Θέατρο

Δημήτρης Παπαδημητρίου: «Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα καλόγερος και Δον Ζουάν»

Ο συνθέτης μιλά για το μεγάλο στοίχημα της φετινής θεατρικής σεζόν, τη μεταφορά σε μορφή μουσικής παράστασης του θρυλικού «Moby Dick» του Χέρμαν Μέλβιλ στη σκηνή του Παλλάς, όπου υπογράφει τη σύνθεση αλλά και το λιμπρέτο.

Ας ξεκινήσουμε με τη δική σας, προσωπική σύνδεση με το έργο. Πώς νιώσατε όταν πρωτοδιαβάσατε τον «Moby Dick»;

Η πρώτη ανάγνωση είναι η ανάγνωση μιας περιπέτειας. Έχει το στοιχείο του συνταρακτικού, του υπεράνθρωπου και του υπερκόσμιου, πράγματα τα οποία γενικά παίζουν πολύ στην παιδική φιλολογία, όπως επίσης και το θρίλερ. Σε αντίθεση, δηλαδή, με ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί, στα παιδιά αρέσει οτιδήποτε δεν είναι πολύ παιδικό. Απόδειξη είναι, για παράδειγμα, τα αγγλικά παιδικά βιβλία, που έχουν όλα αυτά τα δαιμονικά στοιχεία και τις μάγισσες. Ο «Χάρι Πότερ» είναι ένα ολόκληρο σύμπαν που εκ πρώτης όψης δεν είναι παιδικό.


Κάποια στιγμή είχαμε παραγγείλει, ως «Ελληνικό Σχέδιο», να μας φτιάξουν ιστορίες, όπως είναι «Ο Πέτρος και ο λύκος», δηλαδή παραμύθια με μουσική. Μία κοπέλα έφερε ένα παραμύθι, το οποίο ήταν παραδοσιακό. Δεν έχω ακούσει πιο σκληρό, αιματηρό, massacre παραμύθι για παιδιά ποτέ ξανά στη ζωή μου!


O «Moby Dick», φυσικά, απέχει παρασάγγας. Είναι ένα ρομαντικό έπος, ενώ έχει και το δαιμονικό και το υπερφυσικό στοιχείο σε λελογισμένα δεδομένα. Έτσι, στα παιδιά αρέσει πάρα πολύ.

 

— Ειδικά αν μιλάμε για απλουστευμένες διασκευές που κυκλοφορούν στις σειρές παιδικής λογοτεχνίας.

Ναι, νομίζω ότι υπάρχει μία έκδοση που είναι κατά πολύ συντομευμένη. Εγώ, όμως, δεν είχα διαβάσει ως παιδί κάτι μικρό – κάτι πολύ μεγάλο είχα διαβάσει, αλλά και πάλι δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς αν ήταν το πλήρες έργο ή όχι. Καθώς περνούσαν τα χρονιά, ανά 10ετία, 15ετία, 20ετία, τύχαινε και το ξαναδιάβαζα με τον α' ή β τρόπο.


Σε μια ηλικία γύρω στα 30+, μπορούσα πια να καταλάβω ταυτόχρονα όλα τα επίπεδα, ή έστω να τα υποψιαστώ, ενώ είχα κάνει κάποια μαθήματα σύνθεσης στο Tanglewood της Μασαχουσέτης. Εκεί ο Ναθάνιελ Χόθορν, ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας, είχε χαρίσει το εξοχικό του στην Boston Symphony Orchestra, και παραδίδονταν καλοκαιρινά σεμινάρια. Μέσα στο σπίτι του Χόθορν γινόντουσαν τα μαθήματα σύνθεσης με σπουδαίους καθηγητές, όπως ο John Williams, o Steve Reich και άλλοι.

 

Πολλές φορές, αντιπαραβάλλω τον «Moby Dick» με το να πας στην Ακρόπολη και να πάρεις μαζί και τα παιδιά, γιατί καλό είναι να τη δουν. Έτσι δεν είναι; Αλλά τα παιδιά, άραγε, θα καταλάβουν το μεγαλείο του Φειδία; Θα καταλάβουν τους πυθαγόρειους αριθμούς, το φ και το π, τους Φιμπονάτσι; Θα καταλάβουν την κυκλικότητα που υπό γωνία φαίνεται ευθεία; Τίποτα δεν θα καταλάβουν!

 

Στο Nathaniel Hawthorne Cottage, λοιπόν, βρεθήκαμε επτά συνθέτες από όλο τον κόσμο. Απόρησα, γιατί περίμενα ότι θα δω ένα κτίριο που έχει αναγερθεί στη μνήμη του συγγραφέα. Τελικά, όμως, ήταν ένα σπιτάκι και, όταν τους ρώτησα γιατί το λένε έτσι, μου είπαν ότι εκεί ήταν το σπίτι του και τους το είχε χαρίσει. Και μάλιστα μου είπαν ότι «εδώ δίπλα, στην άλλη αίθουσα, ήταν που ο Μέλβιλ διάβασε τον "Moby Dick" στον Χόθορν». Ήτανε φίλοι, μαθητής και δάσκαλος, και του το αφιέρωσε. Όταν άνοιξαν την πόρτα, ξαφνικά είπα: «Ο Moby Dick!».

 

— Τότε, δηλαδή, βρίσκουμε τα πρώτα ψήγματα γι' αυτό που θα δούμε σήμερα.

Καταρχάς υπήρχε συγκίνηση για κάποιο λόγο. Αλλά δεν είπα μια μέρα «και τώρα τι θα γράψουμε;» και αποφάσισα από κάποια υποψήφια έργα να κάνω αυτό. Δεν έγινε έτσι. Δεν γίνεται ποτέ έτσι! Στην πραγματικότητα αυτό που ισχύει είναι ότι συνέλαβα τον εαυτό μου να το ανακοινώνει χωρίς να το έχει σκεφτεί. Δεν είναι, όμως, η πρώτη φορά. Έτσι έγινε και με το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» – άλλο μεγάλο έργο, τέσσερις ώρες στην αρχική του γραφή, αν και η παράσταση διαρκούσε τρεις ώρες και κάτι. Το ίδιο ισχύει κι εδώ. Αν και στην αρχή ήταν τέσσερις ώρες και κάτι, τελικά η παράσταση διαρκεί τρεις ώρες.


Είναι κάτι σαν ένας μικροοργανισμός να επωάζεται μέσα σου, στον εγκέφαλό σου, και κάποια στιγμή εκρήγνυται κι έτσι σ' έχει καταλάβει. Ξεκινάς να το κάνεις χωρίς ούτε να ξέρεις το τέλος ούτε να έχεις το όλον – απλά ξεκινάς. Η αρχή είναι σίγουρα το ήμισυ του παντός, σε αυτή την περίπτωση.

 

O «Moby Dick» είναι ένα ρομαντικό έπος, ενώ έχει και το δαιμονικό και το υπερφυσικό στοιχείο σε λελογισμένα δεδομένα. Έτσι, στα παιδιά αρέσει πάρα πολύ. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Πώς εμπεριέχονται οι θεματικές αυτού του μνημειώδους έργου στη δική σας μουσική σύνθεση; Πώς έγινε, δηλαδή, η σύνδεση των νοημάτων με τη μελωδία;

Σε πολύ μεγάλο βαθμό έγινε αυτό που πάντα ζήλευα και δεν το είχα κάνει στη συνθετική μου ζωή. Εγώ, παράλληλα με τη μουσική, είχα και μια διάθεση λογοτεχνικής συγγραφής. Μάλιστα, ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου επέμενε ότι έχω πολύ μεγαλύτερη έφεση στη λογοτεχνία απ' ό,τι στη μουσική. Η μουσική μαθαίνεται, τη φέρεις αλλά φυσικά θέλει και εκπαίδευση, ενώ με τη γλώσσα έχεις καθημερινή τριβή. Είναι λογικό σε κάποιον που έχει και τις δύο τάσεις, να προηγείται η γλώσσα.

 

Πάντως, εγώ ποτέ δεν άφησα το λογοτεχνικό κομμάτι, απλά μ' έναν τρόπο το κατάπια μέσα στη μουσική. Έτσι, όλα τα τραγούδια που έχω γράψει έχουν μια σοβαρή λογοτεχνική διάσταση, ακόμη και τα στιχουργήματα. Τον στίχο δεν τον θεωρώ καθόλου υποδεέστερο. Ο στίχος είναι ο μπαμπάς και η ποίηση είναι η μουσική. Πάντα, λοιπόν, αυτό που ζήλευα, ξεκινώντας από τον Όμηρο, είναι όταν η μουσική και ο στίχος βγαίνουν ταυτόχρονα από τον ίδιο άνθρωπο. Είναι μια διαδικασία, ένα state of mind, που εμείς, μαθαίνοντας μουσική σε μεγάλη ανάλυση και αποκλείοντας τη λογοτεχνική εκπαίδευση από τα ωδεία, τα διαχωρίζουμε τελείως. Εγώ δεν τα διαχώρισα μέσα μου, αλλά τα καλλιεργούσα, τελείως μακριά το ένα απ' το άλλο.

 

Υπάρχει ένα τραγούδι μου, το «Κεραυνός κι αστραπή», που το έχει πει ο Παντελής Θαλασσινός σε μία σειρά. Ήταν ένας αυτοσχεδιασμός που άρεσε πολύ στη Μιρέλλα Παπαοικονόμου και επέμενε ότι αυτό έπρεπε να είναι το τραγούδι των τίτλων. Έτσι έδωσα τη μελωδία διαδοχικά σε αρκετούς φίλους στιχουργούς και ποιητές για να γράψουν κάτι. Επειδή ήταν περίεργη, κανείς δεν τα κατάφερε. Είχαμε, όμως, ελάχιστο χρόνο – έπρεπε μέσα σε πέντε μέρες να παίζεται στις οθόνες. Τελικά, επειδή δεν έβγαινε άκρη, το έγραψα εγώ. Είναι ίσως η μοναδική φορά (που έγραψα στίχους εγώ), πέρα από μια άλλη, πολύ πιο παλιά, που είχα γράψει ένα τραγούδι με δικούς μου στίχους και δική μου μουσική. Έχω γράψει κι ένα τρίτο, που η μουσική είναι άλλου. Δεν είχα, όμως, παντρέψει ποτέ αυτά τα δύο μαζί.

 

 

Στον «Moby Dick» ήταν η πρώτη φορά που πέρασα από αυτήν τη ζηλευτή διαδικασία της ταυτόχρονης γέννας μουσικής και στίχου. Είναι κάτι που δεν θα είχα καταφέρει, αν εν τω μεταξύ δεν είχα ασκηθεί ιδιαίτερα στις μεγάλες φόρμες της συμφωνικής ορχήστρας. Ας πούμε, πριν από είκοσι χρόνια, δεν θα είχα πρόβλημα να γράψω κάποιους μονολόγους ή κάποια τραγούδια, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να έχω έναν ειρμό που να διατρέχει όλο το έργο.

 

— Αυτό που θα δούμε το χαρακτηρίζετε μουσική παράσταση;

Είναι 100% μουσική παράσταση – από άκρο σε άκρο. Αυτή η δουλειά είναι θέατρο. Αν με ρωτήσετε τι από τα δύο είναι, θα σας έλεγα ότι είναι ένα είδος θεάτρου κι όχι ένα μουσικό είδος.

 

— Όπως η όπερα, ας πούμε.

Ακριβώς, γιατί εκεί καταπιέζεται το θέατρο και εμφανίζονται οι συμβάσεις. Στη σκηνή της ταβέρνας, για παράδειγμα, στην όπερα θα είχαμε στα δέκα-είκοσι δευτερόλεπτα το χορευτικό, οι υπόλοιποι θαμώνες θα κάθονταν και δεν θα ακούγονταν, θα ακούγονταν μόνο οι δύο πρωταγωνιστές ή ο ένας. Όλα σταματάνε, δηλαδή υπάρχει τεράστια σύμβαση που δεν νομίζω ότι μπορεί να ζήσει πια, στον σύγχρονο κόσμο. Επίσης έχουμε την τεχνολογία και, μέσω αυτής, τη συνύπαρξη πολλών επιπέδων και στον ήχο.


Εδώ, λοιπόν, χορεύουν, τραγουδούν, γίνεται ένα περίεργο παιχνίδι ανάμεσα σε δύο άτομα, ενώ ταυτόχρονα οι άλλοι συζητούν, κάνουν τα δικά τους και κάποια στιγμή συμμετέχουν όλοι μαζί στο ίδιο παιχνίδι. Ή στο καράβι, την ίδια ώρα που το πλήρωμα διασκεδάζει, εκτυλίσσεται μια διαφορετική συζήτηση μεταξύ δύο ατόμων, χαμηλόφωνα. Αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν στην όπερα, αλλά μπορούν να σταθούν πια στο μιούζικαλ, γιατί έχουμε τα μικρόφωνα και την κινηματογραφική εμπειρία. Είναι ένα θεατρικό είδος. Όλα είναι γραμμένα ώστε να είναι θέατρο και η μουσική δεν έχει συμβιβασμό – αλλά ούτε το θέατρο έχει! Σ' ένα έργο που περιέχει φαλαινοθηρίες, ταξίδια από τον Βόρειο Πόλο στο Νότιο και ξανά πάνω, περπάτημα εκατοντάδων χιλιομέτρων και άλλα τέτοια διάφορα, η χρήση της νέας τεχνολογίας είναι καταλυτική.

 

Εγώ λοιπόν πιστεύω στην ταλάντωση και όχι στην ευθεία πορεία. Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα καλόγερος και Δον Ζουάν. Πρέπει να μπορεί να ταλαντούται. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

— Περιμένουμε, λοιπόν, κάτι πολύ εντυπωσιακό και σε τεχνολογικό επίπεδο, με το 3D animation που έχετε χρησιμοποιήσει, τα ολογράμματα κ.λπ. Πώς αποφασίσατε με τον Γιάννη Κακλέα (σ.σ. ο σκηνοθέτης της παράστασης) ότι είναι απαραίτητες αυτές οι τεχνικές στη δική σας ανάγνωση;

Η πρώτη ιδέα είναι να κάνεις θέαμα, αλλά το θέαμα είναι το είδος. Το γένος είναι το θέατρο. Το θέαμα εμπεριέχεται στο θέατρο, είναι ένα στοιχείο του. Όμως, δεν μπορεί να υπερβεί και να καταλύσει την πεμπτουσία. Εδώ, λοιπόν, έπρεπε να υποταχθεί η τεχνολογική ευχέρεια. Ο ρεαλισμός που μπορεί να σου προσφέρει το 3D animation και το ολόγραμμα είναι τεράστιος. Τον θέλεις, όμως, στο θέατρο; Μήπως εκεί ξαφνικά αλλάζουμε είδος και πάμε στην τηλεόραση, στο σινεμά ή στο ντοκιμαντέρ;


Τα ολογράμματα διαρκούν συνολικά μισή ώρα μέσα στην παράσταση – τεράστια διάρκεια ως κόστος. Τις υπόλοιπες δυόμισι ώρες έχουμε πολλά σκηνικά, τα οποία είναι σε μια αγαθή συνύπαρξη με το ολόγραμμα. Έτσι το παραμυθένιο στοιχείο δεν μπορεί να χαλάσει, ενώ παράλληλα διατηρούμε τη δομή του έπους. Δεν έχουμε μία ιστορία, έχουμε όλες τις ιστορίες μέσα – κάποιες φορές ως νύξεις.

 

Όμως, όχι απλώς δεν κόψαμε κορμό, αλλά ούτε καν μεγάλο κλαρί από το έργο. Κόψαμε μικρά κλαράκια για να φτάσει στις τρεις ώρες. Εγώ, βέβαια, τα έγραψα και αυτά, αλλά στην παράσταση είμαστε ελαφρώς πιο light. Εύλογο είναι αυτό. Κάτω από άλλες συνθήκες ακούς ένα CD κι αλλιώς βλέπεις μια παράσταση.


Επίσης, θα τολμήσω να πω ότι πιο πολύ «με τρώει» να ξυπνήσω το παραμύθι για τους μεγάλους παρά να πω ένα παραμύθι στους μικρούς. Στους μικρούς θέλω να πω μια ιστορία για μεγάλους και στους μεγάλους ένα παραμύθι. Γι' αυτό και αντιτίθεμαι στην περιγραφή του όλου κόνσεπτ ως «για όλη την οικογένεια». Το «για την οικογένεια» σημαίνει ότι παίρνεις το παιδί και δεν πειράζει, θα το δεις κι εσύ. Δεν είναι έτσι. Είναι 100% για σένα και δεν πειράζει να πάρεις και το παιδί μαζί σου.

 

— Η απεύθυνση είναι διαφορετική. Άλλα πράγματα στοχεύετε να δείξετε στο παιδί και άλλα στους ενήλικες.

Σαφέστατα, βέβαια, θα πήγαινα τα σχολεία να το δουν, για να τους βάλω μέσα τον σπόρο που θα ανθίσει αργότερα πλήρως.

 

Θα τολμήσω να πω ότι πιο πολύ «με τρώει» να ξυπνήσω το παραμύθι για τους μεγάλους παρά να πω ένα παραμύθι στους μικρούς. Στους μικρούς θέλω να πω μια ιστορία για μεγάλους και στους μεγάλους ένα παραμύθι. Γι' αυτό και αντιτίθεμαι στην περιγραφή του όλου κόνσεπτ ως «για όλη την οικογένεια».

 

— Όπως έγινε και σ' εσάς...

Ναι, όπως έγινε και με όλη τη γενιά μου. Πολλές φορές αντιπαραβάλλω τον «Moby Dick» με το να πας στην Ακρόπολη και να πάρεις μαζί και τα παιδιά, γιατί καλό είναι να τη δουν. Έτσι δεν είναι; Αλλά τα παιδιά, άραγε, θα καταλάβουν το μεγαλείο του Φειδία; Θα καταλάβουν τους πυθαγόρειους αριθμούς, το φ και το π, τους Φιμπονάτσι; Θα καταλάβουν την κυκλικότητα που υπό γωνία φαίνεται ευθεία; Τίποτα δεν θα καταλάβουν! Θα τα διαισθανθούν όλα αυτά. Και αργότερα, αν τους αρέσουν, θα τα ψάξουν. Άρα το ότι παίρνεις και το παιδί μαζί σου στην Ακρόπολη είναι καλό, αλλά δεν μετατρέπει την Ακρόπολη σε Disneyland.

 

— Ποια είναι η δική σας σχέση με τη θάλασσα, που είναι βασικό στοιχείο του έργου;

Εδώ έχουμε ένα μεγάλο θέμα! Καταρχάς στο έργο η θάλασσα είναι το φόντο, η μήτρα. Σου επιτρέπει, δηλαδή, να απομονώσεις μια μικρή κοινωνία από όλη την υπόλοιπη, όπως περίπου κάνουν οι μικροβιολόγοι, που απομονώνουν τους μικροοργανισμούς και τους παρακολουθούν να αναπτύσσονται μόνοι τους.


Η δική μου η σχέση με τη θάλασσα είναι ιδιαίτερη από την πρώτη στιγμή. Για κάποιον λόγο ένιωθα μια τεράστια έλξη. Μικρός κολυμπούσα, αλλά όχι με τον τρόπο του αθλητισμού, των κολυμβητών. Μ' άρεσε πάρα πολύ να βυθίζομαι, δηλαδή η αίσθηση του αβαρούς και του άλλου κόσμου που είναι αποκομμένος.


Το πιο συνταρακτικό είναι όταν σε μετεφηβική ηλικία, στα 17 μου, κόντεψα να πνιγώ. Ήμασταν σε μια τρικυμία σχεδόν όλο το βράδυ και ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα πνιγούμε, είχαμε βρεθεί από πυρκαγιά στη θάλασσα για να σωθούμε. Τα μποφόρ ήταν πάνω από 8-9, οπότε η θάλασσα ήταν δαιμονισμένη. Ήμασταν μόνοι μας.

 

— Εδώ στην Ελλάδα έγινε αυτό;

Ναι, μεταξύ Σκοπέλου και Ευβοίας. Ανοιχτήκαμε πάρα πολύ. Εκεί υπάρχει ένα τεράστιο ρεύμα, το οποίο σε πάει απέναντι, στην Κύμη.

 

— Ήσασταν με ιστιοπλοϊκό ή με βάρκα;

Όχι, ήμασταν πέντε άτομα σε ένα μονό φουσκωτό στρώμα θαλάσσης.

 

Όλα είναι γραμμένα ώστε να είναι θέατρο και η μουσική δεν έχει συμβιβασμό – αλλά ούτε το θέατρο έχει! Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Τρομακτική εμπειρία!

Σωθήκαμε, βέβαια, αλλά αυτό επηρέασε τη σχέση μου με τη θάλασσα και με το μεταφυσικό, παρέχοντας άλλου τύπου διάσταση και εικόνα. Ίσως γι' αυτό μ' αρέσει τόσο και ο Αϊβαζόφκσι, γιατί έλκεται πάρα πολύ από τις τρικυμίες. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τον Τέρνερ, ο οποίος δεν έχει τόσο την τρικυμία στο μυαλό του.


Πριν απ' αυτό, όμως, σαν να ήξερα πως κάτι θα συμβεί με τη θάλασσα. Στην πρώτη γυμνασίου, που πήγαινα σχολείο στον Άγιο Νείλο, έκανα με τα πόδια όλη τη διαδρομή στην παραλία του Πειραιά, ένα μισάωρο περπάτημα περίπου, και μ' άρεσε πολύ η αίσθηση της τρικυμίας πάνω στα βράχια. Έχω λοιπόν μια περίεργη σχέση αγάπης, έχει σταματήσει σχεδόν η παιδική επαφή, η κολυμβητική, δεν έχω ανάγκη να μπω και να κολυμπήσω. Αλλά αν μου πεις να πάω σε ένα μέρος, θα σκεφτώ αν έχει θάλασσα. Και δεν είναι μόνο η θάλασσα, μ' αρέσει πολύ και η λίμνη, ο καταρράκτης, το ποτάμι.

 

— Μου είπατε ότι αυτή η εμπειρία σάς έκανε να αναθεωρήσετε και σε σχέση για τη μεταφυσική. Τι εννοείτε; Έχετε μεταφυσικές αναζητήσεις γενικότερα;

Δεν έχω περισσότερες από ό,τι ο κάθε άνθρωπος. Η μεταφυσική δεν είναι κάτι άλλο πέρα από αυτό που υποθέτεις, μετά από το όριο της γνώσης, το οποίο είναι μεταθετό. Δηλαδή μπορεί να αποδειχθεί κάτι το οποίο μέχρι χθες ήταν μεταφυσική. Το ότι η γη είναι στρογγυλή ήταν μεταφυσική υπόθεση, μέχρι που έγινε όντως στρογγυλή γιατί το αποδείξαμε, κι έγινε μεταφυσική κάτι άλλο. Ο άνθρωπος, προσπαθώντας πάντα να ξεπεράσει τα όριά του, εικάζει τα μη αποδείξιμα. Θεωρώ μεγάλη αφέλεια να μη δέχεσαι ότι υπάρχει το μεταφυσικό στοιχείο, διότι είναι το επόμενο βήμα της ανθρωπότητας.

 

Υπάρχει μεγάλη διαφορά όμως ανάμεσα στη δεισιδαιμονία και τη μεταφυσική, και αυτό ο «Moby Dick» το περιγράφει ευθαρσώς. Ο Αχαάβ παλεύει να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οιωνός. Δεν δέχεται ότι όλοι οι ναυτικοί πιστεύουν σε δεισιδαιμονίες, όμως ταυτόχρονα παλεύει να ανατρέψει και έναν χρησμό. Κάποια στιγμή ακούνε οι ναυτικοί φωνές, σαν σειρήνες, και τις θεωρούνε κακό οιωνό, και ο Αχαάβ λέει πως είναι οι φώκιες που κλαίνε, όταν έχουν χάσει τα μωρά τους. Δηλαδή πάντα τους γειώνει ο καπετάνιος. Ο Θεός είναι μεταφυσική αλλά άμα το ονομάσεις αλλιώς παύει να 'ναι. Αν το ονομάσεις ένα νοητό κουτί όλων των καλών και δημιουργικών σχέσεων και σκέψεων που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, γίνεται ένα κατασκεύασμα του μυαλού. Το να σκεφτείς ότι ο Θεός είναι ένας κύριος με μούσια άσπρα, αυτό είναι δεισιδαιμονία.

 

— Η έμμονη ιδέα που μπορεί να σε κατατρέχει σε όλη σου τη ζωή είναι ένα θέμα που επίσης διατρέχει το έργο. Κατά τη διάρκεια της δικής σας καλλιτεχνικής πορείας, σας γεννήθηκαν ποτέ εμμονές, δημιουργήθηκαν καλλιτεχνικές αναζητήσεις εμμονικές, που σας κατέτρεχαν για χρόνια;

Αυτό δεν το δέχομαι, καταρχάς για τον «Moby Dick», με ευκολία. Εύκολα το λένε και για όλα τα πράγματα υπάρχει μια καλή λέξη και μια κακή. Στοχοπροσήλωση είναι η μια και η άλλη είναι εμμονή. Η κατακριτέα, και από τους θεούς στην αρχαιότητα, καταδικαστέα κατάσταση, είναι όταν η στοχοπροσήλωση ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και αρχίζει να γίνεται απάνθρωπη ως προς τον εαυτό σου ή ως προς τους άλλους. Ο Αχαάβ διατρέχει όλο τον δρόμο, δηλαδή υπάρχει η στιγμή που πραγματικά αποδεικνύεται απάνθρωπος, έχει τον στόχο του πάνω από όλους και όλα, πάνω κι από τον εαυτό του. Πάνω απ' τους φίλους του, πάνω από την φιλευσπλαχνία που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος, πάνω απ' το πλήρωμα του. Είναι σοφόκλειος ήρωας, οι ήρωες του Σοφοκλή είναι εμμονικοί και τιμωρούνται γι' αυτό, γιατί κάτι μέσα τους έχει κλειδώσει και δεν μπορεί να τους κάνει να δουν τη ζωή αλλιώς.


Στη δική μου λοιπόν περίπτωση ο κίνδυνος ελλοχεύει, αλλά δεν νομίζω ότι την έχω πατήσει γιατί ταυτόχρονα γνώρισα νωρίς ανθρώπους οι οποίοι με το παράδειγμά τους και με τα λόγια τους με έκαναν να σκεφτώ και να καταλάβω κάποια πράγματα. Πρώτος από όλους ήταν ο πατέρας μου, βέβαια, αλλά πέραν αυτού είχα κι άλλους γύρω μου, όπως ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Μόραλης, ο Ελύτης, όλοι αυτοί με τους οποίους είχα σχεδόν καθημερινή σχέση, για πολλά χρόνια, σε καλή περίοδο για εμένα, νεαρή.

 

Σ' ένα έργο που περιέχει φαλαινοθηρίες, ταξίδια από τον Βόρειο Πόλο στο Νότιο και ξανά πάνω, περπάτημα εκατοντάδων χιλιομέτρων και άλλα τέτοια διάφορα, η χρήση της νέας τεχνολογίας είναι καταλυτική. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Σε περίοδο που ακόμα διαμορφωνόταν η προσωπικότητα σας;

100%, δηλαδή από τα 19 –18μιση συγκεκριμένα– μέχρι τα 25. Υπάρχει μια ρήση του Μιχάλη Κατσαρού, που ήταν και αυτός όχι στην ίδια, σε άλλη παρέα, αλλά επίσης φίλος. Έλεγε, λοιπόν «ονομάζω τέχνη, ζωή και έργο». Το σκέφτηκα καλά αυτό και κατάλαβα ότι δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ζωή. Θα μπορούσα να πάρω τον αντίθετο δρόμο και να σκέφτομαι μόνο την τέχνη, να μη με ενδιαφέρει η ζωή. Να αποκοπώ. Νομίζω ότι αυτό είναι λάθος και όχι μόνο για την τέχνη, που είναι αυτονόητο ότι μέσα της πρέπει να υπάρχει ζωή, αλλιώς δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ακόμα και ο Χόκινγκ θα μπορούσε να έχει στερηθεί τη ζωή υπέρ της επιστήμης, όμως δεν τη στερήθηκε καθόλου και φρόντισε να είναι πλήρης. Μπορεί η ζωή του να είχε πολύ περισσότερες εμπειρίες από τη δική μου, από ερωτικές μέχρι άλλες.

 

— Με βάση αυτά που γνωρίζουμε, έζησε γεμάτη ζωή.

Και δεν έπαθε απολύτως τίποτα η επιστήμη του από όλο αυτό. Ο Αχαάβ ξεκινάει στοχοπροσηλωμένος, ως ένα σημείο, ορμητικός, όμως «στα μεγάλα πράγματα, στα σπουδαία και τα υψηλά υπάρχει μια αλαζονεία, κάτι εωσφορικό, χωρίς αμφιβολία». Αυτό έλεγε ο μονόλογός του.


Εγώ λοιπόν πιστεύω στην ταλάντωση και όχι στην ευθεία πορεία. Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα καλόγερος και Δον Ζουάν. Πρέπει να μπορεί να ταλαντούται. Όταν είσαι σε δημιουργική φάση, δίνεσαι ψυχή τε και σώματι, και ουσιαστικά εκεί μέσα εμφυτεύεις τη λεία από τον πόλεμο της ζωής. Πολλοί λένε, ας πούμε, ότι όταν είσαι ερωτευμένος γράφεις σπουδαία πράγματα. Δεν ισχύει καθόλου. Όταν είσαι ερωτευμένος τα παρατάς όλα – και καλά κάνεις.

 

— Ζεις, ρουφάς αυτά που πρέπει να ρουφήξεις και τα χρησιμοποιείς μετά;

Μεταφέρεις τη λεία του πολέμου και πας και κάνεις έναν ωραίο ναό.

 

— Επιστρέφοντας στο έργο, έχουμε, εκτός των άλλων, μια πολύ ενδιαφέρουσα σύμπραξη μεταξύ του Ιδρύματος Ωνάση και των Θεατρικών Σκηνών. Είναι σαν όλα αυτά που πρεσβεύουν το Ίδρυμα Ωνάση και η Στέγη, που υποστηρίζουν την υψηλή καλλιτεχνία στην Ελλάδα, εσείς κάπως να τα φέρνετε στο Παλλάς, ένα πολύ μεγάλο εμπορικό θέατρο. Υφίσταται αυτός ο συσχετισμός; Θα τον δούμε και στο έργο;

Εννοείται! Η δική μου περίληψη, στον τρόπο διαχείρισης και εμφάνισης των πραγμάτων που γράφω, είναι σε μια επικεφαλίδα η συνεργασία αυτή – είναι όλα όσα έχω κάνει. Η Στέγη άνοιξε τα τελευταία 10-11 χρόνια. Εγώ ξεκίνησα 25-30 χρόνια πιο πίσω, έχω δουλέψει σε όλα σχεδόν τα θέατρα της Αθήνας, από τα μικρά μέχρι το Μέγαρο Μουσικής, και στο εξωτερικό. Έχω συνεργαστεί με θιασάρχες όλων των ειδών.

 

Εντάξει, δεν έχω κάνει Δελφινάριο, βέβαια, αλλά ξώφαλτσα μπορεί και να πέρασα κι από εκεί. Έχω, ας πούμε, φίλους, που δούλεψαν εκεί, το ξέρω το παιχνίδι. Στη τηλεόραση, όταν ξεκίνησα, δεν υπήρχανε πολλά παραδείγματα λαμπρών σίριαλ. Μάλιστα, με τη Μιρέλλα φτιάξαμε τη γλώσσα του ελληνικού λαϊκού σίριαλ, έτσι ώστε να είναι αποδεκτή μέσα στα αισθητικά και λογικά πλαίσια, να είναι δηλαδή ένα είδος τέχνης και αυτό. Και νομίζω ότι ως σύνολο το πετύχαμε.


Έτσι, λοιπόν, φτάνουμε στο σημείο όπου η Στέγη είναι ένα ίδρυμα το οποίο κατασκεύασε το σπίτι μου και τώρα το τρέχει ο αδερφός μου και η οικογένεια μου, εν πολλοίς. Στο Παλλάς έχω παίξει πάνω από 20 φορές, σε διάφορες περιπτώσεις και υπό διάφορους ιδιοκτήτες, που είναι όλοι φίλοι μου. Το να μπορέσω να επηρεάσω τη μεγάλη δύναμη ενός χώρου σαν το Παλλάς, που είναι μαγικός στην τοποθεσία του και στην ιστορία του, και ως ένα σημείο να συμβάλω ώστε να κρατηθεί στον δρόμο που θεωρώ ότι πρέπει να έχει, είναι για μένα πολύ σημαντικό. Όπως και το να βάλω την τεράστια ευεργετική επίδραση της Στέγης και της φιλοσοφίας της σε ένα μεγαλύτερο κανόνι, κοινωνικό κανόνι, που λέγεται Παλλάς – και το λέω για τη χωρητικότητα, ακόμα και για την απεύθυνση σε ένα κοινό, το οποίο de facto δεν είναι το κοινό της Στέγης, ούτε καν θέλει η Στέγη να έχει τέτοιο κοινό. Να μπορέσουν δηλαδή αυτές οι δύο δυνάμεις, οι οποίες δεν πρέπει να είναι αντίρροπες αλλά υπό γωνία, να βγάλουν μια καλή συνισταμένη.


Δεν είναι εύκολο. Ξέροντας όμως τους ανθρώπους πολύ καλά, κι από εδώ κι από εκεί, μπορούσα να δω με γυμνό μάτι ότι δεν είναι αντίρροπες οι δυνάμεις. Ούτε οι μεν είναι εστέτ, ούτε οι δε φτύνουν οτιδήποτε είναι σοβαρό. Κάθε άλλο, θα ήταν πολλαπλά ευχαριστημένοι εάν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα κόστη παραγωγής ενός Παλλάς με τα πιο υψιπετή έργα. Το θέμα είναι αν γίνεται. Εδώ λοιπόν καλούμεθα να επιτύχουμε.

 

Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Είναι 100% μουσική παράσταση – από άκρο σε άκρο. Αυτή η δουλειά είναι θέατρο. Αν με ρωτήσετε τι από τα δύο είναι, θα σας έλεγα ότι είναι ένα είδος θεάτρου κι όχι ένα μουσικό είδος. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

 

Moby Dick - The Musical, trailer

 

Συντελεστές

Κείμενο – Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας

Διεύθυνση Ορχήστρας: Πάνος Βλάχος

Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Αγγελική Τρομπούκη

Music co-ordinator: Τάσος Ρωσόπουλος

Υπεύθυνος ήχου, PA Front of House: Γιάννης Λαμπρόπουλος

Stage monitor: Νίκος Παππάς

Art Direction Video Υλικών: Στάθης Αθανασίου

3D Animation: Candy Shop VFX | Βαγγέλης Κουλουκύθας

Τεχνικός Διευθυντής Ολογραμματικής Προβολής: Βασίλης Λεωνιδόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Feli Moschos

Οργάνωση Παραγωγής: Δέσποινα Μπουρδέκα

Εκτέλεση Παραγωγής: Gg Productions

Διεύθυνση Παραγωγής: Κωνσταντίνος Σαγιάς

Υπεύθυνος Εκτέλεσης Παραγωγής: Σπύρος Χατζάνης

 

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Μπάμπης Βελισσάριος, Θοδωρής Βουτσικάκης, Αιμιλιανός Σταματάκης, Ivan Svitailo, Ορφέας Ζαφειρόπουλος

Συμπρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Δημήτρης Γεωργαλάς, Νικόλας Καραγκιαούρης, Jerome Kaluta, Βασίλης Κούρτης, Λίνος Μάνεσης, Θοδωρής Μπουζικάκος, Μάριος Πετκίδης, Γιάννης Στόλλας

Παίζουν ακόμα (αλφαβητικά): Samuel Akinola, Αντώνης Βλάχος, Κωνσταντίνος Ευστρατίου, Κώστας Μαγκλάρας, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Δημήτρης Σταματελόπουλος, Ορφέας Τσαρέκας, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Δημήτρης Φουρλής, Αλέξανδρος Ψυχράμης

 

Ορχήστρα Θεάτρου: Εντεκαμελής ορχήστρα

Back Tracks: Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών

Διεύθυνση Ορχήστρας Back Tracks: Πάνος Βλάχος

Ηχολήπτες Back Tracks: Γιάννης Λαμπρόπουλος / Νίκος Παππάς

Programmer Back Tracks: Αντρέας Αποστόλου

Music Coordinator, Tonn meister: Τάσος Ρωσόπουλος

Μουσική Σύνθεση / Ενορχήστρωση / Παραγωγή: Δημήτρης Παπαδημητρίου


Moby Dick

Από 28 Φεβρουαρίου 2020 στο Θέατρο Παλλάς

Πρόγραμμα παραστάσεων: Τετάρτη: 19:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο: 20:00, Κυριακή: 19:00

Τιμές εισιτηρίων: 80€ - 15€

Προπώληση: viva.gr

Θέατρο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια