«Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα με την Άννα Συνοδινού το 1989.
Θέατρο

«Το Θεάτρο της Δευτέρας»: η ιστορία μιας εκπομπής που έμαθε το θέατρο στους Έλληνες

Πώς μία ολόκληρη γενιά έμαθε το παγκόσμιο θέατρο και το κλασικό ρεπερτόριο χάρη σε μια τηλεοπτική εκπομπή της παλιάς ασπρόμαυρης ΕΡΤ.

Όσο περνάνε τα χρόνια και ανακαλύπτουμε εκ νέου το παλιό πρόγραμμα της ΕΡΤ στο YouTube, τόσο επιβεβαιώνεται η διαπίστωση ότι μία ολόκληρη γενιά έμαθε το παγκόσμιο θέατρο και το κλασικό ρεπερτόριο χάρη σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Και ότι, παράλληλα, μια ολόκληρη φουρνιά νέων ηθοποιών, που αργότερα κυριάρχησαν στη ζωή μας, έγινε γνωστή στο πανελλήνιο χάρη στις θεατρικές παραστάσεις της παλιάς ασπρόμαυρης ΕΡΤ που, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, δημιούργησε το «Θέατρο της Δευτέρας». Μια εκπομπή-θεσμό, που συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, αλλά θα ήταν άδικο να πούμε ότι ξεπήδησε από το πουθενά.

 

Σε μια χώρα με έντονη θεατρική παράδοση, η ιστορία του θεάτρου στην τηλεόραση πάει αρκετά πίσω και δεν θα ήταν καθόλου λάθος να πούμε ότι ουσιαστικά ήταν εξέλιξη του θεάτρου στο ραδιόφωνο, που επίσης γαλούχησε για δεκαετίες τους Έλληνες. Οπότε, ας πιάσουμε το νήμα από κει. 

 

Το θέατρο στο ραδιόφωνο ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυσή του τον Μάιο του 1938. Μόλις έναν μήνα μετά, τον Ιούνιο, ξεκίνησαν να αναμεταδίδονται θεατρικά σκετς και μέσα σε δύο χρόνια, το 1940, αναμεταδόθηκε και η πρώτη θεατρική παράσταση, που δεν ήταν άλλη από τον «Βασιλικό» του Αντώνη Μάτεση. Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες το ελληνικό κοινό είχε τη μεγάλη τύχη ‒ακόμα και αν δεν μπορούσε για λόγους οικονομικούς ή τόπου κατοικίας‒ να έρχεται σε επαφή με σημαντικά και αξιόλογα θεατρικά έργα του κλασικού και σύγχρονου διεθνούς ρεπερτορίου.


Η ίδια ακριβώς επείγουσα ανάγκη για θεατρική ψυχαγωγία υπήρχε και με την έναρξη της τηλεόρασης τον Φεβρουάριο του 1966, αφού, μέσα σε λίγους μήνες, συγκεκριμένα τον Μάιο του ίδιου χρόνου, μεταδόθηκε από την τηλεόραση του ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) η πρώτη θεατρική εκπομπή, το μονόπρακτο «Αυτός και το παντελόνι του» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε ερμηνεία του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Και μπορεί να ήταν ανάγκη να παρουσιαστεί ένα σύντομο δρώμενο με γνωστό πρωταγωνιστή της εποχής, αλλά αυτό αποτέλεσε την αρχή όλων όσα ακολούθησαν.

 

Οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί είχαν μια εξαιρετική ευκαιρία να σκηνοθετήσουν και να παίξουν αντίστοιχα έργα που θα ήταν πολύ δύσκολο να ανέβουν στο ελεύθερο θέατρο, είτε γιατί είχαν πολλούς ρόλους και ήταν πολυέξοδα είτε γιατί γιατί δεν πίστευε κάποιος παραγωγός ότι θα έβγαζαν τη σεζόν.


Ο σκηνοθέτης Σάββας Καρύδας, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα και βάσισε σε αυτό το διδακτορικό του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ‒και τώρα το εκδίδει με τον τίτλο «Η τέχνη του θεάτρου στα οπτικοακουστικά μέσα» (εκδ. Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος)‒ εξηγεί: «Όλα ξεκίνησαν το 1971 στο κανάλι της ΥΕΝΕΔ (Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων) με το "Μικρό Θέατρο" του Μήτσου Λυγίζου, χάρη στο οποίο προβλήθηκαν περί τα 150 μονόπρακτα, ενώ παράλληλα στο ίδιο κανάλι υπήρχε και το "Μεγάλο Θέατρο" (που εξελίχθηκε σε "Θέατρο του Σαββάτου") του σημαντικού παραγωγού Σπύρου Σπυρίδη, και τα δύο ως εξωτερικές παραγωγές. Στις 3 Ιανουαρίου του 1972 έκανε πρεμιέρα ο πρώτος κύκλος του "Θεάτρου της Δευτέρας" από την ΕΙΡΤ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης), πρωτοβουλία των σκηνοθετών και παραγωγών Σταμάτη Χονδρογιάννη και Κώστα Λυχναρά, η οποία κράτησε έως τον Μάιο του 1973, οπότε παρουσιάστηκαν 63 μονόπρακτα. Η διαδικασία γυρίσματός τους κρατούσε μισή μέρα και, καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα μαγνητοσκόπησης, μετά από πρόβα γυρίζονταν αμέσως, την ίδια μέρα, σε βίντεο 2 ιντσών χωρίς δυνατότητα μοντάζ».


Με την πτώση της χούντας η κρατική τηλεόραση άλλαξε, όχι αμέσως, σύντομα όμως άφησε πίσω της το αμαρτωλό παρελθόν και τους ανθρώπους που την είχα διαμορφώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αν και το στρατιωτικό κανάλι της ΥΕΝΕΔ διατήρησε αυτήν του την ιδιότητα, ο νεοεκλεγείς τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής επάνδρωσε το ΕΙΡΤ με μια σειρά από καλλιεργημένους ανθρώπους: τον Δημήτρη Χορν στη θέση του διευθυντή και τον Παύλο Μπακογιάννη σε αυτήν του υποδιευθυντή, αλλά και τον Οδυσσέα Ελύτη στο Δ.Σ. Στόχος ήταν να το εξελίξουν βασιζόμενοι σε ευρωπαϊκές και δημοκρατικές αρχές.

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Δημήτρη Χορν
Ο Οδυσσέας Ελύτης με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον ιδρυτή των εκδόσεων «Ίκαρος», ποιητή Νίκο Καρύδη. Φωτ.: Ν. Αργυρόπουλος


Τον Δεκέμβρη του 1975 μετονομάζεται σε ΕΡΤ (Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση). Έναν χρόνο μετά, με γενικό διευθυντή πια τον Γιάννη Λάμψα, που είχε στο πλάι του ως καλλιτεχνικό διευθυντή τον εξαιρετικό κινηματογραφιστή Ροβήρο Μανθούλη, ο οποίος και πρωτοστατούσε στο ραδιοφωνικό θέατρο ήδη από το 1953, ανατέθηκε στην παραγωγό τότε Ελένη Μαβίλη και στον Πέτρο Μάρκαρη, που είχε τη θέση του υπεύθυνου δραματολογίου, την ανανέωση του «Θεάτρου της Δευτέρας».

 

Έτσι, τον Ιανουάριο του 1976 ξεκίνησε η νέα εποχή, καταρχάς με μια σειρά από έργα όπως ο «Τυχοδιώκτης» του Μιχαήλ Χουρμούζη, παλιότερη πετυχημένη παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου (με Χατζησάββα, Φασουλή, Αρζόγλου, Μαλτέζου, Καταλειφό, Κοτανίδη, Παναγιωτοπούλου κ.ά.), και ο «Γυάλινος Κόσμος» του Τενεσί Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Σταμάτη Χονδρογιάννη, αλλά και με παραστάσεις του ΘΟΚ (Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου) σε παραγωγή του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου).

 

Οι κυπριακές τηλεοπτικές παραστάσεις, έργα ιδιαιτέρως τολμηρού ρεπερτορίου για την εποχή, προβάλλονταν συχνά από την ελληνική τηλεόραση χάρη στο υψηλό τους επίπεδο. Η πρώτη εσωτερική παραγωγή της ΕΡΤ, σύμφωνα με την επίσημη σελίδα του καναλιού, ήταν η «Στάση Λεωφορείου» του Γουίλιαμ Ιντζ, καθώς όμως δεν εμφανίζεται το λογότυπο της εκπομπής, ο Σάββας Καρύδας επιμένει ότι η πρώτη επίσημη θεατρική παραγωγή στο πλαίσιο του «Θεάτρου της Δευτέρας» ήταν –όπως και το 1940 στο ραδιόφωνο‒ ο «Βασιλικός» του Μάτεση στις 8 Μαρτίου του 1976.

 

Η τηλεθέαση, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, εκτινάχτηκε σε τέτοια ύψη, που στην πορεία έφτασε έως το αξιοσημείωτο 90%, αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιλογές στα μακρινά '70s δεν ήταν και πολλές. Η εναλλακτική που είχε ο τηλεθεατής εκείνα τα χρόνια ήταν το έτερο κρατικό κανάλι υπό την εποπτεία του υπουργείου Αμύνης, η ΥΕΝΕΔ, η οποία πρόσφερε ένα απίστευτα αρτηριοσκληρωτικό πρόγραμμα. Η ΕΡΤ έκανε φιλόδοξες προσπάθειες να προβάλλει «ευρωπαϊκών» και ποιοτικών προδιαγραφών εκπομπές και η προαγωγή του πολιτισμού ήταν στους στόχους των ιθυνόντων, που προσπαθούσαν να μην περιορίζονται στις καθαρά ψυχαγωγικές και ενημερωτικές εκπομπές.


Όπως εξηγεί ο κ. Καρύδας: «Ο ρόλος του θεάτρου έπιασε έναν κόσμο, π.χ. εκείνον της επαρχίας, κάτι που ήταν σκοπούμενο. Αυτό είχε ισχυριστεί και ο Μάρκαρης στην εισήγησή του στο Δ.Σ. της ΕΡΤ, ότι δηλαδή ο κόσμος στα αστικά κέντρα μπορεί να δει θέατρο, ενώ στα χωριά δεν είχαν ξαναδεί ‒ και πράγματι είχε μεγάλη ανταπόκριση. Πάντως, ο Μανθούλης ήταν ο υπεύθυνος γι' αυτήν τη μεγάλη διάδοση του θεάτρου στην τηλεόραση. Αν και πρέπει να πούμε ότι οι παραγωγές δεν ήταν πάντα υψηλής αισθητικής, γίνονταν μαζικά, λίγο βιομηχανικά. Να φανταστείς ότι τα γυρίσματα κρατούσαν μόλις 3 μέρες. Ο Παύλος Μάτεσις έλεγε: "Αν κάποιος δεν θέλει να ξαναδεί θέατρο, ας δει "Θέατρο της Δευτέρας"».

 

 

Ο «Βασιλικός» του Αντώνη Μάτεση

 

Η γυναίκα που έπαιξε τον πιο καταλυτικό ρόλο από το 1976 μέχρι το 1979 ως υπεύθυνη παραγωγής του «Θεάτρου της Δευτέρας» ήταν η σεναριογράφος και σκηνοθέτις Ελένη Μαβίλη. Σήμερα λέει σχετικά: «Το "Θέατρο της Δευτέρας" ήταν για μένα παιδικό όνειρο που μαγικά μπόρεσε να υλοποιηθεί. Τη ρομαντική εποχή της Μεταπολίτευσης βρέθηκα να εργάζομαι στην ΕΡΤ. Από τα πρώτα πράγματα που θέλησα ήταν να δημιουργήσω μια εβδομαδιαία τηλεοπτική θεατρική σκηνή. Υπήρχαν πριν από εμένα θεατρικά, αλλά σποραδικά, από δύο ανθρώπους, τον Χονδρογιάννη και τον Λυχναρά, σκηνοθέτες της ΕΡΤ, οι οποίοι, όποτε μπορούσαν να έχουν μπάτζετ, μία-δύο φορές τον χρόνο, έκαναν κάποια μονόπρακτα ή κάποια έργα, αλλά διάσπαρτα, μέσα σε ένα γενικό πρόγραμμα. Αυτό δεν μπορούσε να έχει την απήχηση και την επιτυχία μιας εκπομπής που παίζεται συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Ο λόγος που το ονόμασα "Θέατρο της Δευτέρας" ήταν γιατί τότε η Δευτέρα ήταν μέρα αργίας για τα θέατρα.

 

Επιλέγαμε, λοιπόν, με τον Μάρκαρη κάποια έργα και η διαδικασία ήταν η εξής: ξεκινούσε ένα έργο πρόβες και μετά από μία εβδομάδα το επόμενο, ενώ μετά από 20 μέρες ξεκινούσαν να κατασκευάζονται και τα σκηνικά. Οι πρόβες διαρκούσαν το λιγότερο 20 μέρες, έως ενάμιση μήνα σε κάποιες περιπτώσεις, και όταν ήταν έτοιμη η παράσταση και τα σκηνικά έμπαιναν στο στούντιο, γινόταν και η εγγραφή. Είχα βάλει και έναν όρο, ότι θα σκηνοθετούσαν μόνο άνθρωποι που είχαν θεατρική παρουσία σε επαγγελματικούς θιάσους ή με κινηματογραφική παρουσία σε ταινία μυθοπλασίας μεγάλου μήκους. Ήταν ένας όρος που έβαλα για να προστατεύσω τον εαυτό μου, ώστε να μην πλακώσουν τα "ψώνια".

 

Βέβαια, επειδή οι άνθρωποι που καλούσαμε από το θέατρο δεν είχαν εμπειρία από τηλεόραση, ακόμα κι εκείνοι που προέρχονταν από τον κινηματογράφο, χρειαζόταν και ένας άνθρωπος που παρακολουθούσε όλες τις πρόβες, ο "κουμπάκιας", όπως τον λέγαμε τότε, που ήξερε να χειρίζεται την κονσόλα και την κουβέντα με τους εικονολήπτες και τους κατηύθυνε σε μια αντίδραση του ηθοποιού που προέκυπτε μια συγκεκριμένη στιγμή. Αυτός ήταν ο τηλεσκηνοθέτης, ένας όρος που καθιερώθηκε τότε και όχι μόνο για το "Θέατρο της Δευτέρας", καθώς ήταν εκεί για να εκτελεί τις ανάγκες και τις εντολές του θεατρικού σκηνοθέτη, που του εφιστούσε την προσοχή στα σημεία που ήθελε.

 

Έτσι ξεκινήσαμε να κάνουμε πάρα πολλά έργα, είχαμε πολύ καλή οργάνωση και είμαι υπερήφανη γι' αυτό. Γινόταν αρκετά καλή δουλειά και, ως προς τον προγραμματισμό, φρόντιζα, αν μια Δευτέρα είχαμε ένα έργο δύσκολο για τον μέσο θεατή, την επόμενη να βάζουμε μια κωμωδία, ώστε να έχουμε μια εναλλαγή. Έτσι κατάφερε τότε το "Θέατρο της Δευτέρας" να είναι πρώτο σε τηλεθέαση την εποχή του».

 

Η συγκεκριμένη περίοδος εμφορούνταν από αισιοδοξία για μια νέα εποχή που ανέτελλε σε μια πιο δημοκρατική και ελεύθερη Ελλάδα. Ως εκ τούτου, πολλοί νέοι ηθοποιοί επιδίωκαν να συμμετάσχουν στο «Θέατρο της Δευτέρας». Η κ. Μαβίλη συνεχίζει: «Οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί είχαν μια εξαιρετική ευκαιρία να σκηνοθετήσουν και να παίξουν αντίστοιχα έργα που θα ήταν πολύ δύσκολο να ανέβουν στο ελεύθερο θέατρο, είτε γιατί είχαν πολλούς ρόλους και ήταν πολυέξοδα είτε γιατί γιατί δεν πίστευε κάποιος παραγωγός ότι θα έβγαζαν τη σεζόν. Καταλαβαίνετε ότι υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον απ' όλους αυτούς να συνεργαστούν μαζί μας. Υπήρχε και μια αμοιβή, αλλά δεν έρχονταν γι' αυτό ‒ η αμοιβή ήταν σε φυσιολογικό πλαίσιο. Υπήρχε εξαιρετικό ενδιαφέρον από ανθρώπους είτε νεότερης είτε παλιότερης γενιάς, των οποίων το θεατρικό έργο δεν θα μπορούσε να ανεβεί με άλλον τρόπο, γιατί κανένας θεατρώνης δεν θα έβαζε τα λεφτά του σε αυτό».


Έτσι, το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει δεκάδες θεατρικά έργα ελληνικά και ξένα, να ακούσει κείμενα σημαντικών συγγραφέων, στα οποία αλλιώς δεν θα είχε πρόσβαση, καθώς το θέατρο ρεπερτορίου, ειδικά στην περιφέρεια, ήταν ακόμα ανύπαρκτη συνθήκη. Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι είχε τη χαρά να παρακολουθεί αγαπημένους τους ηθοποιούς ή να ανακαλύπτει τα νέα ταλέντα.

 

Πέρα από τους νεότερους, όπως ο Δημήτρης Ποταμίτης, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, ο Νικήτας Τσακίρογλου, ο Κώστας Αρζόγλου και ο Γιώργος Κιμούλης στα πρώτα τους βήματα, σημαντικές πρωταγωνίστριες, όπως οι Μαίρη Αρώνη, Άννα Συνοδινού, Σμάρω Στεφανίδου, Μαρία Φωκά, Μαρία Αλκαίου, Εύα Κοταμανίδου, Νίκη Τριανταφυλλίδη, αλλά και σπουδαίοι και δημοφιλείς πρωταγωνιστές, όπως οι Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος και Βασίλης Διαμαντόπουλος, για να αναφέρουμε μερικά από τα πιο ηχηρά ονόματα παλιότερων δεκαετιών, πέρασαν από το θεατρικό ραντεβού της Δευτέρας, ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους.

 

Η κ. Μαβίλη θυμάται: «Ο Φωτόπουλος και ο Ηλιόπουλος είχαν θίασο μαζί στα νιάτα τους και στην πορεία ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του, έτσι είχαν να παίξουν πολλά χρόνια μαζί. Εγώ είχα την επιθυμία να τους δω να ξαναπαίζουν στο ίδιο έργο και το κατάφερα στην τριλογία "Μάριος, Φανή, Καίσαρ" του Μαρσέλ Πανιόλ. Ήταν μια πολύ σπουδαία στιγμή για μένα το ότι κατάφερα να ξαναδώ αυτούς τους δύο σημαντικούς κωμικούς μαζί. Πάντως, δουλέψαμε κυρίως με νεότερους ανθρώπους, και καλά κάναμε, γιατί τους δώσαμε την ευκαιρία και δείξουν τι μπορούν να κάνουν. Δεν θέλω να ξεχωρίσω κανέναν και καμία παράσταση. Επιτυχία μεγάλη είχαν όλα, ελάχιστα δεν είχαν. Υπήρξαν και ατυχείς στιγμές, που, εγώ προσωπικά, θα ήθελα να είχαν γίνει καλύτερα».

 

 

Μάριος, Φανή, Καίσαρ


«Πόσο καιρό μείνατε;». «Προσλήφθηκα τον Δεκέμβρη του 1975 και το θέατρο το ξεκινήσαμε 2-3 μήνες αργότερα. Με αυτό ασχολήθηκα μέχρι που έφυγα, το 1979. Το πράγμα ήταν οργανωμένο στο γραφείο και για κάποιο διάστημα, ευτυχώς, συνεχίστηκε με τους ίδιους ρυθμούς. Ήταν πια μια ρουτίνα, μια φόρμουλα, το μόνο που χρειαζόταν ήταν η επιλογή των έργων. Όταν έφυγα, έγιναν κάποια προγραμματισμένα έργα και μετά από λίγο άρχισαν μια να φτιάχνουν και μια να μη φτιάχνουν. Αργά και βασανιστικά αυτό το πράγμα κάποια στιγμή σταμάτησε να υπάρχει και, φυσικά, έπαψε να υπάρχει και η τηλεθέαση που θέλαμε».

 

Θυμάται πολιτικές αντιδράσεις για κάποιες από τις επιλογές; Μου απαντάει: «Ο Λάμψας, που ήταν γενικός διευθυντής, όταν άρχισε η όλη ιστορία, μου είχε δώσει έναν κατάλογο με τους ηθοποιούς της ΝΔ, λέγοντάς μου: "Εγώ είμαι υποχρεωμένος να σας τον δώσω κι εσείς πράξτε κατά συνείδηση". Πήρα τον κατάλογο και τον έβαλα χαμηλά, στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου μου. Λειτουργήσαμε χωρίς αυτόν τον κατάλογο.

 

Πήγαιναν όλα μια χαρά μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι διευθυντής ο Φώτης Μεσθεναίος και έφεραν τον κ. Σπήλιο Χαραμή (που αργότερα πήγε στον ΑΝΤ1), ο οποίος με κάλεσε στο γραφείο του. Βλέποντας τους ηθοποιούς που συμμετείχαν στα αμέσως επόμενα έργα, με ρώτησε: "Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ποιος τους διάλεξε;". Του απάντησα ότι ήταν όλοι επιλογές των σκηνοθετών, για να πάρω την απάντηση: "Α, εντάξει, δεν θα παίξουν αυτοί, θα καθίσουμε να δούμε ποιοι άλλοι θα παίξουν". Του εξήγησα ότι δεν ήταν δική μας δουλειά και εκεί καταλήξαμε ότι διαφωνούσαμε κάθετα. Πήγαμε στον γενικό διευθυντή, ο οποίος καταλάβαινε ότι το δίκιο ήταν με το μέρος μου, αλλά όσο ο κ. Χαραμής αρνούνταν να υπογράψει τον προϋπολογισμό, κάναμε επαναλήψεις. Από κει άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της θητείας μου σε αυτό το πόστο».

 

«Κάνατε προσπάθειες να συνεργαστείτε με το Εθνικό στη μαγνητοσκόπηση παραστάσεων αρχαίου δράματος;». «Κάναμε προσπάθειες να συνεργαστούμε και επί Σολομού και επί Μινωτή, αλλά ζητούσαν να πληρωθούν και τα συνεργεία ραφτών, όχι μόνο όσοι είχαν ασχοληθεί με τα κοστούμια της παράστασης αλλά όλοι όσοι ανήκαν στο συνεργείο. Είτε μαγνητοσκοπούσαμε τραγωδία στην Επίδαυρο είτε στο πλατό, θα έπρεπε η ΕΡΤ να πληρώσει όλο το συνεργείο του Εθνικού Θεάτρου! Και αυτό τη στιγμή που το αυτονόητο ήταν δύο κρατικά ιδρύματα να συνεργαστούν. Όσο ήμουν εγώ, δεν προχώρησε.

 

Έφυγα το 1979 και ενώ για μια περίοδο η φόρμουλα συνέχισε να λειτουργεί όπως την είχα αφήσει, μετά επικράτησε η επιθυμία κάποιων καλλιτεχνών να παίξουν κάποια έργα. Στην εποχή μου το κίνητρο ήταν να δει το κοινό αμερικανικό, ιταλικό, ισπανικό, γαλλικό, παγκόσμιο θέατρο».

 

 

«Οιδίπους επί Κολωνώ» με τον Αλέξη Μινωτή (1976)


Παρ' όλα αυτά, στη λίστα της ΕΡΤ εμφανίζονται και ιστορικές παραστάσεις, όπως ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» με τον Αλέξη Μινωτή (1976), οι «Ικέτιδες» σε σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους με τις Τζένη Γαϊτανοπούλου και Δέσποινα Μπεμπεδέλη (1979), ο «Οιδίπους Τύραννος» με τον Μάνο Κατράκη, γυρισμένος από την ιαπωνική τηλεόραση το 1972, αλλά και η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή με την Ασπασία Παπαθανασίου το 1982, όπως και οι «Επτά επί Θήβας» του 1982, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Τσαρούχη, από το Θέατρο Μοσχοποδίου Θήβας.

 

Εδώ να προσθέσουμε ότι «ιστορικές» παραστάσεις κατάφερε να δημιουργήσει και το «Θέατρο της Δευτέρας», όπως ο «Δον Καμίλο» του Σωτήρη Πατατζή με τον Μίμη Φωτόπουλο το 1982, σε σκηνοθεσία των Αλέξη Μίγκα και Σταύρου Ζερβάκη, και ο «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα με την Άννα Συνοδινού το 1989, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Χονδρογιάννη.


Μετά την περίοδο της Ελένης Μαβίλη, που ήταν υπεύθυνη για περί που 180 παραστάσεις, το «Θέατρο της Δευτέρας» συνέχισε στην έγχρωμη πια ΕΡΤ, με εσωτερικούς συνεργάτες του καναλιού. Ο Σάββας Καρύδας λέει: «Το "Θέατρο της Δευτέρας" συνεχίστηκε μέχρι το 2000, παίρνοντας διάφορες μορφές. Μετά τη Μαβίλη ανέλαβε για δύο χρόνια ο Κώστας Λειβαδέας, μετά η Νίκη Μουνδρέα και μεταξύ 1982 και 1986 ο Σπύρος Μηλιώνης. Ο τελευταίος διευθυντής θεατρικού τμήματος μεταξύ 1989 και 1995 ήταν ο Σταμάτης Χονδρογιάννης. Μετά παγώνει, δεν γίνεται τίποτα, παίζονται επαναλήψεις και μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων.

 

Γίνεται μια προσπάθεια αναβίωσης από τον Γενάρη μέχρι τον Νοέμβριο του 1997, οπότε εντάσσεται στο ελληνικό πρόγραμμα, του οποίου υπεύθυνος ήταν ο Νίκος Αναστασόπουλος, και έπειτα μετονομάζεται σε "Θέατρο στην ΕΤ1" και ουσιαστικά μεταδίδει μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων μέσα από θεατρικές σκηνές. Το 2007 και 2008 γίνεται μια απόπειρα αναβίωσης με ελληνικό μονόπρακτα από ιδιωτική παραγωγή με τον Γιάννη Διαμαντόπουλο, έτσι γυρίζονται περί τα 20 έργα ‒ τέλειωσε όμως και αυτό.

 

Το "Θέατρο της Δευτέρας" μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80 είχε μια δυναμική. Μέχρι το 1995 γυρίστηκαν συνολικά 409 έργα. Μετά το 1997 είναι όλα βιντεοσκοπημένες παραστάσεις αθηναϊκών σκηνών, γύρω στα 57 έργα, ίσως και παραπάνω. Ήταν φυσική αυτή η πτωτική πορεία, καθώς, μετά το 1981, που ήρθε το ΠΑΣΟΚ και δημιουργήθηκαν τα ΔΗΠΕΘΕ από τη Μελίνα, δίνονταν αφειδώς λεφτά για παραστάσεις και φεστιβάλ που ο κόσμος κατέκλυζε. Το ενδιαφέρον σιγά-σιγά έσβησε. Αν μιλήσεις με κοινό πάνω από 50 χρονών, βλέπεις ότι υπάρχει μια νοσταλγία, ειδικά από ανθρώπους που δεν ήταν μυημένοι στο θέατρο».


Οι περισσότερες παραστάσεις που προβλήθηκαν μέσα από το «Θέατρο της Δευτέρας» έχουν διανεμηθεί μαζί με το περιοδικό της δημόσιας τηλεόρασης «Ραδιοτηλεόραση», ενώ μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει μέσα από το αρχείο της ΕΡΤ και τη διεθνή πλατφόρμα YouTube. Ένα ταξίδι στο ασπρόμαυρο παρελθόν του ελληνικού θεάτρου και μιας εποχής κατά την οποία οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες δεν πρόδιδαν τους μεγάλους συγγραφείς, παρακάμπτοντας τον λόγο και, κυρίως, τις προθέσεις τους.

 

 

«Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα με την Άννα Συνοδινού το 1989

Θέατρο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια