Θέατρο

Δημήτρης Παπαϊωάννου: «Εννοείται ότι θα ξαναζήσουμε μαζί»

Πώς συνδιαλέγεται με τον εγκλεισμό και την απόσταση ένας καλλιτέχνης που κύριο χαρακτηριστικό του είναι το πλησίασμα των σωμάτων; Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μιλά για το μεγάλο ξεκαθάρισμα της νέας εποχής.

Αν ο χρόνος δεν σταματούσε στις 23 Μαρτίου, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου θα ετοιμαζόταν σήμερα, 6 Μαΐου, για τη μεγάλη πρεμιέρα της νέας του δουλειάς. Πιθανότατα θα είχε καταλήξει στον τίτλο, θα περιφερόταν, όπως λέει, «με τα νεύρα κουτάλια στη μεγάλη αίθουσα της Στέγης, επιχειρώντας με τους βοηθούς του (Τίνα Παπανικολάου, Στέφανο Δρουσιώτη) τις τελευταίες αλλαγές στους φωτισμούς». Θα είχε απαντήσει στα τηλεφωνήματα φίλων που θα τον βομβάρδιζαν με τις εντυπώσεις τους από την ανοιχτή προγενική δοκιμή, η συγκίνηση της επιστροφής στη σκηνή θα παρέμενε ατόφια και δυνατή.


Τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Η δημιουργία τραυματίστηκε βάναυσα, τα χορευτικά βήματα περιορίστηκαν στο αθηναϊκό του διαμέρισμα και στις βραδινές εξορμήσεις στην πόλη μετά την αποστολή sms, οι ιδέες, οι ανησυχίες, τα ντουέτα, σαν γλυπτά, της νέας παράστασης ενσωματώθηκαν στην καθημερινότητα που πρόσταζε η καραντίνα, οι φρενήρεις ρυθμοί πάτησαν φρένο και μετουσιώθηκαν σε μορφές αποτυπωμένες, έπειτα από άπειρες ώρες ζωγραφικής, στα τελάρα του.


Τα φυτά στη βεράντα του έχουν θεριέψει, τα χρώματα και οι ακουαρέλες του εξαντλήθηκαν, παλιές ταινίες επιστρατεύτηκαν, οι φωτογραφίες από τη νέα του δουλειά έμειναν να θυμίζουν τα πρώτα βήματα μιας παραγωγής που πραγματευόταν τους αμοιβαίους φόνους που απαιτεί η διαδικασία διαδοχής πατέρα και γιου. «Είναι ο θάνατος που έρχεται για να μπορέσει να ζήσει η επόμενη εποχή. Το αίσθημα είναι η πατρότητα ως ένα ιερό πράγμα και ως κάτι που θυσιάζεται μετά από σκληρή μάχη, προκειμένου να δημιουργηθεί η επόμενη πραγματικότητα» λέει.

 

Ο μεγάλος μου θρήνος από την περίοδο είναι η έλλειψη της στενής σωματικής επαφής με τους ανθρώπους. Στις παραστάσεις μου, ούτως ή άλλως, κυριαρχούν η αγκαλιά, η επαφή, το πείραγμα.

Σε μια εποχή που οι κοινωνίες συνδιαλέχθηκαν ανοιχτά με τον θάνατο, ο κορυφαίος Έλληνας σκηνοθέτης απενοχοποιημένα αναζήτησε στιγμές απομόνωσης, άφησε κλειστές τις σημειώσεις και παραμέρισε το αδηφάγο του καρνέ, το οποίο αμέσως μετά την πρεμιέρα θα γέμιζε ημερομηνίες και πόλεις που θα τον διεκδικούσαν στα πέρατα του κόσμου.


«Η κρυφή αίσθηση ότι δεν υπάρχουν υποχρεώσεις είναι η πιο δυνατή διάσταση της καραντίνας. Είχα χρόνια να γίνω μάρτυρας της άνοιξης. Eίχα πολύ καιρό να απολαύσω το σπίτι μου τόσες συνεχόμενες ημέρες. Ήμουν μονίμως σε ένα αεροπλάνο, σε έναν αφόρητο κλιματισμό. Ερχόμουν για λίγο πίσω, έπαιρνα μικρές γεύσεις άνοιξης και ουρανού, τα έβρισκα όλα έτοιμα και ανθισμένα, αλλά σπανίως βίωνα τη διαδικασία όλων αυτών των πολλαπλών γεννήσεων της φύσης. Ακόμα πιο σπάνια απολάμβανα τους μεγάλους περιπάτους στην πόλη, τα λίγα βήματα κάτω από τον ήλιο στο μπαλκόνι. Πλέον αναρωτιέμαι για ποια δουλειά αξίζει τον κόπο να χάνεις την άνοιξη».

 

— Σου στοίχισε το σερί αναβολών, αρχικά της Στέγης, έπειτα του Φεστιβάλ της Αβινιόν, έπειτα της παγκόσμιας περιοδείας; 

Αρχικά, όλοι λίγο-πολύ ανακουφιστήκαμε, παίρνοντας αποστάσεις από τις ζωές μας, γιατί το στρες στο οποίο κολυμπούσαμε ήταν τεράστιο. Ένιωσα σαν το παιδί που χαίρεται όταν δεν έχει σχολείο. Δεν μου είναι άγνωστη η απομόνωση στο σπίτι, ούτε το να κατεβάζω ρυθμούς σαν να μπαίνω σε χειμερία νάρκη. Στη Γαύδο επί χρόνια κάνω αυτό ακριβώς. Πολύ καινούργια μού ήταν η αίσθηση ότι δεν χρειαζόταν να αισθανθώ τύψεις που απείχα. Περνώντας οι μέρες, διαπίστωνα πως αυτή η εμπειρία της αγρανάπαυσης που εγώ απολάμβανα σήμαινε την κατάρρευση του σχεδίου που είχαμε εκπονήσει για την παράσταση. Την εβδομάδα που χρειάστηκε να αποφασίσω την ακύρωση της πρεμιέρας, να γίνω αυτός που θα θυσίαζε τα σχέδιά μας και θα έπαιρνε μια απόφαση που θα αφορούσε και το μέλλον των υπολοίπων, έχασα τον ύπνο μου. Αναρωτιόμουν εάν είμαι βλάκας, αν δεν καταλαβαίνω, αν έχω πανικοβληθεί, αν μετράω σωστά τις δυνάμεις μου, αν υποτιμώ τα γεγονότα. Αλλά μέχρι εκεί. Μετά επανήλθε μέσα μου αυτό το σπουδαίο: «Και τι έγινε που χάνουμε την παγκόσμια πρεμιέρα μας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν έχουμε χάσει ακόμα γονείς και φίλους».


— Δεν πόνεσες για τη γέννηση της νέας δουλειάς που έμεινε στη μέση;

 Στενοχώρια για το καλλιτεχνικό μου παιδί δεν υπήρξε, διότι δεν θα είχε καμία αξία να προσγειωθεί σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει μια πανδημία. Πώς να μιλήσεις στον κόσμο σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Η παράστασή μου ήταν η γεύση από ένα συγκεκριμένο υλικό. Όταν ξανασυναντηθούμε, αυτό θα πρέπει να μπει σε άλλο μπλέντερ. Όχι γιατί αυτό που είχα στο μυαλό μου αποτύπωνε κάτι που δεν υπάρχει πια, αλλά γιατί η δόνηση της μαζικής παρουσίας ανθρώπων απέναντι σε ένα θέαμα θα αλλάξει. Ακόμα κι αν το προϊόν που θα δείξουμε παραμείνει το ίδιο, το κοινό θα το υποδεχτεί μετά από μια πολύμηνη, πρωτόγνωρη εμπειρία. Η αίσθηση ότι όλοι μαζί ζήσαμε κάτι για πρώτη φορά στην ιστορία του πλανήτη νομίζω ότι προστάζει μια διαφορετική δόνηση. Τα μαθήματα που πήραμε εν μέσω πανδημίας θα μας καθορίσουν, τουλάχιστον το επόμενο διάστημα. Δεν ξέρω τι θα προκύψει, αλλά είμαι βέβαιος ότι ως καλλιτέχνης δεν μπορώ να απευθυνθώ πια στο κοινό με τον τρόπο που του μιλούσα πριν από την παγκόσμια κοινή εμπειρία.

 

Έχω δείξει το «μαζί» για να μπορέσω να εμβαθύνω στο αίσθημα του «χωρίς». Φωτο: Julian Monmert


— Δεν θα συνυπάρξουμε ξανά με τον ίδιο τρόπο; 

Εννοείται ότι θα ξαναζήσουμε μαζί. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο. Το πόσο θα περιμένουμε για να μας συμβεί δεν ξέρω. Όταν βρεθεί το εμβόλιο, δεν θα υπάρχει λόγος να μην ξαναζήσουμε με τον ίδιο τρόπο. Εκείνο που θα έχει αλλάξει είναι ότι θα ξέρουμε πώς είναι το χωρίς.


— Στην τέχνη θα γίνει ξεκαθάρισμα; 

Νομίζω ότι κι εκεί θα έχουμε δει πόσα προϊόντα από αυτή την υπερπαραγωγή μάς είναι τόσο χρήσιμα και απαραίτητα στην τελική. Και η καλλιτεχνική παρουσία ίσως να χρειάζεται το μέτρο της.


— Όλο αυτό το πελώριο κύμα του streaming που υπήρξε παρηγοριά και διέξοδος στην καραντίνα θα αλλάξει τον τρόπο που συνδιαλεγόμαστε με την τέχνη;

Όχι, κυρίως για έναν λόγο: η τέχνη του κινηματογράφου, την οποία χρησιμοποιήσαμε για να «πάμε» θέατρο ή να δούμε χορό, έχει συγκεκριμένες τεχνικές και όρους, τους οποίους οφείλεις να σεβαστείς για να καταφέρεις να αποτυπώσεις τη μέθεξη, που είναι και ο στόχος κάθε τέχνης. Εμείς προσπαθήσαμε να βοηθήσουμε το θέατρο, χρησιμοποιώντας τον κινηματογράφο, αλλά χωρίς να σεβαστούμε και των δύο πλευρών τους όρους. Μια παράσταση θεατρική, αν δεν έχει μεταφραστεί κινηματογραφικά, παραμένει ενδιαφέρουσα μονάχα γι' αυτούς που ιστορικά θέλουν κάποιες πληροφορίες σε σχέση με αυτήν. Αλλά ο θεατής δεν αναζητά την ενημέρωση στο θέατρο. Αν, για παράδειγμα, κατασκεύαζα αυτοκίνητα, θα ήθελα να ανοίξω ένα για να δω πώς είναι φτιαγμένα και με αυτόν τον τρόπο να γίνω καλύτερος. Έτσι και η αρχειοθέτηση παραστάσεων είναι ένα τρομακτικά σημαντικό ζήτημα, αλλά αφορά τους μελετητές και όχι το κοινό. Οπότε είμαι απόλυτος: ούτε το θέατρο ούτε ο χορός μπορούν να υποκατασταθούν με streaming. Ο κίνδυνος του live και η θυσία του περφόρμερ θα είναι πάντα η μισή διέγερση μιας παράστασης.

 

— Στις δουλειές σου έχεις αποθεώσει τον έρωτα και την απόλυτη δυαδικότητα. Το «χωρίς» πώς σου φαίνεται;

Έχω δείξει το «μαζί» για να μπορέσω να εμβαθύνω στο αίσθημα του «χωρίς». Δυσκολεύομαι να μιλήσω γι' αυτή την αναγκαστική παύση, καθώς την έζησα ως προνομιούχος. Δεν είχαμε όλοι τις ίδιες ανάγκες αυτή την περίοδο. Εκείνοι που ζούμε σε μια καθαρή και εξαιρετικά ασφαλή πόλη, που δεν έχουμε άμεσο βιοποριστικό πρόβλημα και απολαμβάνουμε ένα σπίτι στο οποίο ανοίγεις τα παράθυρα και χορταίνεις ήλιο, θα ήταν παράταιρο να μιλάμε, όταν ο πλανήτης συντρίβεται κλεισμένος σε υπόγεια. Με τον ίδιο τρόπο δεν έχω καμία αγωνία να μιλήσω για το πότε θα ξανασυναντήσω το κοινό, γιατί καταλαβαίνω ότι εκείνο χέστηκε. Δεν είμαι είδος πρώτης ανάγκης. Υπάρχουν πιο επείγοντα πράγματα στην ανθρωπότητα αυτήν τη στιγμή.


— Από την άλλη, μήπως υπερεκτιμήσαμε τα οφέλη του εγκλεισμού;

Οι άνθρωποι έπαθαν τρομακτικό πανικό στο άκουσμα του εγκλεισμού, γιατί αυτή η κατάσταση τους φέρνει σε άμεση σύγκρουση με τις απωθήσεις χρόνων. Η καραντίνα σε φέρνει αντιμέτωπο με τον σύντροφό σου, τα παιδιά σου, με το πώς έχεις φτιάξει τον χώρο σου, με το πόσο αντέχεις ή αγαπάς τον εαυτό σου.


— Θα μπορούσε, όμως, να είναι όνειρο η συνύπαρξη με έναν μεγάλο έρωτα, σε ένα σπίτι, χωρίς υποχρεώσεις, για τόσες μέρες. Για 50 μέρες;

Δεν μου έχει τύχει. Έχω μεγάλες αμφιβολίες για το πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτό το σερί (γέλια). Πάνω από δεκαπενθήμερο μόνος με τον άνθρωπό σου; Είναι μάλλον έξω από την αντίληψή μου. Ο έρωτας, όπως έχουν πει και οι ποιητές, τρέφεται από την έλλειψη και όχι από την παρουσία.

 

Εννοείται ότι θα ξαναζήσουμε μαζί. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο. Φωτο: Julian Monmert


— Άρα η συνύπαρξη υπήρξε η μεγαλύτερη δοκιμασία της καραντίνας;

Ο μεγάλος μου θρήνος από την περίοδο είναι η έλλειψη της στενής σωματικής επαφής με τους ανθρώπους. Στις παραστάσεις μου, ούτως ή άλλως, κυριαρχούν η αγκαλιά, η επαφή, το πείραγμα. Βλέποντας φωτογραφίες από τις πρόβες, η μόνη συγκίνηση που με έπιασε ήταν που είδα πόσο κοντά ήταν τα σώματά μας, πόσο touchy ήμασταν. Το γεγονός ότι δεν μπορώ να πέσω στις αγκαλιές των φίλων μού δημιουργεί μεγάλη αμηχανία, καθώς όλοι ξέρουν πως, για να είμαι κόσμιος κοινωνικά, πρέπει να συγκρατούμαι. Από τη φύση μου οδηγούμαι απευθείας στο άγγιγμα με όσους μου δίνουν το ελεύθερο. Τους προειδοποιώ ότι αυτό θα περάσει και θα ορμήξω ξανά πάνω τους.


— Η ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στην ασθένεια δεν σε τρομοκρατεί; 

Η γενιά μου δοκιμάστηκε στην τρομοκρατία του AIDS. Τότε, ναι, ζορίστηκα πολύ, γιατί ήμουν και high risk γκρουπ και φίλοι δίπλα μου πέθαιναν. Επίσης, εκείνος ο ιός ταυτίστηκε με την ενοχή του σεξ, οπότε όλος ο συνδυασμός ήταν αβάσταχτος. Με τον κορωνοϊό δεν πανικοβλήθηκα, ενδεχομένως από ανοησία. Γενικά, υπάκουσα αμέσως στα μέτρα και μου την έσπασε μόνο που απαγορεύτηκε το κολύμπι στη θάλασσα.


— Σε εξέπληξε η στάση των Ελλήνων πολιτών; 

Ήταν πολύ ευχάριστη, αλλά δεν εξεπλάγην. Αφενός δεν τρελαίνομαι να επιβραβεύω το αυτονόητο και λογικό, αφετέρου το είχα ξαναζήσει από την εμπειρία μου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Ο κόσμος χρειάζεται απλώς να πειστεί για το τι πρέπει να γίνει. Προφανώς και θα υπάρχουν αυτοί που θα δυσκολέψουν τα πράγματα. Κι εμένα με έχουν πει φασίστα σκηνοθέτη, διότι απαιτούσα να γίνουν οι σκηνές με τον τρόπο που ήθελα. Λες και είναι παράλογο να θέλει αυτός που έχει την ευθύνη για κάτι να γίνουν τα πράγματα όπως τα έχει ονειρευτεί και σχεδιάσει.


— Τα τελευταία χρόνια περιόδευσες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Τα ταξίδια θα πληγούν ανεπανόρθωτα στη μετά τον κορωνοϊό εποχή. Σε ανησυχεί αυτό;

Δεν είναι χαριτωμένες οι παγκόσμιες περιοδείες. Η ζωή στο air condition των αεροδρομίων, των θεάτρων, των ξενοδοχείων, δεν είναι μια υγιεινή ζωή. Δεν θα μου λείψουν τα ταξίδια. Τη ζωντανή τέχνη είναι που δεν θέλω να στερηθώ.


— Ξέρεις, όμως, ότι έτσι ίσως στερηθείς τον τίτλο του διεθνούς. Αντέχεις να ξαναστριμωχτείς στα εγχώρια;

Δεν θα πεθάνουμε κιόλας. Τόσα χρόνια πού ζούσα; Αυτό το «άθλημα» των διεθνών συμπαραγωγών που συνέβαινε τα τελευταία χρόνια θα σταματήσει, διότι οι καλλιτέχνες θα περιοριστούν πια στα εθνικά τους φεστιβάλ. Έτσι κι αλλιώς, λοιπόν, το πεδίο στο οποίο παίζω τραυματίζεται. Αλλά εδώ τραυματίζεται η έννοια της ζωντανής τέχνης, θα μιλήσουμε για το αν εγώ δεν θα μπορέσω να ξανακάνω τόσο μεγάλες περιοδείες; Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θα ξαναγίνει θέατρο και όχι αν θα αργήσουμε να βάλουμε σε κάποιον την ταμπέλα «διεθνής».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Θέατρο
1 Σχόλια
avatar
Ανώνυμος/η 8.5.2020 | 16:46
Τον αγαπάω αυτόν τον άνθρωπο. Από την παράσταση της Μηδείας μέχρι την εμφάνιση του σε ένα αφιέρωμα βρετανικού καναλιού για την Ελλάδα να πίνει το τσάι του, κλωναρακια τσάι του βουνού μέσα σε μια κούπα απο λευκή πορσελάνη. Μου άρεσε τόσο η εικόνα που πλέον μόνο έτσι πίνω το τσάι μου. Όμορφος ο κυριος Παπαϊωάννου, μέσα κι έξω.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια