Θέατρο

O «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ και οι Μάκβεθ των Ελλήνων: μια αναδρομή

Αναδρομή στην ιστορία του περίφημου «καταραμένου» έργου του Σαίξπηρ, με αφορμή τη νέα συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη.

Μια μεγάλη και ατελείωτη αγωνία. Ένας φόβος που νομοτελειακά καταλήγει εφιάλτης. Ένας βασιλιάς ιδανικό υποχείριο της γυναίκας του. Ένας μανιασμένος και θιγμένος άνδρας που σκορπάει τον θάνατο. Μια βασίλισσα που τον σπρώχνει στο αίμα μέσω ανήθικων εξαναγκασμών. Πανούργες μάγισσες που οσμίζονται αίμα και κατευθύνουν τους δαίμονες των θνητών. Αποφάσεις που συνθλίβονται από τη συνειδητοποίηση «καλύτερα να μην ήξερα ποιος είμαι, παρά να ξέρω τι έχω κάνει». Και πίσω απ' όλα ο πόθος για την εξουσία που φωνάζει «Το αίμα θέλει αίμα», αλλά τελικά κομματιάζεται από την αμφιβολία.

 

Η αριστουργηματική πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το έργο που ξεκινάει και ολοκληρώνεται με μια σφαγή, ο «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ κάνει πρεμιέρα στις 7 Φεβρουαρίου στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, με τον ίδιο στον ομώνυμο ρόλο και τη Μαρία Κίτσου στο πλευρό του ως λαίδη Μακμπέθ.

 

• Το περίφημο «καταραμένο» έργο του Σαίξπηρ, ένα «παραμύθι» για τη βία, για την ηδονή, για την εξουσία, για την τρέλα και κυρίως για τη μήτρα που τα γεννά όλα αυτά είναι μια μεγάλη συμπαραγωγή του Εθνικού με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Γραμμένο σε μια περίοδο πολιτικής και ηθικής κρίσης, αποτυπώνει τη μεγάλη τραγωδία του ανθρώπου που δυσκολεύεται να διακρίνει το καλό από το κακό, την επιθυμία από τον φόβο, το φως από το σκοτάδι. Το κυνήγι της εξουσίας, η ανασφάλεια και ο φόβος μήπως αυτή χαθεί οδηγούν στα μεγαλύτερα εγκλήματα.

 

Για τη συγγραφή του «Μακμπέθ» ο Σαίξπηρ αντλεί έμπνευση από πραγματικά πρόσωπα, τον στρατηγό Μακμπέθ του βασιλιά Ντάνκαν Α' της Σκωτίας των αρχών του 10ου αιώνα, χωρίς, ωστόσο, να μένει δέσμιος της ιστορικής αλήθειας.

 

• «Ο κόσμος του "Μακμπέθ" είναι κόκκινος. Ένας κόσμος πολέμου, αιματοβαμμένος, πνιγμένος κυριολεκτικά στο αίμα. Το αίμα που ρέει στο πεδίο των μαχών αποτελεί απόδειξη της ανδρείας και του μεγαλείου του. Σχεδόν βαφτίζεται στο αίμα και καθαγιάζεται. Όμως το αίμα που χύθηκε με δόλο με την προτροπή μιας γυναίκας δεν μπορεί να ξεπλυθεί ούτε από τα χέρια ούτε από τον νου.

 

Είναι η απόδειξη της έκπτωσης του Μακμπέθ από τη σφαίρα του μεγαλείου στον ποταπό και ερεβώδη κόσμο όπου κυριαρχούν το σκοτάδι και η ανανδρία. Διόλου τυχαίο ότι οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται τη νύχτα και ο ύπνος, με τον φόνο του βασιλιά, εξορίζεται» αναφέρει στο κείμενο «Ποιος είναι ο Μακμπέθ» που δημοσιεύεται στο πρόγραμμα της παράστασης η θεατρολόγος και υπεύθυνη δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου, Ειρήνη Μ. Μουντράκη.

 

Δημήτρης Λιγνάδης (Μακμπέθ), Μαρία Κίτσου (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Ο «Μακμπέθ» είναι από τα μικρότερα έργα που έγραψε ο Σαίξπηρ και πιστεύεται ότι γράφτηκε μεταξύ του 1603 και του 1606. Στην πραγματικότητα, μόνο η «Κωμωδία με πλάνες» είναι συντομότερη. Το πιθανότερο είναι πως το ίδιο το έργο επέβαλε αυτήν τη διάρκεια, καθώς η ένταση της μοιραίας δράσης απαιτεί γρηγόρη διαδοχή των επεισοδίων. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η απουσία ύβρεων και αισχρολογιών, συνέπεια ενός νόμου για τον περιορισμό των προσβολών εκ μέρους των ηθοποιών που ψηφίστηκε στο Κοινοβούλιο το Μάρτιο του 1603 και απαγόρευε τις εκφράσεις ασέβειας ή βλασφημίας στο δημόσιο θέατρο.

 

• Για τη συγγραφή του «Μακμπέθ» ο Σαίξπηρ αντλεί έμπνευση από πραγματικά πρόσωπα, τον στρατηγό Μακμπέθ του βασιλιά Ντάνκαν Α' της Σκωτίας των αρχών του 10ου αιώνα, χωρίς, ωστόσο, να μένει δέσμιος της ιστορικής αλήθειας. Στην πραγματικότητα, η συγγραφή του έργου μοιάζει να είναι η απάντηση του συγγραφέα στην ταραγμένη επικαιρότητα της εποχής του.

 

«Ο "Μακμπέθ" σχεδιάστηκε για να ψυχαγωγήσει τους πάντες. Για το κοινό των αρχών του 17ου αιώνα τι θα μπορούσε να είναι πιο ελκυστικό από τον συνδυασμό του βασιλικού προσώπου με το μυστήριο; Πρόκειται για ένα έργο που απαιτούσε μια σχεδόν κέλτικη αίσθηση της μοίρας και του υπερφυσικού. Γι' αυτό ηθοποιοί αρνούνται να το κατονομάσουν ως "Μακμπέθ", αλλά μέχρι σήμερα εξακολουθούν να κάνουν λόγο για το "σκωτσέζικο έργο"» αναφέρει ο Πίτερ Ακρόιντ στη βιογραφία του Σαίξπηρ.

 

• Ας δούμε την υπόθεση: Ο Μακμπέθ είναι στρατηγός του Σκώτου βασιλιά Ντάνκαν. Επιστρέφει από το μέτωπο νικητής και διψασμένος για εξουσία. Υποκινείται από τη σύζυγό του, το πεπρωμένο του αλλά και τρεις μάγισσες που τον διαβεβαιώνουν ότι είναι γραφτό του να γίνει βασιλιάς. Ωστόσο, για να το καταφέρει θα πρέπει να δολοφονήσει το νόμιμο ηγεμόνα. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία του «κουμπώνει» με την υποταγή στην προφητεία των μαγισσών και το φονικό ψηφιδωτό αρχίζει να φτιάχνεται, καθώς δολοφονούνται ένας ένας οι μάρτυρες των εγκλημάτων του και εν συνεχεία όποιος τον υποψιάζεται για έγκλημα.


«Τολμάω όλα όσα αρμόζει να κάνει ο άντρας, γιατί εκείνος που τολμάει πιο πολλά δεν είναι άντρας» παραδέχεται καθώς οδηγείται σε αλλεπάλληλα, αποτρόπαια εγκλήματα. Ο ένας φόνος οδηγεί στον επόμενο, αλλά στο τέλος η πτώση θα είναι σφοδρή.

 

Αλέξης Μινωτής (Μακμπέθ), Κατίνα Παξινού (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Ο Πίτερ Ακρόιντ επιμένει επίσης πως ως παιδί ο Σαίξπηρ άκουγε για μάγισσες που προκαλούσαν θύελλες και για νεράιδες της Ουαλίας που κρύβονταν στα χελιδονόχορτα. Σε όλη του τη ζωή ο συγγραφέας είχε μια πολύ αγγλική αίσθηση του υπερφυσικού και του θαυμαστού, προτίμηση που συμβαδίζει απόλυτα με μιαν αγάπη για τη φρίκη και τον εντυπωσιασμό σε όλες του τις μορφές. Έτσι, στον «Μακμπέθ» εισάγει φαντάσματα και μάγισσες σε έργο ιστορικού περιεχομένου, κάνει αισθητή την παρουσία φαντασμάτων και περιγράφει τις αιματοχυσίες.

 

• Η πρώτη παρουσίαση του «Μακμπέθ» στο Εθνικό Θέατρο ήταν το 1967 σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με τον ίδιο στον ομώνυμο ρόλο και την Κατίνα Παξινού σε εκείνον της λαίδης Μακμπέθ. «Περισσότερο ίσως από κάθε άλλη τραγωδία του Σαίξπηρ, ο "Μακμπέθ" αναδεύει μέσα σε μια θολή ατμόσφαιρα ακράτητου πάθους (για την εξουσία) και ασφυκτικής σύνθλιψης του ανθρώπου από το πάθος αυτό. Και τα δύο μαζί φέρνουν με άγριο καλπασμό στην κόλαση όπου βυθίζονται όχι μόνο τα ματωμένα, τυραννούμενα θύματα, αλλά προπάντων οι ίδιοι οι ανελέητοι θύτες, ο Μακμπέθ και η γυναίκα του, που τελικά καταντούν τα πιο άθλια θύματα του εαυτού τους. Αυτός ο "οίστρος ακολασίας" δεν δόθηκε στην προχθεσινή παράσταση» έγραφε στο «Βήμα» της εποχής ο Μάριος Πλωρίτης σε μια κριτική με τίτλο «Πάθος και κόλαση».


Αντιθέτως, ο Βάσος Βαρίκας σημείωνε στα «Νέα»: «Ο Μινωτής, ενσαρκώνοντας τον κεντρικό ήρωα, έδωσε στην ερμηνεία του την αυθεντικότητα της παρουσίας ενός καλλιτέχνη για τον οποίο η τεχνική δεν έχει μυστικά, αλλά γίνεται στα χέρια του εύπλαστο όργανο έκφρασης ή υποβολής και των πλέον αδιόρατων μεταπτώσεων».

 

Δημήτρης Παπαμιχαήλ (Μακμπέθ), Ελένη Χατζηαργύρη (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Η δεύτερη παρουσίαση ήταν το 1981, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στον ομώνυμο ρόλο και την Ελένη Χατζηαργύρη στο ρόλο της λαίδης Μακμπέθ. «Αγαπώ το έργο, μα και το φοβούμαι. Το αγαπώ, γιατί ήταν η πρώτη σαιξπηρική τραγωδία που διάβασα στη γλώσσα της. Το φοβούμαι γιατί είναι το πιο δύσκολο ίσως από όλα τ' άλλα του Βάρδου, μα και γιατί κουβαλάει το στίγμα μιας πρόληψης: πως ποτέ δεν πέτυχε.

 

Σε κάποια παλιότερη δεκαετία είχα γράψει πως έβλεπα το ζεύγος Μακμπέθ σαν το ζεύγος Περόν της Αργεντινής. Αυτή η αναφορά στη σύγχρονη τότε επικαιρότητα δεν σημαίνει βέβαια πως προφήτευα την Εβίτα, ούτε πως θα αντιμετώπιζα το σαιξπηρικό έργο σαν μουσικοχορευτικό υπερθέαμα. Κι όμως, όσο παράξενο και αν μας φαίνεται, σαν τέτοιο το είδε αρκετά συχνά η θεατρική του ιστορία» έγραφε τότε στο πρόγραμμα της παράσταση ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός.


Στο ίδιο κείμενο, επιχειρώντας μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο «τέρατα» πρωταγωνιστές, αναφέρει: «Της λαίδης η φαντασία δεν είναι μονάχα να εξουσιάζει. Είναι να έχει στο πλευρό της έναν γίγαντα. Η φαντασία αυτή όχι μόνο θρέφει έρωτα και θαυμασμό, μα και στεργιώνει ένα πείσμα και μια ατσαλένια δύναμη που εξαγιάζουν ακόμα και το έγκλημα. Μονάχα όταν αντιληφθεί πως "το παλτό του γίγαντα το φοράει ένας νάνος", για να θυμηθούμε μια φράση του έργου, θαυμασμός, έρωτας και οράματα μεγαλείου μαραζώνουν και πεθαίνουν, μη έχοντας πια κανένα στόχο».

 

• Βασισμένη στον «Μακμπέθ», όμως, είναι και μια αριστουργηματική ταινία με την υπογραφή ενός μετρ της εικαστικής τελειότητας: «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα (1957). Η υποβλητική δύναμη του έργου μεταφέρεται στον ιαπωνικό μεσαίωνα, ο αιμοσταγής ήρωας (στρατηγός Τακετόρι Ουασίντζου) υιοθετεί τις δραματουργικές προσταγές του θεάτρου Νο, ο ιαπωνικός πολιτισμός και τα μεταφυσικά στοιχεία αναμετριούνται με το παρελθόν της Σκωτίας και ο μέγας σκηνοθέτης καταθέτει μια αξεπέραστη ταινία.


Κατά τα άλλα, με την κατάρα του «Μακμπέθ» συνομίλησαν στις δικές τους κινηματογραφικές μεταφορές ο Όρσον Γουέλς (γύρισε την ταινία το 1948 σε 23 ημέρες και με προϋπολογισμό μόλις 700.000 δολάρια), ο Ρομάν Πολάνσκι (το 1971, ήταν μάλιστα η πρώτη του ταινία μετά τη βίαιη δολοφονία της συζύγου του Σάρον Τέιτ) και πιο πρόσφατα ο Τζάστιν Κουρζέλ, που έδωσε στους Μάικλ Φασμπέντερ και Μαριόν Κοτιγιάρ τους ρόλους του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

 

Βασισμένη στον «Μακμπέθ», όμως, είναι και μια αριστουργηματική ταινία με την υπογραφή ενός μετρ της εικαστικής τελειότητας: «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα (1957).

 

• Ποτισμένες από τα φίλτρα και τις προσταγές των μαγισσών, οι σελίδες του «Μακμπέθ» κουβαλούν τους δικούς τους μύθους. Για παράδειγμα, θεωρείται τόσο καταραμένο το κείμενο, που οι συντελεστές της εκάστοτε παράστασης αποφεύγουν να προφέρουν τον τίτλο του σαιξπηρικού έπους μέσα στο θέατρο.


Η διαδεδομένη αυτή πρόληψη, η οποία ασφαλώς δεν αποθάρρυνε τους κορυφαίους της υποκριτικής να αναμετρηθούν μαζί του (δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς πως οι τρεις κορυφαίες ερμηνείες στις αγγλικές σκηνές είναι αυτές των Λόρενς Ολίβιε το 1955, Ίαν ΜακΚέλεν το 1976 και Άντονι Σερ το 1999), οφείλεται στην πεποίθηση ότι ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε στο κείμενό του πραγματικά ξόρκια. Επίσης, καθώς στα μάγια πάντα αναζητάμε το αντίδοτο, αν κάποιος ξεχαστεί και πει «Μακμπέθ» στο θέατρο, η «γιατρειά» έρχεται από την απαγγελία ενός στίχου από τον «Άμλετ» ή έστω από τον «Έμπορο της Βενετίας».

 

• Έχουμε, όμως, και οπερατική εκδοχή του σαιξπηρικού έργου, ένα ακόμα έπος που μας κληροδότησε ο Τζουζέπε Βέρντι. Το έργο, στην πρώτη του εκδοχή, γιατί αργότερα ακολούθησαν διάφορες παρεμβάσεις από τον συνθέτη, έκανε τελικά πρεμιέρα στο Τεάτρο ντέλλα Πέργκολα της Φλωρεντίας, στις 14 Μαρτίου 1847, και η πρεμιέρα υπήρξε ένας πραγματικός θρίαμβος.

 

Το κοινό υποχρέωσε τους τραγουδιστές να επαναλάβουν τρία μουσικά μέρη και ο Βέρντι κλήθηκε στη σκηνή 25, κατ' άλλους 38 ή και 52 φορές. Οι λιγοστές επιφυλάξεις δεν αφορούσαν τη μουσική αλλά το θέμα, καθώς οι Ιταλοί θεωρούσαν πως η δουλειά ενός συμπατριώτη τους μουσουργού δεν ήταν να αναζητά ξένα, φανταστικά θέματα, αλλά να παντρεύει την ιδιοφυΐα του με τις παραδόσεις του λαού του.

 

Ο κόσμος του «Μακμπέθ» είναι κόκκινος. Ένας κόσμος πολέμου, αιματοβαμμένος, πνιγμένος κυριολεκτικά στο αίμα.


Παρ' όλα αυτά, η προετοιμασία του υπήρξε μια πραγματική κόλαση για τους συνεργάτες του Βέρντι. Στα απομνημονεύματά της, η Μαριάννα Μπαρμπιέρι Νινί, πρώτη λαίδη Μακμπέθ, θυμάται πως ο μέγας συνθέτης υποχρέωσε αυτήν και τον Βαρέζι, που είχε επιφορτιστεί με τον ομώνυμο ρόλο, να επαναλάβουν το ντουέτο της πρώτης πράξης 150 φορές. Αντίστοιχα, οι υποδείξεις του συνθέτη για τον ρόλο του Μακμπέθ ήταν να τραγουδά sotto voce, δηλαδή χαμηλόφωνα: «Δεν θα πάψω να σου υπενθυμίζω να μελετάς το κείμενο και τη σκηνική ερμηνεία. Η μουσική θα έρθει από μόνη της» του έλεγε.

 

«Έχω σχεδόν ξεχάσει τι γεύση έχει ο φόβος. Παλιότερα οι αισθήσεις μου παγώναν όταν άκουγα κραυγή τη νύχτα και μια ιστορία τρομακτική έκανε τα μαλλιά μου να ορθώνονται λες κι ήταν ζωντανά. Τη χόρτασα τη φρίκη: ο τρόμος είναι πια οικείος στις φονικές μου σκέψεις, που δεν μπορεί να με ταράξει».

 

 

 

Μακμπέθ, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

7 Φεβρουαρίου έως 8 Μαρτίου στο Εθνικό Θέατρο - Κεντρική Σκηνή (Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, Ομόνοια, 210 5288170)

12 Μαρτίου έως 12 Απριλίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, 210 4143310)

Τετάρτη: 19:00, Πέμπτη-Παρασκευή: 20:30, Σάββατο: 17:30 & 20:30

 

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Νάθενα

Μουσική και σχεδιασμός ήχου: Μίνως Μάτσας

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Κίνηση: Θανάσης Ακοκκαλίδης

Συνεργάτις Σκηνοθέτης: Αναστασία Διαμαντοπούλου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Στέλλα Ψαρουδάκη

Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Δάφνη Φωτεινάτου

Βοηθός συνθέτη: Δήμητρα Αγραφιώτη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Βασίλης Καραμπούλας, Μαρία Κίτσου, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Αναστάσης Λαουλάκoς, Δημήτρης Λιγνάδης, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιώργος Μπένος, Γιώργος Μπινιάρης, Ράνια Οικονομίδου, Τζέο Πακίτσας, Ορέστης Τζιόβας, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος

Θέατρο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2020: Αυτό είναι το αναλυτικό πρόγραμμα

Θέατρο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2020: Αυτό είναι το αναλυτικό πρόγραμμα

30.3.2020
Ακούστε την Κατίνα Παξινού να διαβάζει ολόκληρη τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη (266 λεπτά)

Θέατρο Ακούστε την Κατίνα Παξινού να διαβάζει ολόκληρη τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη (266 λεπτά)

20.3.2020
Το θέατρο στο ίντερνετ: Η Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά

Θέατρο Το θέατρο στο ίντερνετ: Η Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά

18.3.2020
Ο Ανέστης Αζάς και η Λένα Κιτσοπούλου κάνουν φύλλο και φτερό το ελληνικό καλοκαίρι

Θέατρο Ο Ανέστης Αζάς και η Λένα Κιτσοπούλου κάνουν φύλλο και φτερό το ελληνικό καλοκαίρι

12.3.2020
Οι Αθώοι, Εγώ και η άγνωστη στην άκρη του επαρχιακού δρόμου

Θέατρο Οι Αθώοι, Εγώ και η άγνωστη στην άκρη του επαρχιακού δρόμου

11.3.2020
Κέλυφος δίχως ψυχή: Κριτική για τον «Μακμπέθ» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη

Θέατρο Κέλυφος δίχως ψυχή: Κριτική για τον «Μακμπέθ» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη

6.3.2020
16 παραστάσεις για όλα τα γούστα

Θέατρο 16 παραστάσεις για όλα τα γούστα

4.3.2020
Ανδρέας Κεντζός: O «Βασιλιάς Αλέξανδρος» είναι μια ιστορία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, άνοιας και παράνοιας

Θέατρο Ανδρέας Κεντζός: O «Βασιλιάς Αλέξανδρος» είναι μια ιστορία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, άνοιας και παράνοιας

4.3.2020
Δραματουργία και σκηνοθεσία. Του Δημήτρη Δημητριάδη

Θέατρο Δραματουργία και σκηνοθεσία. Του Δημήτρη Δημητριάδη

3.3.2020
«Το Σύστημα του Πόντζι»: Τέσσερις νέοι ηθοποιοί μιλούν για το χρήμα, την απληστία και το θέατρο

Θέατρο «Το Σύστημα του Πόντζι»: Τέσσερις νέοι ηθοποιοί μιλούν για το χρήμα, την απληστία και το θέατρο

3.3.2020