόπο που δουλεύει, έτσι είναι όταν πηγαίνεις σε έναν οργανισμό ως υπάλληλος, ως εξωτερικός συνεργάτης, προσαρμόζεσαι και τον αποδέχεσαι και προσπαθείς απλά να βάλεις το λιθαράκι σου να γίνει λίγο καλύτερος. Η κατάσταση με τη Λυρική έχει ως εξής: βασίζεται πάρα πολύ στη δύναμη της μονάδας και όχι του συνόλου. Ως Έλληνες έχουμε αυτή την τάση να βασιζόμαστε στη μονάδα. Έτερον εκάτερον το αν θα το κάνουμε με πρόγραμμα ή την τελευταία στιγμή, ο καθένας βάζει πολύ παραπάνω δύναμη όταν αισθάνεται ότι είναι μόνος του, παρά όταν είναι στο πλαίσιο μιας ομάδας. Έτσι το αντιμετώπισα εγώ. Είναι κάτι στη νοοτροπία μας και δεν είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει ή που θα ευχόμουν απαραίτητα να αλλάξει. Είναι όμως αρκετά κουραστικό, γιατί δημιουργεί και ίντριγκες και ανταγωνισμούς και αντιζηλίες που σε κάποια σημεία δεν χρειάζονται.

 

— Τώρα τα πράγματα πώς είναι;

Όλα ξεκινούν από το χρήμα. Τελείωσε ο κύριος Μιχαηλίδης δύο πλήρεις θητείες, έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του και δεν θέλω να τον κρίνω γιατί δεν μου αρέσει να πω αφοριστικά αν ήταν καλός ή κακός, τον φάγανε, τους έφαγε και όλα αυτά. Επειδή μπαινοβγαίνω στο θέατρο ημιεπαγγελματικά από το ’92, έχω δει διοικήσεις και διοικήσεις και στους διαδρόμους ακούς τα πάντα. Κάθε ένας πιστεύω ότι αρχίζει με καλές προθέσεις, πορεύεται όσο μπορεί με αυτές τις καλές προθέσεις και κάποια στιγμή αλλοτριώνεται. Δεν μπορείς να μην αλλοτριωθείς, σε αλλοτριώνει η εξουσία, λιγότερο ή περισσότερο εξαρτάται από τις αντοχές και από τη φυσική ηθική του καθενός. Τώρα, η καινούργια διεύθυνση, μπορεί να έχει όραμα, αλλά χωρίς χρήμα πόσα να κάνει; Αν οι συντελεστές δεν πληρώνονται ή δεν είναι ικανοποιημένοι οικονομικά, θα έρθει γρήγορα η μουρμούρα. Μακάρι να στρώσουν τα πράγματα, όλοι το ευχόμαστε.

 

— Παλιότερα οι τραγουδιστές της όπερας στην Ελλάδα ήταν σταρ, σήμερα τι έχει αλλάξει και δεν ξεχωρίζει κανένα μεγάλο όνομα, εννοώ που να είναι γνωστό και πέρα του κύκλου που παρακολουθεί όπερα; Παρόλη την μεγάλη παραγωγή αξιόλογων τραγουδιστών και τις διεθνείς καριέρες.  

Ανοίγεις δύσκολο κεφάλαιο. Με απασχολεί κι εμένα σαν σκέψη κάποιες φορές. Δεν έχω απάντηση, δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι μεσολάβησε από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, μπορώ όμως να σου πω όμως τι ισχύει τα τελευταία 7 χρόνια που είμαι πάλι λίγο πιο ενεργός στο θέατρο στην Ελλάδα. Το ίδιο το θέατρο δεν θέλει να βγαίνουν τα ονόματα πάνω από το θέατρο. Υπήρξε η παραγωγή του Ντον Τζιοβάνι στο Ηρώδειο όπου ο Δημήτρης Καβράκος, ο μεγαλύτερος εν ζωή Έλληνας τραγουδιστής, δεν αναφερόταν στην αφίσα. Θα αναφερθεί ο μαέστρος, θα αναφερθεί ο σκηνοθέτης, όχι όμως και οι συντελεστές. Από πού κι ως πού δεν αναφέρονται οι συντελεστές; Άρα, θέλω να πω, μέσα σε όλα τα υπόλοιπα που μπορεί ο καθένας να σκεφτεί, υπήρξε και μια πολιτική από τη μεριά του θεάτρου ότι υπάρχει πάνω από όλα το θέατρο, και οι μονάδες είναι υπό το θέατρο. Από φόβο; Από κόμπλεξ; Δεν μπορώ να το κρίνω εγώ αυτό. Είναι προς όφελος του έργου όταν ξέρει το κοινό ότι έχω τον Α που τραγουδάει, ο οποίος μπορεί να μου φέρει και 200 άτομα. Μόνο επειδή είναι αυτός και επειδή τον είχε δει στην προηγούμενη παραγωγή και του άρεσε θα έρθει να τον ξαναδεί. Αν τον θάβεις, δεν κάνεις σε αυτόν κακό. Αισθάνεσαι και ως θεατής ξεχωριστός όταν πας και βλέπεις κάποιον που νομίζεις ότι τον ξέρεις. Μπορεί να μην τον ξέρεις προσωπικά, αλλά ακολουθείς κάποιον, είσαι follower, δεν έχει διαφορά από το υπόλοιπο θέατρο. Γενικά, η Λυρική τα τελευταία χρόνια δεν θέλει να υπερκαλύπτουμε τον διευθυντή, το υπερεγώ είναι μόνο ένα, εν προκειμένω.

 

— Γιατί είναι τόσο εσωστρεφής ο κόσμος της όπερας στην Ελλάδα;

Η υποτιθέμενη εξωστρέφεια της Λυρικής τα τελευταία πέντε χρόνια έχει σκοπό να προσελκύσει νεανικό κοινό, παρουσιάζοντας αποσπάσματα από έργα σε σταθμούς του μετρό, στην Βαρβάκειο κρεαταγορά, δεξιά κι αριστερά. Ωραίο το happening, αλλά κανείς που θα σε δει στην κρεαταγορά δεν θα έρθει στο θέατρο. Πρέπει στοχευμένα να διευρύνεις το κοινό σου. Με προβληματίζουν όλα αυτά που βλέπω. Στη Λυρική υπάρχει πρόβλημα εξειδίκευσης προσωπικού, πρώην τραγουδιστές, επειδή τώρα έχουν βγει στη σύνταξη, αναλαμβάνουν τις δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι δυνατόν να αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις κάποιος επειδή δεν έχεις τι να τον κάνεις.

 

— Τι άλλο κάνεις εκτός από το τραγούδι;

Πέραν της μουσικής, μου αρέσει η φιλοζωία. Ασχολούμαι πολύ ενεργά από τότε που γύρισα στην Ελλάδα, τα τελευταία τρία χρόνια πιο εντατικά. Είμαι σε έναν οργανισμό στον Άλιμο που έχει κύριο μέλημα την προστασία των αδέσποτων, γατών και σκύλων, φροντίζουμε να στειρωθούν και να επανατοποθετηθούν στο αστικό περιβάλλον. Οι γάτες έχουν μία μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα, οι σκύλοι είναι πιο δύσκολο να προσαρμοστούν. Η επαφή μου με τα αδέσποτα, με τα ζώα γενικότερα, με γεμίζει και με κάνει να αισθάνομαι λίγο περισσότερο άνθρωπος. Τα φροντίζουμε, δίνουμε στα άρωστα και στα ανάπηρα μια δεύτερη ευκαιρία. Κάποιες πολύ δύσκολες περιπτώσεις τις παίρνουμε οι εθελοντές στα σπίτια μας –πέρα από τα δικά μου ζώα, έχω τέσσερα άρρωστα γατιά αυτή τη στιγμή, που τα φιλοξενώ. Στο δρόμο δεν θα είχαν καμία πιθανότητα επιβίωσης και τα φροντίζω με προοπτική να δοθούν προς υιοθεσία. Με ενοχλεί που δεν υπάρχει στην Ελλάδα η αίσθηση του κοινού καλού. Του κοινοφελούς. Υπάρχει περισσότερο ο φόβος. Σωματοποιείσαι κι εσύ με αυτό που βλέπεις γύρω σου. Ένα πράγμα θαυμάζω στις κοινωνίες της βόρειας Ευρώπης όπου είχα την ευκαιρία να ζήσω είναι η κοινωνική αντίδραση που βλέπεις εκεί. Στο μετρό του Βερολίνου –που δεν είναι και η πιο ήσυχη πόλη του κόσμου- αν ένας έφηβος με την παρέα τους βάλουν τα πόδια τους πάνω στο κάθισμα, η γιαγιά που κάθεται δίπλα τους, 70 χρονών, μόνη της, με το μπαστουνάκι της, θα τους κάνει παρατήρηση, όσο τρομερή όψη κι αν έχουν. Στην Ελλάδα αυτό δεν θα γίνει, δεν θα αντιδράσει κανείς γιατί αισθάνεσαι ότι δεν κάνει τίποτα για σένα το κράτος. Από κει ξεκινάνε όλα.

 

Ιnfo:

Ωραία Ελένη

Γυάλινο Μουσικό Θέατρο

Λεωφόρος Συγγρού 143, Ν. Σμύρνη

Ώρα έναρξης: 21.30

12 ευρώ εισιτήριο εισόδου σάλας, 10 ευρώ εισιτήριο εξώστη

Κάθε Κυριακή, μέχρι τις 26/2

Θέατρο
2 Σχόλια
avatar
Untitled 24.2.2017 | 13:47
Τα αιώνια άλυτα προβλήματα της Λυρικής... που μερικές φορές όμως έχουν και τη θετική πλευρά τους: ευνοούν ανεξάρτητες παραγωγές-έκπληξη με πολύ υψηλό επίπεδο, όπως η συγκεκριμένη. Επίσης καταπληκτική φωνή ο κ.Τσαντίνης.
avatar
Baron von Sternberg 24.2.2017 | 23:34
Πες τα Χρυσόστομε! Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ έκπληκτος να βγαίνουν αφίσες για όπερες που ανεβαίνουν στην Ελλάδα, όπου πάντοτε αναφέρεται ο σκηνοθέτης και ποτέ οι τραγουδιστές! Είναι πραγματικά απίστευτο. Πρέπει να το κάνουν κάποιοι που μισούν την όπερα. Εξ άλλου θεωρώ πιθανότατο οι σκηνοθέτες που είναι υπεύθυνοι για τα τερατουργήματα που βλέπουμε, να μισούν την όπερα, ή στην καλύτερη περίπτωση να μη δίνουν δεκάρα για αυτήν.
Κάποιος πρέπει να πει σ'αυτούς τους κυρίους ότι οι φιλόμουσοι που δίνουν τον οβολό τους για να δουν μια παράσταση, δεν ενδιαφέρονται για τη σκηνοθεσία, αλλά ενδιαφέρονται και μάλιστα πολύ για το ποιοι τραγουδούν. Κανέναν ποτέ δεν τον έχει συγκινήσει μέχρι δακρύων η σκηνοθεσία μας όπερας. Πολλοί όμως έχουν συγκινηθεί από την ερμηνεία ενός τραγουδιστή ή μιας τραγουδίστριας.
Ομολογώ ότι δυστυχώς η Ελλάδα δεν είναι η μόνη που υποτιμά τους τραγουδιστές σήμερα. Ακόμη και η Σκάλα το κάνει, πράγμα αδιανόητο κάποτε. Η MET όμως στέκεται στο ύψος της: Πάντοτε αναφέρονται οι βασικοί τραγουδιστές, σπανίως αναφέρεται ο σκηνοθέτης.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια