«Αυτόχειρες Παρθένοι». Φωτο: Judith Buss
Θέατρο

Τι σας άρεσε περισσότερο στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών; 10 πολιτιστικοί συντάκτες απαντούν

10 δημοσιογράφοι του πολιτιστικού ρεπορτάζ ξεχωρίζουν τα δικά τους highlights από το πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών που ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες

Λουίζα Αρκουμανέα (LiFO)

«Αυτόχειρες παρθένοι» σε σκηνοθεσία Σουζάνε Κένεντι: New age αισθητική, υπνωτιστική μουσική, φράσεις του Τζέφρι Ευγενίδη, η θιβετιανή Βίβλος των Νεκρών κι ένα άβαταρ που μιλάει σαν τον ψυχεδελικό «γκουρού» Τίμοθι Λίρι: ιδού το μάντρα μιας νέας θρησκείας που συμφιλιώνει εποχές, ηλικίες και φύλα επί σκηνής. Οι τέσσερις μασκοφορεμένες φιγούρες με τα λευκά νυχτικά και τα πολύχρωμα λατρευτικά στεφάνια μάς κοιτάζουν με το ανέκφραστο κουκλίσιο βλέμμα τους (κάτι μεταξύ γιαπωνέζικου καρτούν και θεάτρου Νο), ενώ τα βίντεο στις οθόνες του «τέμπλου» που τις περιβάλλει δείχνουν δωδεκάχρονα κορίτσια στο YouTube να επιδεικνύουν ολοκαίνουργιες τεχνικές μακιγιάζ – όλες τους παρθένες που αυτοκτονούν αργά και μαζικά μέσα στα pixel της παιδιάστικης ματαιοδοξίας τους, ανύποπτες, δηλητηριασμένες και έτοιμες. Οι χρόνοι και οι πολιτισμοί, το ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο, το αρσενικό και το θηλυκό συναντιούνται επιτέλους ειρηνικά, δίχως ένταση, δίχως ναρκισσισμό, δίχως συναίσθημα: μήπως αυτή η παράσταση-installation της πρωτοπόρου Γερμανίδας δημιουργού προσφέρει μια γεύση από το θέατρο του μέλλοντος;

 

Δημήτρης Δουλγερίδης (ΤΑ ΝΕΑ)

Λεωνίδας Καβάκος. Φωτο: Jan Olav Wedin

 

Η στιγμή του Λεωνίδα Καβάκου: Με την «Ορέστεια» των τριών σκηνοθετριών (Ιώ Βουλγαράκη, Λίλλυ Μελεμέ, Γεωργία Μαυραγάνη) να έχει εξαντλήσει τις καλύτερες προθέσεις στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και τις «Νεφέλες», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, να συγκεντρώνουν τις μεγαλύτερες προσδοκίες (2-3 Αυγούστου), η μεγάλη στιγμή προέρχεται από το συναυλιακό Ηρώδειο. Ο Λεωνίδας Καβάκος επιμελήθηκε, μελέτησε και απέδωσε τη μουσική των Μέντελσον, Μότσαρτ και Μπετόβεν, μαζί με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης (22 Ιουνίου) αποδεικνύοντας ότι η διαρκής ευαισθησία μπορεί να είναι το άλλο πρόσωπο της ήρεμης δύναμης. Αν επιτρέπεται και η εξομολόγηση μιας «ένοχης απόλαυσης», η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για ταινίες του Στίβεν Σπίλμπεργκ (24/6), σε διεύθυνση Αντριάν Πραμπάβα, έμοιαζε με επιστροφή στην παιδική ηλικία από το μέλλον. Να γιατί έπιασε το «Stranger things».

 

Όλγα Σελλά (Popaganda)

«Ερωτευμένα άλογα» της ομάδας Εν Δυνάμει. Φωτο: Εύη Φυλακτού

 

Το πρώτο που μου άρεσε πολύ φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών ήταν ότι οι θεατρικές παραστάσεις ήταν λελογισμένης ποσότητας, έτσι ώστε να επιτρέπουν στους θεατές, επαγγελματίες και μη, να τις παρακολουθήσουν χωρίς να λαχανιάζουν. Θα ξεχωρίσω τρεις ξένες παραγωγές, που άγγιξαν θέματα της ιστορίας και της κοινωνίας του τόπου τους ή της μεγάλης Ιστορίας, χωρίς διδακτισμό, χωρίς τσιτάτα και μανιφέστα, αλλά με όχημα τις ιστορίες των απλών ανθρώπων. Είναι «Οι αγνοούμενοι» από την Κολομβία και το Mapa Teatro, η «Σαϊγκόν» της Γαλλοβιετναμέζας Καρολίν Γκυγελά Ενγκυγέν και το «Kanata» του Ρομπέρ Λεπάζ. Από τις ελληνικές παραγωγές, όσοι τα είδαμε, θα συζητάμε για καιρό τα «Ερωτευμένα άλογα» της ομάδας Εν Δυνάμει, που την αποτελούν άτομα με ή χωρίς αναπηρία, για τη γενναιότητα, το ταλέντο και το πείσμα που μας έδειξαν, για την ελπίδα και την αισιοδοξία που μετάγγισαν.

 

Ματούλα Κουστένη (Εφημερίδα των Συντακτών - LiFO)

Αν Τερέζα Ντε Κεερσμάκερ. Φωτο: Anne van Aerschot

 

Μαθηματική σκέψη, ανάλυση μιας χορευτικής ιδιοφυΐας, αυτοσχεδιαστικές ασκήσεις που πήραν τη μορφή βημάτων απίστευτης λεπτομέρειας. Η κορυφαία δημιουργός του σύγχρονου χορού Αν Τερέζα Ντε Κεερσμάκερ πήρε τη σκυτάλη από τον Γιο-Γιο Μα και παρουσίασε τη δική της πρόταση πάνω στις 6 σουίτες για τσέλο του Μπαχ γεμίζοντας την άδεια σκηνή του Ηρωδείου με κυκλικές ανησυχίες για τη θνητότητα. Δύσκολο πράγμα να αναμετριέσαι με μυθικών διαστάσεων μουσικά έργα αλλά εκείνη –μαζί με τέσσερις ακόμα χορευτές– συνέδεσε μοναδικά τη μουσική με το προσωπικό κινητικό της λεξιλόγιο, αντάλλαξε «ανάσες» με τον Γάλλο τσελίστα Ζαν-Γκιγέν Κεράς κι έστησε γύρω του έναν διάλογο περί ζωής και θανάτου. Με τόση φίνα ελαφράδα, τόση λεπτότητα και χάρη.

 

Γιώργος Νάστος (Το Βήμα)

Γιο-Γιο Μα. Φωτο: Jason Bell

 

Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ στο φεστιβάλ εφέτος ήταν η συναυλία του Γιο-Γιο Μα στο Ηρώδειο – και όχι μόνο για την αξία τού να ακούς ζωντανά έναν σπουδαίο μουσικό να ερμηνεύει έργα του συνθέτη με τον οποίο έχει σχέση εμμονής, του Μπαχ εν προκειμένω. Ο διεθνούς φήμης τσελίστας απευθύνθηκε στο κοινό του ρωμαϊκού ωδείου αποκλειστικά στα ελληνικά, έκανε ντουέτο με ένα θορυβώδες τζιτζίκι και πρόλαβε, αθόρυβα και ταπεινά, κατά τις τρεις μέρες παραμονής του στην Αθήνα, να παριστάνει τον πλανόδιο μουσικό στο λιμάνι του Πειραιά, να λάβει μέρος σε ένα συμπόσιο στην Πνύκα και να να συμμετάσχει σε ένα pop-up live με ελεύθερη είσοδο στην Πλατεία Κυψέλης. Δίδαξε εν ολίγοις τι θα πει σεμνότητα, ήθος και καύλα για την τέχνη σου. Θεός.

 

Δημήτρης Τρίκας (Τρίτο Πρόγραμμα ΕΡΑ)

«Kanata - Επεισόδιο 1ο - Η διαμάχη»

 

Ευτυχώς σ' αυτό το πληθωρικό ποσοτικά και μάλλον μέτριο ποιοτικά φεστιβάλ υπήρξε ένα πραγματικά λαμπερό κουαρτέτο θεατρικών παραστάσεων, μια, επίσης, τετράδα συναυλιών, που γέμισε επί 4 το Ηρώδειο, και δύο παραστάσεις χορού, που μας έκαναν ιδιαίτερα χαρούμενους και αρκούντως υπομονετικούς με το υπόλοιπο πρόγραμμα. Εξηγούμαι: μιλάω για τον αισθητικά ευφυή Μπομπ Γουίλσον και τον «Οιδίποδά» του, για τη δυναμική επιστροφή στη θεατρική ουσία του Ρομέο Καστελούτσι με τη «Νέα ζωή», την εκπληκτικά ευθύβολη και τολμηρή Σουζάνε Κένεντι και το «Αυτόχειρες παρθένοι» και πάνω απ' όλα για το μαγικό Θέατρο του Ήλιου της Αριάν Μνούσκιν με τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Ρομπέρ Λεπάζ και το «Kanata - Επεισόδιο 1ο - Η διαμάχη». Φέτος είχαμε ένα μουσικό πρόγραμμα, από τα παλιά, στο Ηρώδειο (χωρίς τον ανταγωνισμό του Μεγάρου Μουσικής) με μεγάλες ορχήστρες, σταρ μαέστρους και σπουδαίους σολίστες. Μούτι, Καβάκος, Γιο-Γιο Μα, Γιούντζα Ουάνγκ... και ξερό ψωμί! Ο χορός έλαμψε επίσης χάρη στην πάντα πρώτης γραμμής Αν Τερέζα Ντε Κεερσμάκερ και το «Εν μέσω της ζωής βρισκόμαστε / 6 Σουίτες για τσέλο του Μπαχ», και στον ριζοσπάστη Ομάρ Ρατζέχ με τον ανατριχιαστικό «Μιναρέ» του.

 

Υ.Γ.: Δεν θα ήθελα, τέλος, να αδικήσω τη μελοδραματική και γοητευτική «Σαϊγκόν», το κολομβιάνικο Μάπα Τεάτρο με τους «Αγνοούμενους» του και τον ιδιόρρυθμο Κώστα Κουτσολέλο με την Βάσω Καμαράτου και τα «Καλοκαιρινά Μπάνια» τους.

 

Χρήστος Παρίδης (LiFO)

Ο «Χρύσιππος» του Δημήτρη Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Θάνου Σαμαρά. Φωτο: Νίκος Πανταζάρας

 

Αν και γενικότερα απογοήτευσε η Αν Τερέζα Ντε Κεερσμάκερ, προσωπικά με κέρδισε χάρη στην τελειότητα και την καθαρότητα της κίνησής της. Κάτι που αναμφισβήτητα οφείλεται στη μέχρι υστερίας αφοσίωσή της στο μοντέρνο χορό. Η αυστηρή και κάπως στεγνή της χορογραφία πάνω στις 6 σουίτες για τσέλο του Μπαχ έμοιαζε σαν ένα ιδανικό μάθημα σύγχρονου μπαλέτου εκτελεσμένο από εξαιρετικούς ταλαντούχους μαθητές, συνοδευμένο από έναν εκπληκτικό μουσικό. Η ερμηνεία του εμβληματικού έργου του Μπαχ από τον τσελίστα Ζαν-Γκιγέν Κεράς ήταν πραγματικά ανυπέρβλητη ενώ ο ήχος έφτανε ατόφιος μέχρι την τελευταία σειρά του Ηρωδείου χωρίς την ανάγκη μικροφωνικής εγκατάστασης. Επίσης η παράσταση με την οποία ξεκίνησε το ελληνικό πρόγραμμα, ο «Χρύσιππος» του Δημήτρη Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Θάνου Σαμαρά. Ήταν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση η οποία προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιρρήσεις αλλά που πρότεινε μια γλώσσα και μια αισθητική που τοποθετούν το όλο εγχείρημα στο νέο περιβάλλον του ελληνικού θεάτρου. Ένα νέο θέατρο όπου η εικαστική ματιά, η τεχνολογία και οι αποστασιοποιημένες ερμηνείες αποπειρώνται να μετουσιώσουν τον λόγο σε αποκαλυπτική εικόνα επανεξετάζοντας την έννοια της σκηνικής δράσης.

 

Γιώργος Βουδικλάρης (Artivist)

Τα «Καλοκαιρινά Μπάνια» με τον Κώστα Κουτσολέλο και τη Βάσω Καμαράτου.

 

Η αδυναμία μου από το φετινό Φεστιβάλ ήταν οι «Αυτόχειρες Παρθένοι» της Σουζάνε Κένεντι. Γιατί, απλούστατα, μέσα από τον υπνωτιστικό, ψυχεδελικό ψηφιακό της εφιάλτη, τα άφυλα πρόσωπα, τα άβαταρ και τις μηχανιστικές αφηγήσεις, είδα επιτέλους να ξεπροβάλει το Καινούριο. Σε μια περίοδο που διεθνώς το θέατρο τρώει τις σάρκες του και στη χώρα της αγωνίζονται να ξεφύγουν από τα συντρίμμια του μεταμοντέρνου, η σαρανταδυάχρονη Γερμανίδα ανοίγει δρόμο. Από κοντά κι ο εξαίσιος «Οιδίποδας» του Μπομπ Γουίλσον, λιγάκι και για την κραυγαλέα αμηχανία που προκάλεσε σε πολλούς συναδέλφους, εξωθώντας τους να ξεστομίσουν πράγματα ξεκαρδιστικά. Όσο για το ελληνικό πρόγραμμα, ψηφίζω δαγκωτό «Καλοκαιρινά Μπάνια».

 

Βλάσης Κωστούρος (Vogue)

«Οιδίπους» του Μπομπ Γουίλσον. Φωτο: Εύη Φυλακτού

 

Μη γελιόμαστε. Ανήκω στη γενιά που λατρεύει την εικόνα σαν Θεό. Με την ψυχραιμία της απόστασης, λοιπόν, δεν θα κρύψω ότι μου άρεσε πολύ ο «Οιδίποδας» του Μπομπ Γουίλσον. Είδα εικόνες που σε κινητοποιούν να πάρεις θέση. Να ψάξεις τις δικές σου λέξεις για να τις περιγράψεις. Οι περισσότερες ξεχείλιζαν κομψότητα και καλαισθησία. Μ' άφησαν να συλλάβω κάθε μικρή (αλλά σημαντική) στιγμή της πραγματικότητας που έχτισε ο Σοφοκλής. Σημειωτέον ότι αυτή η παράσταση ανέβηκε στo Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, έναν χώρο μοναδικής ενέργειας που τον έχουν γονατίσει οι εύκολες λύσεις και οι επαναλήψεις αποστειρωμένων σκηνοθεσιών, άνοιξε την πόρτα σε μια εικαστική performance που ένωσε το παλιό και το σύγχρονο μ' έναν τρόπο γοητευτικά ηδονικό. Ελπίζω να δούμε περισσότερες τέτοιες προτάσεις του χρόνου. Απ' αυτές που βάζουν στην ίδια ευθεία μυαλό, μάτια, ψυχή.

 

Αλέξανδρος Διακοσάββας (LiFO)

Ο Νίκος Καραθάνος στον «Χρύσιππο». Φωτο: Νίκος Πανταζάρας

 

Η σκηνική μεταφορά του «Χρύσιππου» του Δημήτρη Δημητριάδη από τον Θάνο Σαμαρά δίχασε. Οι προσδοκίες για τη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του ηθοποιού, μετά την ομόφωνη αποδοχή του αριστουργηματικού «Ευαγγελισμού της Κασσάνδρας» του και αφού είχαμε δει τις πρώτες, εντυπωσιακές φωτογραφίες, ήταν στον Θεό. Προσωπικά απόλαυσα κάθε λεπτό της παράστασης, ακόμα και τη μικρή «κοιλιά» του δεύτερου μέρους που φάνηκε προς στιγμή να αποδυναμώνει το σύνολο, αλλά απογειώθηκε έξοχα με την εμφάνιση του ίδιου του Σαμαρά επί σκηνής. Λατρεύω την κλινική, εμμονική ματιά του, εκτιμώ την απίστευτα επισταμένη μελέτη που έχει κάνει στο ιδιόλεκτο των κειμένων του Δημητριάδη. Το σεξ, η οικογένεια, η ενηλικίωση, το οιδιπόδειο, η ομορφιά, θέματα που απασχολούν σταθερά τον συγγραφέα, εδώ αναπτύχθηκαν με αψεγάδιαστη αισθητική. Ακόμα κι αν σε στιγμές o ο φορμαλισμός φάνηκε να υπερισχύει, ακόμα κι αν η επιλογή του λούτρινου αρκούδου για τον «κεντρικό» ρόλο ήταν συζητήσιμη, ως προς τη λειτουργικότητά της, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο Σαμαράς είναι ένας υπηρέτης του θεάτρου – κι αυτό φαίνεται. Θέλω να τον δω να σκηνοθετεί κάτι ολότελα διαφορετικό, εκτός Δημητριαδη, να παίζει κιόλας ίσως σε αυτό, γιατί πρωτίστως είναι εξαιρετικός ηθοποιός, ενδεχομένως σε κάτι κλασικό που θα του αλλάξει τα φώτα, σε μια αλλαγή που σίγουρα θα έχει νόημα.

Θέατρο