Ήταν από τα έργα που με ενδιέφεραν. Κοίτα, δεν τα πολυθεωρητικοποιώ τα πράγματα. Το συγκεκριμένο μου αρέσει για πολλούς λόγους: Ο ρυθμός του, τα μέσα-έξω, υπάρχει ένα παιχνίδι με πολύ βασικά εργαλεία του θεάτρου – και φυσικά η ίδια η συνθήκη του θεάτρου παίζει κυρίαρχο ρόλο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Απόψε στη Στέγη

Θα γίνει «Το Σώσε» στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης

Στις πρόβες του έργου που σκηνοθετεί ο Έκτορας Λυγίζος και σχολιάζει την παράνοια του θεάτρου και των ανθρώπων του

Σαν σχέδιο του Έσερ – αλλά στο πιο συμμετρικό του. Αυτό σκέφτηκα μόλις αντίκρισα το εκπληκτικό σκηνικό της νέας παράστασης του Έκτορα Λυγίζου «Το Σώσε», που έχει στηθεί ήδη σε χώρο προβών στον Βοτανικό, σχεδόν ενάμιση μήνα πριν από την πρεμιέρα της.

 

Από τα πρώτα λεπτά που παρακολούθησα την πρόβα της πρώτης πράξης του έργου που πρόκειται να ανοίξει το θεατρικό ρεπερτόριο της φετινής σεζόν στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, κατάλαβα γιατί θα ήταν επιτακτική η ανάγκη για την ομαλή εξέλιξη των προβών να στηθεί εξ ολοκλήρου η σκηνογραφία στον συγκεκριμένο χώρο: εδώ το σκηνικό είναι ξεκάθαρα ένας από τους πρωταγωνιστές, συμβάλλει στην εξέλιξη της δράσης σε αυτή την υποψήφια για βραβείο Τόνι φάρσα που έγραψε το 1982 ο Μάικλ Φρέιν, καυτηριάζοντας την παράνοια του θεάτρου και των ανθρώπων του, μπροστά και πίσω από τη σκηνή.

 

Η περσόνα που παίζουμε μας στοιχειώνει σε βαθμό που δεν το αντιλαμβανόμαστε. Αλλά και στο θέατρο, το πνεύμα των προσώπων που υποδύεσαι σιγά σιγά σε καταπίνει σαν ζόμπι, στον βαθμό που πρέπει να εξυπηρετήσεις εσύ αυτό που συμβαίνει στη σκηνή.

 

 

Γι' αυτό εξάλλου ο σκηνοθέτης μαζί με τη σκηνογράφο Κλειώ Μπομπότη δούλευαν για πολύ καιρό πάνω στην απόδοση αυτού του σχολίου, επιθυμώντας να μηχανευτούν έναν πρωτότυπο και εντυπωσιακό τρόπο για την εναλλαγή προσκηνίου-παρασκηνίου – και τα τεχνάσματα που έχουν βρει είναι τουλάχιστον ευρηματικά.

 

Κάπου ανάμεσα λοιπόν σε σκάλες, πόρτες, κρύπτες, ένα μεγάλο μαξιλάρι και μερικά πιάτα με σαρδέλες, ο Έκτορας Λυγίζος βρήκε λίγο χρόνο για να μου μιλήσει για τον σκηνοθετικό του ρόλο, αλλά και για τον ρόλο του σκηνοθέτη που υποδύεται ο ίδιος στην παράσταση.

 

Η δουλειά του σκηνοθέτη έχει καθημερινές απογοητεύσεις. Περνώντας τα χρόνια, καταλαβαίνεις ότι οι απογοητεύσεις όχι μόνο είναι πραγματικότητα αλλά το όλο ζήτημα είναι πώς θα χρησιμοποιήσεις αυτή τη σύγκρουση της φαντασίωσής σου με την πραγματικότητα, όσο πιο δημιουργικά γίνεται. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— 5 χρόνια μετά το «Room Service», γιατί επέλεξες αυτό το έργο για την επιστροφή σου στη Στέγη;

Ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, ήταν από τα έργα που με ενδιέφεραν. Κοίτα, δεν τα πολυθεωρητικοποιώ τα πράγματα. Το συγκεκριμένο μου αρέσει για πολλούς λόγους: Ο ρυθμός του, τα μέσα-έξω, υπάρχει ένα παιχνίδι με πολύ βασικά εργαλεία του θεάτρου – και φυσικά η ίδια η συνθήκη του θεάτρου παίζει κυρίαρχο ρόλο.

 

—Έχεις έναν εξαιρετικό θίασο που φαίνεται πως έχει κάνει πολλή δουλειά στην εκφορά του λόγου, που σε πολλά σημεία είναι καταιγιστικός.

Χρειάστηκε δουλειά γενικά στον λόγο, στις κινήσεις, υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα τονισμών, βημάτων, ώστε το σύνολο να παράγει ένα είδος μουσικής.

 

— Και είναι μια φάρσα όλο αυτό που βλέπουμε που μιλά για το ίδιο το θέατρο.

Είναι μια φάρσα και μια μετα-φάρσα, δηλαδή μια φάρσα που σχολιάζει μια φάρσα.

 

— Παρακολουθώντας την πρόβα, προσπαθούσα να καταλάβω πότε δίνεις οδηγίες κανονικές και πότε ως σκηνοθέτης της παράστασης μέσα στην παράσταση. Είναι λίγο «inception» όλο αυτό. Υπάρχουν ομοιότητες με το «Room Service»; Κι εκείνο εκτυλισσόταν στο πλαίσιο του θεάτρου.

Σίγουρα μοιάζει. Η διαφορά είναι ότι εκεί δεν είχαμε να κάνουμε με τη σκηνή, η σκηνή γινόταν ένα δωμάτιο. Τα εργαλεία είναι παρόμοια. Εδώ, εκτός από τις πόρτες, δουλεύουμε και σε διαφορετικά επίπεδα, με τις σκάλες, αλλά και με την ιδέα του προσκηνίου. Βρισκόμαστε επίτηδες σε ένα συνειδητό μπέρδεμα ως προς το τι είναι σκηνή, ανάμεσα στο παρασκήνιο και το προσκήνιο. Επίσης, εδώ υπάρχει η πραγματικότητα των ίδιων των ρόλων.

 

— Αυτό το έργο γράφτηκε στα '80s. Πώς το προσέγγισες στην ελληνική απόδοση; Υπάρχει προσπάθεια εξελληνισμού;

Σε γενικές γραμμές έχω ακολουθήσει το γράμμα και το πνεύμα του έργου. Υπάρχουν αναφορές σε χιούμορ που μας είναι οικείο από τα '80s, τα '90s αλλά, σε σχέση με το κείμενο, η δική μου παρέμβαση είναι στην τρίτη πράξη, όπου θα δοκιμάσουμε να το διαλύσουμε αλλιώς. Νομίζω ότι πια το κοινό χρειάζεται λιγότερες εξηγήσεις στα μετα-θεατρικά είδη, είναι πιο εξοικειωμένο με το μέσα-έξω και με όλη τη σχετική ορολογία, για πολλούς λόγους. Η δική μας πρόθεση είναι να βγει όλο αυτό το κούρδισμα που χρειάζεται μια φάρσα και να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα, αλλά συγχρόνως τα πρόσωπα να μπούνε στον πραγματικό πανικό, στον τρόμο που απαιτεί αυτό το πράγμα – και στη βία.

 

Η δική μας πρόθεση είναι να βγει όλο αυτό το κούρδισμα που χρειάζεται μια φάρσα και να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα, αλλά συγχρόνως τα πρόσωπα να μπούνε στον πραγματικό πανικό, στον τρόμο που απαιτεί αυτό το πράγμα – και στη βία. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Έχει βία το θέατρο;

Σίγουρα. Με την έννοια του τρόπου που σε ρουφάει το πρόσωπο που υποδύεσαι κάθε μέρα και πώς σε καταπιέζει. Ενώ σε πολύ γενικές γραμμές σε εξυπηρετεί, στο βάθος σε καταπιέζει.

 

— Αυτό είναι το σχόλιο που θέλει να κάνει ο Φρέιν μέσα από αυτό το έργο;

Κάπως, μέσα στη φάρσα του έργου, εντάσσεται κι ένα ghost story: αυτοί μπερδεύονται και νομίζουν ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο, ότι υπάρχουν φαντάσματα. Για μένα αυτό είναι σχόλιο και για το θέατρο αλλά και για την κοινωνική ζωή, για τον τρόπο που οι περσόνες είναι ένα είδος φαντασμάτων που μας καταλαμβάνουν. Όχι μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά και γενικότερα.

 

Η περσόνα που παίζουμε μας στοιχειώνει σε βαθμό που δεν το αντιλαμβανόμαστε. Αλλά και στο θέατρο, το πνεύμα των προσώπων που υποδύεσαι σιγά σιγά σε καταπίνει σαν ζόμπι, στον βαθμό που πρέπει να εξυπηρετήσεις εσύ αυτό που συμβαίνει στη σκηνή.

 

Εγώ αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι ένας ηθοποιός, πλησιάζοντας σε μια παράσταση, –ή ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος σε κάτι κρίσιμο– όλο το παρασκήνιο, όλη η κουζίνα που παρασκευάζει, εξυπηρετεί ασυνείδητα τη στιγμή που θα βγει να παίξει στη σκηνή – ή την κρίσιμη αυτή στιγμή στη ζωή του, αντίστοιχα.

 

— Έχουμε δει καλλιτέχνες τα τελευταία χρόνια να τους καταπίνει εντελώς ένας ρόλος.

Και γενικά, όταν οι ρυθμοί αλλάζουν και γίνονται πιο γρήγοροι και έντονοι, και σε σχέση με την ομαδική ψευδαίσθηση που ζούμε, συμβαίνει κάτι ανθρωποφαγικό.

 

— Σε αυτό το σκηνικό-υπερπαραγωγή πώς καταλήξατε;

Δουλεύουμε εδώ και χρόνια μαζί με την Κλειώ Μπομπότη και κάνουμε έρευνα πάνω σε διάφορα είδη, μεταξύ των οποίων και η φάρσα. Εδώ ξεκινήσαμε συνεχίζοντας τη δουλειά που είχαμε κάνει στο «Room Service» αλλά και στις τραγωδίες κλειστού χώρου. Ουσιαστικά, για μια μεγάλη περίοδο, ερευνούσαμε πάνω σε διάφορα πράγματα, όπως οι πόρτες, οι σκάλες, γιατί καταλαβαίναμε ότι έχουν σημασία σε σχέση με την αυξομείωση των διαθέσεων σε μια φάρσα, αλλά και πάνω στη διαφάνεια του σκηνικού. Προσπαθούσαμε να βρούμε έναν τρόπο, έτσι ώστε όταν παρακολουθείς τη δεύτερη πράξη του έργου να έχεις μια συνεχόμενη επαφή με αυτό που συμβαίνει πίσω.

 

Στο πρωτότυπο είναι ένα παράθυρο. Καταλήξαμε σε αυτό που θα δείτε: πολύ μικρές εγκοπές στην κατασκευή και το φως να πέφτει κόντρα. Έπειτα χρησιμοποιήσαμε την ιδέα ενός εμμονικού συστήματος επανάληψης πόρτα-σκάλα-πόρτα-σκάλα. Στόχος είναι να χάνεις τη γεωγραφία του πράγματος και να την ξαναβρίσκεις. Πιο πολύ μας αφορά πώς αποτυπώνεται το state of mind που αντιπροσωπεύει αυτό το έργο, αυτό το «δεν ξέρω πού βρίσκομαι» της απώλειας ελέγχου του προσανατολισμού.

 

Είναι μια φάρσα και μια μετα-φάρσα, δηλαδή μια φάρσα που σχολιάζει μια φάρσα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Ο Φρέιν έγραψε το «Noises off» ορμώμενος από την παρακολούθηση των προβών μιας άλλης φάρσας που είχε γράψει για τη Λιν Ρέντγκρεϊβ...

... και αυτό που συνέβαινε στα παρασκήνια του φάνηκε πιο ενδιαφέρον από αυτό που γινόταν στη σκηνή.

 

— Εδώ η πρόβα σας ήταν ήδη καλοκουρδισμένη, είστε σε καλό επίπεδο νομίζω, παρόλο που έχετε μπροστά σας ενάμιση μήνα μέχρι την πρεμιέρα. Έχεις βιώσει καταστάσεις σε πρόβες που πήγαιναν όλα στραβά, όπως συμβαίνει στο έργο, που δεν λειτουργούσε το πράγμα καθόλου και δεν μπορούσες να το ελέγξεις;

Εκεί είναι πάντα το σημείο που αρχίζει και γίνεται ενδιαφέρον το πράγμα. Πέρσι στις «Βάκχες», πριν από την τελευταία παράσταση στο Ηρώδειο, φύσαγε εξωφρενικά πολύ και αυτό επηρέασε πολύ το σκηνικό μας που ήταν ένα πανί που απλώναμε κάτω. Ουσιαστικά παίξαμε όλη την παράσταση σε μια συνθήκη τρικυμίας. Μετά από δέκα λεπτά που πέρασε ο φόβος ότι δεν μπορώ να το ελέγξω, έγινε για μένα η πιο απολαυστική εμπειρία. Όταν το αποδέχτηκα, το ξαναχτίσαμε επί σκηνής.

 

Αλλά κι εδώ το ζητούμενο είναι να το δουλέψουμε με όσο μεγαλύτερη λεπτομέρεια μπορούμε, να συντονιστούμε όλοι σε έναν κοινό τρόπο παραγωγής και δημιουργίας, ώστε κάθε φορά, κάθε πρόβα και κάθε παράσταση στη συνέχεια, να είναι ένα πράγμα που αναδημιουργείται επί σκηνής.

 

— Στα κινηματογραφικά, έχει περάσει μια πενταετία από το ντεμπούτο σου, «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού». Θα υπάρξει συνέχεια;

Ναι, γράφω ένα σενάριο, είμαι σε αυτή τη φάση.

 

— Η πρώτη σου ταινία είχε ακουστεί. Ήθελες να πάρεις τον χρόνο σου για να ακολουθήσει το follow-up;

Δεν το σκέφτηκα έτσι. Το σινεμά είναι πολύ δύσκολη ιστορία. Ούτως ή άλλως καταλαμβάνει ακόμα περισσότερο τον σκηνοθέτη, απ' ό,τι το θέατρο, είναι μια τραυματική εμπειρία.

 

Ασχολούμαστε με αυτό το έργο σχεδόν έναν χρόνο, από τότε που ξεκίνησε σιγά-σιγά η μετάφραση και οι πρώτες συζητήσεις για το σκηνικό. Είχα ανάγκη να το μελετήσω διεξοδικά και να φτάσουμε από νωρίς σε πρόβες μαζί με το σκηνικό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Τραυματική, ε;

Με την έννοια ότι πρέπει να έχεις δεχτεί ότι η δουλειά του σκηνοθέτη έχει καθημερινές απογοητεύσεις. Περνώντας τα χρόνια, καταλαβαίνεις ότι οι απογοητεύσεις όχι μόνο είναι πραγματικότητα αλλά το όλο ζήτημα είναι πώς θα χρησιμοποιήσεις αυτή τη σύγκρουση της φαντασίωσής σου με την πραγματικότητα, όσο πιο δημιουργικά γίνεται. Εγώ δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η σχέση μου με το σινεμά. Καταλαβαίνω ότι μου αρέσει και έχω ενδεχομένως μια σχέση «τουρίστα». Επειδή όμως κατανοώ και τις δυσκολίες του, το αφήνω να με τραβήξει αυτό.

 

— Έχω την αίσθηση ότι είσαι από τους δημιουργούς που σκέφτονται πολύ το επόμενο βήμα. Δεν έχουμε δει πολύ μεγάλο όγκο δουλειών από σένα τα τελευταία χρόνια.

Μπορεί και να έτυχε. Έχω μια αντίσταση. Είναι περίοδοι που δεν το ελέγχεις, άλλοτε είσαι σε φάση να κάνεις-κάνεις-κάνεις και άλλοτε να σκεφτείς-σκεφτείς-σκεφτείς. Έχω περάσει και περιόδους που έχω κάνει πολύ πυκνά πράγματα.

 

Τώρα ήμουν σε μια φάση που με ενδιέφερε να πάρω τον χρόνο μου. Ασχολούμαστε με αυτό το έργο σχεδόν έναν χρόνο, από τότε που ξεκίνησε σιγά-σιγά η μετάφραση και οι πρώτες συζητήσεις για το σκηνικό. Είχα ανάγκη να το μελετήσω διεξοδικά και να φτάσουμε από νωρίς σε πρόβες μαζί με το σκηνικό.

 

— Τελικά υπεραναλύεις τα πράγματα ή όχι;

Τα υπεραναλύω αλλά όχι εδώ πέρα. Στην πρόβα είμαι πολύ της εφαρμογής. Γι' αυτό μου αρέσουν πολύ αυτού του είδους τα έργα.

 

— Σ' αρέσει η ζωή σου στην Αθήνα;

Νομίζω ότι τελικά, όσο και να σκεφτόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε κάπου αλλού, όσο και να γκρινιάζουμε, προφανώς μας αρέσει στο τέλος. Έχω ανάγκη τους ανθρώπους μου. Σίγουρα το απολαμβάνω και σίγουρα έχω εθιστεί σε αυτή την γκρίνια.

 

Νομίζω ότι πια το κοινό χρειάζεται λιγότερες εξηγήσεις στα μετα-θεατρικά είδη, είναι πιο εξοικειωμένο με το μέσα-έξω και με όλη τη σχετική ορολογία, για πολλούς λόγους. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Ως προς την τέχνη σου;

Ως έκφραση μιας ανάγκης το βρίσκω σχεδόν υπέροχο. Από κει και πέρα είναι δεδομένο ότι η τέχνη χρειάζεται υποστήριξη για να ανθίσει. Απ' αυτή την άποψη, προφανώς έχω την αγωνία που συναντάς σε πολλά επαγγέλματα, όταν αυτό που έχεις στο κεφάλι σου δεν μπορείς να το στηρίξεις. Σ' αυτή την εποχή ζούμε, πιο πολύ ενδιαφέρον έχει πια για μένα να το αποδεχτώ και να το εξερευνήσω, παρά να του αντισταθώ. Είμαι στη φάση που του παραδίνομαι.

 

— Διακοπές πήγες;

Πήγα για λίγο, στην Τήνο και στην Αμοργό. Γενικά δεν είμαι πολύ εύκολος στα ταξίδια. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να τα απολαμβάνω.

 

— Τι σε δυσκόλευε παλιότερα;

Ούτε καν το καταλάβαινα. Προφανώς οι εμμονές μου. Η δυσκολία τού να βγεις από την καθημερινότητα.

 

— Μίλησέ μου για τις εμμονές σου.

Δεν νομίζω ότι τις έχω και κρυφές, αφού δεν είναι συνειδητές!

 

— Δεν μπορείς να τις ονοματίσεις;

Είναι μάλλον οι ψυχαναγκασμοί που έχουν οι περισσότεροι. Ούτως ή άλλως έχουν γίνει τρόπος ζωής πια. Και είναι βοηθητικοί, τελικά.

 

Η τέχνη χρειάζεται υποστήριξη για να ανθίσει. Απ' αυτή την άποψη, προφανώς έχω την αγωνία που συναντάς σε πολλά επαγγέλματα, όταν αυτό που έχεις στο κεφάλι σου δεν μπορείς να το στηρίξεις. Σ' αυτή την εποχή ζούμε, πιο πολύ ενδιαφέρον έχει πια για μένα να το αποδεχτώ και να το εξερευνήσω, παρά να του αντισταθώ. Είμαι στη φάση που του παραδίνομαι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Info

Έκτορας Λυγίζος - «Το Σώσε» του Μάικλ Φρέιν (1982)

10-21/10 (εκτός Δευτέρας-Τρίτης), 20:30

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή

 

Μετάφραση, Διασκευή & Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικό: Κλειώ Μπομπότη

Κοστούμια: Άλκηστη Μάμαλη

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Συνεργασία στην κίνηση – σωματική προετοιμασία: Χαρά Κότσαλη

Σχεδιασμός μακιγιάζ και μαλλιών: Ιωάννα Λυγίζου

Σχεδιασμός Ήχου: Brian Coon

Βοηθός Σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου

Βοηθός Σκηνογράφου: Ελένη Αηδόνη

Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα Γιαννακανδροπούλου

Κατασκευή Σκηνικού: Παναγιώτης Λαζαρίδης

Κατασκευή γυναικείων κοστουμιών: Ελένη Κομνηνού

Κατασκευή ανδρικών κοστουμιών: Γιώργος Παρλιάρος

Διεύθυνση Παραγωγής: Ηλέκτρα Αρζιμάνογλου

Εκτέλεση Παραγωγής: Grasshopper

Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Μιχάλης Κίμωνας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έμιλυ Κολιανδρή, Έκτορας Λυγίζος, Άννα Μάσχα, Άρης Μπαλής, Αρετή Σεϊνταρίδου

Θέατρο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

50 χρόνια από την πρώτη, «άγνωστη» παρουσίαση του πολύκροτου μιούζικαλ «Hair» στην Ελλάδα

Θέατρο 50 χρόνια από την πρώτη, «άγνωστη» παρουσίαση του πολύκροτου μιούζικαλ «Hair» στην Ελλάδα

25.5.2020
«Το Θεάτρο της Δευτέρας»: η ιστορία μιας εκπομπής που έμαθε το θέατρο στους Έλληνες

Θέατρο «Το Θεάτρο της Δευτέρας»: η ιστορία μιας εκπομπής που έμαθε το θέατρο στους Έλληνες

24.5.2020
Όταν ο Τένεσι Ουίλιαμς είχε διαλέξει τα αγαπημένα του τραγούδια

Θέατρο Όταν ο Τένεσι Ουίλιαμς είχε διαλέξει τα αγαπημένα του τραγούδια

21.5.2020
 Αυτή την άνοιξη είδαμε την τέχνη στις οθόνες μας

Θέατρο Αυτή την άνοιξη είδαμε την τέχνη στις οθόνες μας

16.5.2020
Ταξίδι στα βάθη του Αμαζονίου με τον Σάιμον ΜακΜπέρνι και το ψηφιακό κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση

Θέατρο Ταξίδι στα βάθη του Αμαζονίου με τον Σάιμον ΜακΜπέρνι και το ψηφιακό κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση

15.5.2020
Κώστας Κουτσολέλος: «Tι είχαμε, τι χάσαμε!»

Θέατρο Κώστας Κουτσολέλος: «Tι είχαμε, τι χάσαμε!»

14.5.2020
Η ΕΛΣ υποδέχεται την Έξοδο και την άνοιξη με ένα διαδικτυακό φεστιβάλ

Θέατρο Η ΕΛΣ υποδέχεται την Έξοδο και την άνοιξη με ένα διαδικτυακό φεστιβάλ

13.5.2020
Το θέατρο σκιών, η πολύπλοκη λαϊκή τέχνη του Ευγένιου Σπαθάρη

Θέατρο Το θέατρο σκιών, η πολύπλοκη λαϊκή τέχνη του Ευγένιου Σπαθάρη

9.5.2020
Δημήτρης Παπαϊωάννου: «Εννοείται ότι θα ξαναζήσουμε μαζί»

Θέατρο Δημήτρης Παπαϊωάννου: «Εννοείται ότι θα ξαναζήσουμε μαζί»

8.5.2020
#SupportArtWorkers: Πέντε εργαζόμενοι στις Τέχνες μιλούν για το παρόν και το μέλλον του κλάδου τους

Θέατρο #SupportArtWorkers: Πέντε εργαζόμενοι στις Τέχνες μιλούν για το παρόν και το μέλλον του κλάδου τους

7.5.2020
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια