Ο θίασος του «Hair» στο Joseph Papp’s Public Theater της Νέας Υόρκης. Το μιούζικαλ ανέβηκε την 17η Οκτωβρίου 1967. Φωτογραφία: George E. Joseph
Θέατρο

50 χρόνια από την πρώτη, «άγνωστη» παρουσίαση του πολύκροτου μιούζικαλ «Hair» στην Ελλάδα

Τα τραγούδια, το γυμνό στο θέατρο, ο Λευτέρης Βουρνάς, η παράσταση του Γιάννη Πετρίτση το 1970, ο Λεωνίδας Χρηστάκης και οι απόψεις του Μίκη Θεοδωράκη για το «Hair» και την αντικουλτούρα.

Ταινίες, λογοτεχνήματα, θεατρικά έργα, συναυλίες και λοιπές παραστάσεις, στα τέλη του '60 και τις αρχές του '70 επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν γεγονότα και καταστάσεις που περιστρέφονταν γύρω από την αντικουλτούρα, έχοντας κίνητρα πολλές φορές ταπεινά.

 

Το θέατρο ενδίδει από νωρίς σ' αυτή την κατασκευασμένη hippy πραγματικότητα, με το μιούζικαλ Hair να αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα. Γράφει ο David Pichaske στο βιβλίο του Μια Γενιά σε Κίνηση [Κουκκίδα, 2016]:

 

«Το Hair ανέβηκε στις 17 Οκτωβρίου του 1967 στο παλιό Astor Library του Βίλατζ, αποκεί στην ντισκοτέκ Cheetah, αποκεί στο Biltmore του Μπροντγουέι, και αποκεί σε όλο τον κόσμο. Έγινε τεράστια επιτυχία: μόνο τα άλμπουμ της παράστασης πούλησαν πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Και είχε αρκετό άρωμα αντικουλτούρας για να προκαλέσει τις συνήθεις επικρίσεις: δεν έχει νόημα, δεν έχει ποιότητα, δεν έχει φινέτσα, οι ηθοποιοί δεν παίζουν καλά, δεν είναι τέχνη αυτό το πράγμα, είναι το τέλος των μιούζικαλ, του θεάτρου, του πολιτισμού. Για κάποιους, τουλάχιστον, το Hair ήταν μία έξοδος, αλλά οι περισσότεροι από κείνους που συνέρρεαν στο Biltmore ήταν ύποπτα στρουμπουλοί και φυσικά ευκατάστατοι. Τα παιδιά της δεκαετίας του '60 είδαν στο Hair άλλον έναν προσεταιρισμό των προτάσεων και των τρόπων ζωής της αντικουλτούρας, μια παράσταση απολυμασμένη από το κατεστημένο με σκοπό το κέρδος. (Όσο για τη μουσική, όπως επισήμανε ο Τομ Τόπορ στο Rolling Stone, οι μελωδίες του Γκαλτ ΜακΝτέρμοτ ήταν όσο ροκ είναι μια μουσική για διαφήμιση οδοντόπαστας)».

 

Ο Γιάννης Πετρίτσης βάζει στα σκαριά ένα τρελό σχέδιο. Να μεταφέρει το «Hair» στην ελληνική πραγματικότητα! Λέμε «τρελό», γιατί δεν ήταν καθόλου εύκολο μια τέτοια φανταχτερή παραγωγή να παρουσιαζόταν τότε στην Ελλάδα – για οικονομικούς πρώτα-πρώτα λόγους.

 

Και ο Mario Maffi όμως στο δικό του Underground [Οδυσσέας, 1983], που αντιμετωπίζει το Hair μέσα στο γενικότερο ροκ-θέατρο, είναι εξίσου σκληρός:

 

«Ένα άλλο ρεύμα είναι το ρεύμα της rock-opera. Όχι τόσο το φημισμένο (ή μάλλον περιβόητο) Hair, μνημείο της κερδοσκοπίας, του χίπικου πανηγυρισμού του κόσμου των επιχειρήσεων, θέαμα ξεπερασμένο και συχνά ψεύτικο, όσο το πιο πρόσφατο Jesus Christ Superstar (σ.σ. το βιβλίο του Maffi κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972), που όμως ίσως καταλήξει να έχει το ίδιο τέλος με το Hair».

  

«Hair», το αμερικάνικο πρόγραμμα (1969)

 

Τον Οκτώβριο του 1967, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά το Hair στο Off-Broadway κύκλωμα, οι άνθρωποι που είχαν γράψει το έργο, ο Αμερικανός ηθοποιός και τραγουδιστής Gerome Ragni και ο επίσης Αμερικανός ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας κ.λπ. James Rado ήταν αντίστοιχα 32 και 35 ετών, ενώ ο Καναδο-αμερικανός συνθέτης Galt MacDermot, που θα έγραφε τις μουσικές, ήταν ακόμη πιο μεγάλος στα 39 του. Δεν ήταν, δηλαδή, όλοι αυτοί 20χρονοι το 1967 – κάτι που σημαίνει, σε μια πρώτη φάση, πολλά.

 

Και το λέμε τούτο, παρότι ο Ragni ήταν μέλος του πειραματικού θεατρικού γκρουπ The Open Theater, έχοντας συμμετάσχει στο ανέβασμα του ροκ μιούζικαλ Viet Rock, στο La MaMa Experimental Theatre Club το 1966 (ένα μιούζικαλ που τον επηρέασε στο γράψιμο του Hair) και ο Rado στέλεχος κι αυτός του Off-Broadway. Είχαν δηλαδή μια κάποια επαφή, οι Ragni και Rado, με τον χώρο της αντικουλτούρας – αν και περισσότερο ως παρατηρητές τού φαινομένου, παρά ως ενεργοί συνοδοιπόροι και συνδιαμορφωτές του. Αυτό τους έδινε την δυνατότητα να βρίσκονται μέσα στα πράγματα, να μπορούν να περιγράψουν δηλαδή εκείνο που έβλεπαν και συνέβαινε, αλλά ταυτοχρόνως βρίσκονταν και έξω από 'κείνο που αναπτυσσόταν, καθώς δεν ήταν πλέον νέοι, έχοντας συνάμα και μια λογική καριέρας μπροστά τους.

 

Τέλος πάντων οι δυο τους θα συναντήσουν κάποια στιγμή τον Galt MacDermot, που ήταν ήδη, και αυτός, ένας αναγνωρισμένος συνθέτης (ανάμεσα σε άλλα είχε γράψει και το African waltz, που δισκογράφησε o Cannonball Adderley το 1961) και κάπως έτσι θα μπει μπροστά, σιγά-σιγά, το Hair.

 

H πρεμιέρα θα γίνει στο Off-Broadway, στο Joseph Papp's Public Theater της Νέας Υόρκης, την 17η Οκτωβρίου 1967, για λίγες παραστάσεις και χωρίς γυμνό (τα κοστούμια είχε σχεδιάσει η Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ), θα επαναληφθεί στην ντισκοτέκ Cheetah (όπως γράφει και ο Pichaske) τον Δεκέμβριο του '67 (για περισσότερες, τώρα, παραστάσεις), ενώ θα κυκλοφορήσει και το θεατρικό σάουντρακ στην RCA Victor υπό τον τίτλο Hair / an american tribal love-rock musical (σ' αυτή την πρώτη έκδοση ακουγόταν το Aquarius, αλλά όχι και το Let the sunshine in), με την παράσταση να χαρακτηρίζεται ως "musical be-in" στο οπισθόφυλλο τού δίσκου. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν προμήνυε την καταιγίδα που θα επακολουθούσε. Και αναφερόμαστε φυσικά στην μεταφορά του έργου στο Broadway πλέον, από τον σκηνοθέτη Tom O'Horgan, που ανέβηκε στο θέατρο Biltmore την 29η Απριλίου 1968.

 

Από το αμερικάνικο πρόγραμμα του «Hair», της παράστασης του Broadway, σε σκηνοθεσία Tom O'Horgan (1969)

 

Σ' αυτή τη νεότερη εκδοχή τού έργου είχαν αλλάξει πολλά (αφού η παραγωγή ήταν πιο πλούσια) και βασικά τα πρόσωπα – με το γυμνό, φυσικά, να κάνει την πιο μεγάλη διαφορά. Νέα χορογράφος, νέος σκηνογράφος, νέα ενδυματολόγος, νέος φωτιστής, αλλά και κάποιοι νεότεροι πρωταγωνιστές.

 

Στην πρώτη εκδοχή, για παράδειγμα, τους βασικούς αντρικούς ρόλους των Claude και Berger είχαν οι Walker Daniels και Gerome Ragni, ενώ στην εκδοχή του Broadway οι James Rado και Gerome Ragni (οι άνθρωποι που είχαν γράψει το Hair δηλαδή).

 

Ακόμη τους βασικούς γυναικείους ρόλους της Sheila, της Jeanie και της Crissy στην πρώτη εκδοχή είχαν οι Jill O'Hara, Sally Eaton και Shelley Plimpton, ενώ στη νεότερη εκδοχή οι Lynn Kellogg, Sally Eaton και Shelley Plimpton. Επίσης, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, που εμφανίστηκαν στη σκηνή του Biltmore, ήταν και γνωστά (τότε και αργότερα) πρόσωπα σαν εκείνα των Keith Carradine, Barry McGuire και Meat Loaf μεταξύ πολλών άλλων.

 

Τέλος πάντων η επιτυχία υπήρξε μεγάλη και γρήγορα, μέσα σε λίγους μήνες, το έργο θα έρθει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο Λονδίνο, στο West End, όπου και θα ανεβεί στο θέατρο Shaftsbury την 27η Σεπτεμβρίου 1968 (αν και η πρώτη ευρωπαϊκή παράσταση συνέβη στην Στοκχόλμη στις 20 Σεπτεμβρίου). Φυσικά, στην λονδρέζικη παράσταση το cast ήταν διαφορετικό. Εδώ πρωταγωνιστούσαν η Sonja Kristina (αργότερα στο συγκρότημα Curved Air), η Elaine Paige, το φωτομοντέλο-τραγουδίστρια Marsha Hunt, ο σπουδαίος Alex Harvey, ο ταλαντούχος Tim Curry και πολλοί άλλοι. Η επιτυχία και εδώ υπήρξε ανεπανάληπτη, ξεπερνώντας ακόμη κι εκείνη του Broadway, αφού το έργο παιζόταν σχεδόν για πέντε χρόνια, έως τα μέσα του 1973!

 

«Hair», Λονδίνο 1970

 

Φυσικά, μεγάλο ρόλο στην επιτυχία του Hair έπαιξε και η δισκογραφία, καθώς τόσο το άλμπουμ της αμερικάνικης παράστασης στο Broadway Hair / The American Tribal Love-Rock Musical / The Original Broadway Cast Recording [USA. RCA Victor, 1968], όσο και εκείνης στο West End Hair [UK. Polydor, 1968] υπήρξαν άκρως επιτυχημένα.

 

Το πρώτο, μάλιστα, έφτασε μέχρι το Νο 1 του Billboard 200 το 1969 κι έμεινε εκεί από τις 26 Απριλίου μέχρι τις 19 Ιουλίου (σχεδόν τρεις μήνες!), ενώ το δεύτερο έμεινε 14 εβδομάδες στο βρετανικό top-ten των άλμπουμ, το 1969, φθάνοντας μέχρι το Νο 3 την 26η Απριλίου (εκείνης της χρονιάς).

 

Και βεβαίως, και ως γνωστόν θα πούμε, τρανή ώθηση στο έργο έδωσε και το δισκάκι των The 5th Dimension Medley: Aquarius/Let the sunshine in (The flesh failures) / Don'tcha hear me callin' to ya [USA. Soul City, 1969], που έμεινε έξι εβδομάδες στο Νο1 του Billboard Hot 100, την άνοιξη του 1969, φθάνοντας έως και το No 11 των UK Singles.

 

 

Aquarius

 

Τι συνέβαινε όμως την ίδιαν εποχή στην Ελλάδα με το Hair;

Στην Ελλάδα το Hair μαθεύτηκε βασικά μέσω της δισκογραφίας, καθώς κυκλοφόρησε στη χώρα το άλμπουμ Hair / The American Tribal Love-Rock Musical / The Original Broadway Cast Recording [RCA Victor, 1968] από τον Ελληνικό Οίκο Φωνογραφικών Δίσκων και Μουσικών Εκδόσεων του Γεωργίου Ορφανίδη.

 

Επίσης την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί στη χώρα τόσο το LP των The 5th Dimension The Age of Aquarius [Liberty], όσο και το 45άρι Medley: Aquarius/Let the sunshine in (The flesh failures) / Don'tcha hear me callin' to ya (σε διαδοχικές ετικέτες Liberty, μαύρη και θαλασσί), ενώ το εργοστάσιο της Columbia στον Περισσό κόβει συνεχώς διάφορα δισκάκια με τραγούδια από το Hair (που είχαν κυκλοφορήσει εννοείται και στο εξωτερικό).

 

Η ελληνική έκδοση του δίσκου βινυλίου του «Hair», από τον Ελληνικό Οίκο Φωνογραφικών Δίσκων και Μουσικών Εκδόσεων του Γεωργίου Ορφανίδη (1968)

 

Σ' αυτά ανήκουν το Aquarius με τον Paul Jones, αλλά και με την Cilla Black, το φερώνυμο Hair με τους Cowsills, τα Ain't got no/I got life (έτσι, κολλητά) με την Nina Simone, το Good morning starshine με τον Oliver, το Easy to be hard με τους Three Dog Night, το Aquarius/Let the sunshine in με τον Engelbert Humperdinck.

 

Ακόμη ακούστηκε στην Ελλάδα κι ένα δισκάκι με τα Aquarius, Good morning starshine, Hare Krishna, Le the sunshine in, Where do I go? και Frank Mills (όλα τα tracks από το Hair εννοείται) υπογραμμένο από τους Frank Valdor and His Orchestra. Ήταν ένα 45άρι, που λειτουργούσε ως διαφημιστικό φαρμάκων (υπόθετα Vomex Α) της δυτικογερμανικής εταιρείας Endopharm!

 

Υπήρχε ελληνικό συγκρότημα / καλλιτέχνης, που να απέδωσε στην εποχή του κομμάτια από το Hair; Ναι. Μπορεί να μην κυκλοφόρησε δισκάκι, αλλά στην ταινία Ο Σταύρος Είναι Πονηρός!.. (1970) σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Κωστελέτου βλέπουμε και ακούμε τον Πάνο Κόκκινο με τους Showers να αποδίδουν τα Aquarius/Let the sunshine in. Τα κομμάτια είναι γραμμένα σε στούντιο και παίζονται στην ταινία από (χαμένη σήμερα) μπομπίνα.

 

 

Aquarius (Let the sunshine in) - Πάνος Κόκκινος & Showers

 

Στα τέλη του '60 και τις αρχές του '70 ένα θέμα που τίθεται, και που σχετίζεται άμεσα και με το Hair, είναι η παρουσία γυμνού στο θέατρο. Τα μηνύματα έρχονται απ' έξω (υπάρχει ανάμεσα σε άλλα και το Oh! Calcutta!, που ανεβαίνει την ίδιαν εποχή – το '69 στο Off-Broadway και το '70 στο West End) και το θέμα αρχίζει να απασχολεί ευρύτερα.

 

Σε μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα (#121, 27 Νοεμβρίου-4 Δεκεμβρίου 1970) υπό τον τίτλο «Τα γυμνό προκαλεί περισσότερο από το "ντυμένο";» διαβάζουμε τον Γιάννη Τσεκλένη να λέει:

 

«Το γυμνό, σαν θέαμα, είναι ευχάριστο και θαυμάσιο, είτε για άνδρες πρόκειται, είτε για γυναίκες.(...) Φυσικά είδαμε θεατρικά έργα, όπως το Ω! Καλκούττα, όπου το γυμνό κινείται χυδαία, και γι' αυτό είναι χυδαία γυμνό. Το στοιχείο "κίνηση" λοιπόν δίνει το νόημα στις περιπτώσεις... Έπειτα, εξαρτάται γιατί καλείσαι να δης ένα γυμνό: Σαν θέμα; Σαν ολότητα; Πάντως μέρα με τη μέρα αποβάλλομε όλο και περισσότερο τη ντροπή από το γυμνό. Χάθηκε η ιδέα του πρόστυχου και ανήθικου, και παραδεχθήκαμε ότι "το ράσο δεν κάνει τον παπά"».

 

Μέλη του συγκροτήματος The 5th Dimension, που έκαναν επιτυχία το «Aquarius/Let the sunshine in» από το «Hair», διαβάζουν ελληνική εφημερίδα, στις Κάννες, τον Δεκέμβριο του 1968. Αρχείο Λευτέρη Κογκαλίδη

 

Υπήρξαν Έλληνες που είδαν τις πρωτότυπες παραστάσεις του Hair στο εξωτερικό;

Βεβαίως, κι ένας από τους πρώτους ήταν ο καλός και πρόωρα χαμένος ηθοποιός Λευτέρης Βουρνάς, ο οποίος παρέμενε «οργισμένος νέος» και στα 27-28 του, στα τέλη των sixties.

 

Σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Εμπρός (18 Οκτωβρίου 1969), στον και-δημοσιογράφο Αρτέμη Μάτσα διαβάζουμε πολλά και ενδιαφέροντα. Κατ' αρχάς γράφει ο Μάτσας μιαν εισαγωγή, ενδεικτική βεβαίως της προσωπικότητας του Βουρνά, και αμέσως μετά ξεκινά η κουβέντα:

 

«Στην πλατεία Καραμανλάκη. Ένα, με αφάνταστο γούστο, διακοσμημένο ρετιρέ. Με μπαλκόνια γεμάτα τριαντάφυλλα, όπως και στα βάζα. Με νεανική διάθεσι και φροντίδα σε κάθε δωμάτιο. Στο γραφείο του ριγμένα σημαδεμένα βιβλία του Λόρκα. Τριγύρω στο δικό του δωμάτιο δίσκοι, πολλοί δίσκοι. Τζόαν Μπαέζ, μουσική από το μιούζικαλ Τρίχες, νέγρικη, Χατζιδάκις και άλλοι με γνήσια τζαζ, πολλή τζαζ.

 

– Ο κόσμος σου;

Ναι, εδώ μπορώ να απομονώνομαι, μακρυά από την ψεύτικη κοσμικότητα, την υποκρισία. Ο Λόρκα μού κρατάει συντροφιά τις ώρες της περισυλλογής. Η Τζόαν Μπαέζ είναι η μούσα μου και η νέγρικη μουσική με κάνει να θυμάμαι ότι οι άνθρωποι πρέπει να αγωνιστούμε πολύ ακόμη για να φτιάξουμε την Αγάπη.

 

– Πες μου σε παρακαλώ τις εντυπώσεις σου από την Αμερική. Έμεινες έξι μήνες και περισσότερο νομίζω. Γιατί, αλήθεια, έφτασες έως εκεί;

Η φυγή. Η διάθεσι για φυγή που έχω μέσα μου θα με έφτανε έως την άκρη του κόσμου. Ήθελα, εξάλλου, να δω θέατρο. Πολύ θέατρο.

 

– Και οι εντυπώσεις σου;

Πήγα στα μικρά θεατράκια, στα έξω του Μπροντγουαίη (σ.σ. Off-Broadway), που είναι τα λίκνα των ωραίων θεατρικών έργων – που άμα πετύχουν, αποκτούν παγκόσμια δόξα. Ενθουσιάστηκα με πολλές από τις παραστάσεις τους, με τις ανησυχίες των ηθοποιών που πήγα και γνώρισα από κοντά τη συλλογική τους εργασία, και χειροκρότησα θερμά το αποτέλεσμά τους.

 

– Και μετά;

Πήγα, μετά από αφάνταστες ταλαιπωρίες, ώσπου να βρω εισιτήρια, και παρακολούθησα τα μιούζικαλ Τρίχες, Ω! Καλκούτα κ.ά.

 

– Πώς σου φάνηκαν;

Αφήνοντας το δεύτερο θα σου μιλήσω για το πρώτο. Να σου πω λοιπόν ότι μου άρεσε θα είναι ψέματα – μα και ότι δεν μου άρεσε πάλι θα είναι ψέματα. Τα πιο παράξενα συναισθήματα, οι πιο παράξενες αντιφάσεις δημιουργούνται μέσα σου –βέβαια αναλόγως της ηλικίας και της διαθέσεως που έχεις όταν το παρακολουθής– θυμώνεις, οργίζεσαι, συναρπάζεσαι, χειροκροτείς. Δεν ξέρω αν είναι θέατρο αυτό που είδα, με την έννοια που ξέρουμε. Είναι όμως μια κραυγή. Και την έχουμε ανάγκη αυτή την κραυγή.(...) Στην κούνια μας οι συνομήλικοί μου κι εγώ δεν ξυπνούσαμε με χαρούμενα τραγούδια, αλλά από τον βόμβο των αεροπλάνων που σκόρπαγαν τον θάνατο. Δεν νοιώθαμε την φρίκη του, αλλά καταλαβαίναμε τον τρόμο του. Στα μάτια μας όλα έχουν την έκφρασι ενός κυνηγητού, τη λαχτάρα για ζωή, τον πόθο για να χτίσουμε καινούργιες πολιτείες. Η Τζόαν Μπαέζ μάς αντιπροσωπεύει. Τα Παιδιά των Λουλουδιών στη σωστή τους ιδεολογία, οι Νέγροι που ζητάνε μια θέσι στον ήλιο, οι Νέοι όλου του κόσμου, που θέλουμε ν' αγωνιστούμε με σωστές βάσεις, για έναν καλύτερο αύριο. Όλοι είμαστε "εμείς". Είμαστε "ένα"».

 

Λευτέρης Βουρνάς: φωτογραφία του 1969, όταν πρωταγωνιστούσε στο θεατρικό «Σαράντα Καράτια», μαζί με την Έλλη Λαμπέτη

 

Ο αείμνηστος Λευτέρης Βουρνάς εκφράζει με τον πιο αγνό, με τον πιο αθώο τρόπο, τις σκέψεις και τις αγωνίες των νέων της εποχής. (Το ίδιο αγνές σκέψεις θα εξέφραζε και ο Κώστας Τουρνάς, ένα χρόνο αργότερα, βλέποντας στην Αθήνα τη... δακρύβρεχτη ψευτο-επαναστατική ταινία Φράουλες και Αίμα, οδηγούμενος στον σχηματισμό των Poll).

 

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Έλληνας νέος της εποχής πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αντιληφθεί την διαφορά ενός θεατρικού του Broadway –που γινόταν παγκόσμια επιτυχία, και που χρησιμοποιούσε, με έντεχνο τρόπο, στοιχεία της counterculture, λειαίνοντας τις «επιφάνειες» και κάνοντάς τες αρεστές και άρα ακίνδυνες στους πολλούς– από ένα έργο του αληθινού θεατρικού underground, του αντάρτικου θεάτρου, του θεάτρου της πολιτικής δράσης (San Francisco Mime Troupe, Bread and Puppet Theater, El Teatro Campesino, The Living Theatre κ.λπ.), που είχε άλλους, εντελώς διαφορετικούς, στόχους.

 

Μπορεί, λοιπόν, η πληροφόρηση για τις ποικίλες διαστάσεις της αντικουλτούρας στην Αμερική να ήταν περιορισμένη ή και ανύπαρκτη σε ορισμένες διαστάσεις της στην Ελλάδα, το 1969, όμως υπήρχε μιαν αίσθηση, ή ακόμη και μια βεβαιότητα, πως κάτι συνέβαινε εκεί, πως κάτι πήγαινε να αλλάξει, γενικότερα, και πως θεατρικά έργα σαν το Hair έρχονταν να υπογραμμίσουν εκείνην ακριβώς την αλλαγή.

 

 

The Fifth Dimension - Aquarius - Let The Sunshine In 

 

Στις 3 Μαρτίου 1970 κυκλοφορεί το δέκατο τεύχος του περιοδικού ποικίλης ύλης Ψυχαγωγία (διευθυντής Νίκος Καμπάνης) με εξώφυλλο... Hair! Διαβάζουμε: Οι Τρίχες «Είδα στο Λονδίνο την πολύκροτη παράσταση».

 

Ποιος ήταν αυτός που είχε δει το Hair (μετά τον Λευτέρη Βουρνά στην Αμερική) και που θα έγραφε αναλυτικά για τη λονδρέζικη παράσταση; Ήταν ο Γιάννης Πετρίτσης, τότε σπουδαστής της Βασιλικής Ακαδημίας Δραματικής Τέχνης, αργότερα τραγουδοποιός, διαφημιστής κ.λπ.

 

Το άρθρο καταλαμβάνει 4 σελίδες στο περιοδικό(!), είναι αρκετά μεγάλο δηλαδή και πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αναπαραχθεί ολόκληρο εδώ. Ο τίτλος του ήταν «Τι είναι επιτέλους οι περίφημες Τρίχες; / Θα μάθω άραγε ποτέ γιατί ζω και γιατί πεθαίνω;» κι εδώ θα αναδημοσιεύσουμε μερικά βασικά αποσπάσματα. Γράφει ο Γιάννης Πετρίτσης:

 

«Βρέθηκα στο Λονδίνο τον περασμένο μήνα και, όπως οι περισσότεροι ξένοι, φρόντισα να μην χάσω τις Τρίχες.(...) Δύο τρόποι υπάρχουν για να εξασφαλίσης εισιτήριο: Να το αγοράσης στη διπλή τιμή από τους μαυραγορίτες που συνωστίζονται έξω από το θέατρο ή να ψάξεις σε κάποιο γραφείο εισιτηρίων μιας οποιασδήποτε όχι πολύ κεντρικής περιοχής του Λονδίνου. Προτίμησα το δεύτερο και να τώρα, Πέμπτη απόγευμα, με το πολύτιμο εισιτήριο στο χέρι, αγωνίζομαι να βρω μια θέση στον παράδεισο το αγγλικού χιππισμού.(...)

 

Κάποτε φτάνω στη θέση μου που μου κόστισε 47 σελίνια (170 περίπου δρχ.) και αντικρίζω ένα θέαμα που θυμίζει την πίστα κάποιου μεγάλου τσίρκου. Η αυλαία είναι ανοιχτή (δεν θα κλείση καθόλου σ' όλη τη διάρκεια της παράστασης) και στο δάπεδο της σκηνής είναι γραμμένα πολύχρωμα συνθήματα: "ελευθερία-αγάπη-ευτυχία-όχι άλλο πόλεμο...".(...)

 

Στο δεξί μέρος της σκηνής και πάνω σ' ένα παμπάλαιο ημιφορτηγό που βρίσκεται εκεί, οι μουσικοί αρχίζουν να δίνουν τις πρώτες, χωρίς αρμονία, νότες (σε πρώτη γραμμή ένα τεράστιο ηλεκτρονικό όργανο με αφάνταστη ποικιλία κουμπιών και ήχων). Καθώς τα φώτα χαμηλώνουν, απ' όλα τα μέρη της σάλας ξεπετιούνται οι ηθοποιοί, οι οποίοι περπατώντας αργά ανεβαίνουν στη σκηνή. Κάποιοι άλλοι κατεβαίνουν με σκοινιά από τα θεωρεία ή από τεράστιες κατασκευές τοποθετημένες στην οροφή του θεάτρου. Χίππις μ' όλη την έννοια της λέξης! Στο ντύσιμο, στο ύψος και προπαντός στα μαλλιά. Αλλά είναι τόσο όμορφοι! Κανένας τους δεν φαίνεται πιο πολύ από 22 κι όλοι τους, αγόρια και κορίτσια, λευκοί και νέγροι, στο σύνολό τους περίπου 40, λες κι είναι προσεκτικά διαλεγμένοι από κάποιο διαγωνισμό ομορφιάς.

 

Η ορχήστρα αρχίζει να παίζει το περίφημο Ακουάριους και όλοι μαζί, τραγουδώντας και χορεύοντας, μυούν κάποιον καινούργιο στην παρέα τους κόβοντας και καίγοντας μέσα σ' ένα πήλινο κάνιστρο μια τούφα απ' τα ολόχρυσα μαλλιά του.

 

Τα φώτα που οργιάζουν σε καταπληκτικές εναλλαγές, το ηλεκτρονικό όργανο που δημιουργεί πρωτόγνωρες ηχητικές καταστάσεις, τα παιδιά αυτά που χορεύουν σε τόσο απλές και μοντέρνες χορογραφίες και τραγουδούν τα ήδη γνωστά εκπληκτικά τραγούδια, σε κάνουν να καταλάβεις πως οι Τρίχες σε κέρδισαν πριν καλά-καλά αρχίσουν.

 

Περιοδικό Ψυχαγωγία, τεύχος 10, 3 Μαρτίου 1970 (εξώφυλλο Hair)

 

Μόλις η πρωτότυπη αυτή μύηση τελειώνει, ο Μπέργκερ, ο αρχηγός τους (θυμίζει Κούρκουλο, αλλά στο πιο ακούρευτο) πλησιάζει στο παρασκήνιο και παρουσιάζει την παρέα του. Καθώς όμως, όπως έχει την καλοσύνη να μας πληροφορήση, αισθάνεται κάπως αναμμένος βγάζει το πανταλόνι του και παρακαλεί κάποια κυρία της πρώτης σειράς, να το κρατήση μέχρι να τελειώση η παράσταση, ενώ αυτός συνεχίζει φορώντας το μαύρο του σλιπ και τα άπειρα χαϊμαλιά που κρέμονται στο στήθος του και φτάνουν μέχρι τα γόνατά του.(...)

 

Καθώς ο Κλωντ τραγουδά, απ' την οροφή πέφτει ένα τεράστιο λευκό πέπλο, που σκεπάζει όλους τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα από ψηλά κατεβαίνουν τρία πελώρια τερατόμορφα ρομπότ κουνώντας τα χέρια τους, κυρίαρχα σ' ολάκερη τη σκηνή. Την ίδια στιγμή, κάτω απ' το πέπλο, οι ηθοποιοί ξεπετάγονται και στέκονται ακίνητοι σε κυκλικό σχηματισμό, ολόγυμνοι θέλοντας έτσι να δείξουν το πόσο γυμνοί κι απροστάτευτοι ερχόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο, που τον κυριαρχούν οι τερατώδεις εφευρέσεις ενός υδροκέφαλου πολιτισμού.(...)

 

Τα φώτα παίρνουν ψυχεδελικούς τόνους και ο Μπέργκερ κάνει την καθημερινή διανομή ναρκωτικών. Η μουσική γίνεται απόκοσμα ψυχεδελική, ενώ όλοι υπό την υποτιθέμενη επήρεια των ναρκωτικών κυλιούνται στο δάπεδο σε απίθανους σχηματισμούς ή περπατούν σε σλόου μόσιον, λες κι έχουν χάσει το βάρος τους.(...)

 

Όλη αυτή η μυσταγωγία τελειώνει καθώς κάποιος φέρνει στη μέση της σκηνής μια αμερικάνικη σημαία. Αντικρίζοντας το σύμβολο του Έθνους τους, βρίσκουν την ευκαιρία να σατιρίσουν τον οποιοδήποτε εθνικισμό, που φαντάζει στην εποχή μας σαν ένα μεγάλο μπαλόνι έτοιμο να σκάση.(...)

 

Κι εκεί το θαύμα τελειώνει. Αντιλαμβάνεσαι τα μάτια σου υγρά, θέλεις να τρέξης και να ευχαριστήσης τον καθένα χωριστά, για την υπέροχη αυτή συγκίνηση που σου χάρισε. Κι ας ξέρης πόσο δύσκολο είναι να πλησιάσης τα παρασκήνια ενός αγγλικού θεάτρου μετά την παράσταση.

 

Κι όμως στην είσοδο της σκηνής, όλα αυτά τα υπέροχα παιδιά, φορώντας ακόμη τα ρούχα του έργου, σε περιμένουν για να κουβεντιάσουν μαζί σου, να σε ρωτήσουν πώς σου φάνηκε η παράσταση και να υπογράψουν στο πρόγραμμα για σένα. Και συ λες απλά ευχαριστώ. Είναι το μόνο που μπορείς να κάνης...

 

Καθώς περπατώ προς το Πικαντίλυ, χαμένος πάλι ανάμεσα στο πλήθος, ξέρω πως δεν θα ξεχάσω τις Τρίχες ποτέ».

 

16σέλιδο βιβλιαράκι του Λεωνίδα Χρηστάκη με εικόνες και κείμενα από-και-για το θεατρικό «Hair», υπό τον τίτλο «Τρίχες / Το εντόπιο αμερικάνικο ερωτικό ροκ-μιούζικαλ» (1971)

 

Λίγο καιρό μετά απ' αυτό το πολύ ωραία γραμμένο εγκωμιαστικό άρθρο ο Γιάννης Πετρίτσης βάζει στα σκαριά ένα τρελό σχέδιο. Να μεταφέρει το Hair στην ελληνική πραγματικότητα! Λέμε «τρελό», γιατί δεν ήταν καθόλου εύκολο μια τέτοια φανταχτερή παραγωγή να παρουσιαζόταν τότε στην Ελλάδα – για οικονομικούς πρώτα-πρώτα λόγους.

 

Ο Πετρίτσης είχε την φαεινή ιδέα να μεταβεί στα Μάταλα και να μαζέψει από εκεί τους hippies πρωταγωνιστές του – Έλληνες και ξένους. Αυτό το λέει και η Joni Mitchell(!), σε μια συνέντευξή της στον δημοσιογράφο Marc Myers που υπάρχει στο site της, και που είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στην Wall Street Journal τον Νοέμβριο του 2014. Η Καναδή τραγουδοποιός την άνοιξη του 1970 βρισκόταν στα Μάταλα, ως γνωστόν, και σε κάποιο σημείο της συνέντευξης σημειώνει:

 

«Τον Απρίλιο (σ.σ. 1970), κάποιοι που σκόπευαν να ετοιμάσουν μιαν ελληνική παραγωγή του Hair, είχαν έρθει στα Μάταλα για casting. Κάποιες βδομάδες αργότερα, ο Cary κι εγώ θα ταξιδεύαμε στην Αθήνα, για να τους βλέπαμε στο μιούζικαλ (σ.σ. ο Cary Raditz ήταν ο άνθρωπος, για τον οποίον η Joni Mitchell θα έγραφε το τραγούδι της "Carey"). Ο βασικός ηθοποιός ήταν Έλληνας, είχε κοντύτερα μαλλιά από τους Μπητλς, με χωρίστρα στο πλάι, έχοντας ριγμένο στον ώμο του ένα μπεζ αδιάβροχο σε στυλ Φρανκ Σινάτρα τραγουδώντας: "είμαι μαλλιάς". Ξεσπάσαμε σε γέλια. Ήταν πολύ αστείο».

 

Δεν ξέρω αν ήταν αστεία η ελληνική εκδοχή του Hair, που ανέβηκε στο κλαμπ Piper (Φιλελλήνων και Νικοδήμου), στις αρχές Μαΐου του 1970, εκείνο που ξέρω (και μου έχουν πει) είναι πως ο Γιάννης Πετρίτσης είχε γράψει τα ελληνικά λόγια στα τραγούδια, που ακούγονταν στην αθηναϊκή παράσταση και πως την ενορχήστρωσή τους είχε αναλάβει ο μαέστρος Σπύρος Καρδάμης. Η παράσταση είχε επιτυχία, για τα δεδομένα της εποχής και είχαν γράψει γι' αυτήν οι εφημερίδες και τα περιοδικά («Γεύση από Τρίχες στην Αθήνα», στο τεύχος 15 του περιοδικού Ψυχαγωγία).

 

Αναφέρει σχετικά ο Κώστας Κατσάπης στο βιβλίο του Το «Πρόβλημα Νεολαία» [εκδόσεις Απρόβλεπτες, 2013]:

 

«Η παράσταση παρά το γεγονός ότι παρουσίαζε στο κοινό οκτώ μονάχα τραγούδια της αυθεντικής παράστασης αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την αθηναϊκή νεολαία. Για πρώτη φορά ένα θεατρικό έργο-σταθμός της χίπικης κουλτούρας παιζόταν στην Αθήνα (αρχικά στο κέντρο Πάιπερ και κατόπιν στο θέατρο Γκλόρια) και η ανταπόκριση των νέων της πρωτεύουσας υπήρξε, όπως ήταν αναμενόμενο, εντυπωσιακή. "Τρίχες επάνω και κάτω από την σκηνή" έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα Βραδυνή, ενώ η Ψυχαγωγία στεκόταν στον ενθουσιασμό του πολυπληθούς κοινού που έφευγε από την παράσταση "με τα χέρια και τα πόδια να πλέουν μέσα στο ρυθμό, με τα μάτια γεμάτα όμορφα νιάτα και χρώματα, με τα μαλλιά λουσμένα με ανθοπέταλλα"».

 

Από το βιβλιαράκι του Λεωνίδα Χρηστάκη για το «Hair» (1971)

 

Το 1971 το Hair εξακολουθούσε να εκπέμπει (εξάλλου παιζόταν ακόμη και στις ΗΠΑ και στην Βρετανία και σε άλλες χώρες) και κάπως έτσι κυκλοφορεί στην Ελλάδα ένα 16σέλιδο βιβλιαράκι με εικόνες και κείμενα από-και-για το θεατρικό έργο, το οποίο (βιβλιαράκι) είχε τίτλο «Τρίχες / Το εντόπιο αμερικάνικο ερωτικό ροκ-μιούζικαλ». Στην έκδοση εκείνη είχε ανακατευτεί ο Λεωνίδας Χρηστάκης, και εντός έβλεπες φωτογραφίες και διάβαζες κακομεταφρασμένους στίχους από κάποια Χαρά Νικολαΐδου.

 

Στην ουσία το βιβλιαράκι αυτό ήταν μια περίπου ανατύπωση τού 20σέλιδου βρετανικού προγράμματος του Hair, με άλλο, διαφορετικό, κασέ.

 

Στην αρχή ο Χρηστάκης γράφει κάτι υπερβολές του στυλ «οι δηλώσεις τόσο των δημιουργών του έργου όσο και του μουσικοσυνθέτη είναι, μπορεί να πει κανείς, κείμενο αξίας έως εκατό ποιητικών συλλογών», εννοώντας, προφανώς, τις καλύτερες (ποιητικές συλλογές) και όχι τις χειρότερες – κάτι που, φυσικά, το παίρνεις εντελώς στην πλάκα. Παρακάτω, όμως, ο Χρηστάκης εμφανίζεται ως πιο ρεαλιστής, σημειώνοντας:

 

«Το έργο στην βάση του είναι συντηρητικό. Τα κείμενά του εντός μιας λογικής αμερικάνικης. Η μουσική του καλόφωνη και μελωδική. Η παράσταση είναι μέσα στα πλαίσια του Μπροντγουαίη, αλλά αντιμπροντγουαιηκή. Δηλαδή είναι πολυπρόσωπο, είναι μουσικοχορευτικό, είναι χρωματισμένο με άπειρα φωτιστικά, αλλά είναι... διαφορετικό. Του λείπει ο ροζ καλλίγραμμος πλούτος και η γλυκερή μελωδία, το ρυθμικό μπαλλτάρισμα και η καθωσπρέπει γάμπα... που βάραιναν απελπιστικά στα μάτια των θεατών του Μπροντγουαίη».

 

Όσον αφορά στην υπόθεση του έργου σημειώνεται σχετικώς στο μέσα μέρος της έκδοσης:

 

«Άσπροι άνθρωποι στέλνουν μαύρους για να πολεμήσουν κίτρινους, υπερασπίζοντας τη γη που έκλεψαν από τους κίτρινους ή αύριο το πρωί, στα πρώτα σκαλοπάτια του σίτυ-χωλ, θα γίνει μια μεγάλη συγκέντρωσι για την ειρήνη, φέρτε κουβέρτες και... κολατσιό».

 

Εντάξει είναι όλα αυτά, αλλά όταν διαβάζεις στο τέλος πως «δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση στίχων και φωτογραφιών χωρίς την έγγραφη άδεια του Λ. Χρηστάκη», λες και το βιβλιαράκι αφορούσε σε κάποια πρωτότυπη εργασία, δεν γίνεται να μην (ξανα)γελάσεις.

 

Πώς αντιμετώπισε, τότε, το 1971-72, η ελληνική αριστερά το Hair;

Υπάρχουν στοιχεία για το θέμα μας ή θα αποδεχθούμε, έτσι χωρίς κάποια έρευνα, μοιραία, το δήθεν θέσφατο πως η αριστερά, εκείνα τα χρόνια, στην Ελλάδα, εναντιωνόταν στην ποπ (και στο ροκ) και σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας γενικότερα;


Ας πούμε λοιπόν από την αρχή πως μεγάλος fan του Hair ήταν, τότε, ο Μίκης Θεοδωράκης.

 

Όταν δημοσιευόταν εκείνο το άρθρο του Γιάννη Πετρίτση για το Hair στο περιοδικό Ψυχαγωγία –στις 3 Μαρτίου 1970, υπενθυμίζω– ο Μίκης Θεοδωράκης βρισκόταν ακόμη στην Ελλάδα, εγκλωβισμένος στο στρατόπεδο του Ωρωπού (η φυγή στο Παρίσι θα συνέβαινε την 13η Απριλίου εκείνης της χρονιάς). Λέμε λοιπόν πως ο Θεοδωράκης είχε διαβάσει σε πρώτο χρόνο το κείμενο του Γιάννη Πετρίτση για την παράσταση στο Λονδίνο, καθώς θα ασχολιόταν εκτεταμένα μ' αυτό (με το κείμενο) στο βιβλίο του Μουσική για τις Μάζες [Ολκός, 1972].

 

Όμως πριν απ' αυτό είχε ήδη εκφραστεί ο Έλληνας συνθέτης για το Hair σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό Pop Music και στον δημοσιογράφο Alain-Guy Aknin. Η συνέντευξη είχε αναδημοσιευθεί στα Επίκαιρα (#127, 8-14 Ιανουαρίου 1971), είχε τίτλο «Μουσική Ποπ: η τελευταία ελπίδα της νεολαίας» και σε κάποιο σημείο διαβάζουμε τον Μίκη Θεοδωράκη να λέει:

 

«Είχα βρη ένα νέο τρόπο επαφής με το κοινό: τις λαϊκές συναυλίες, όπου οι μουσικοί, οι τραγουδισταί και ο συνθέτης στέκονταν σε μια σκηνή στο ύψος του κοινού και βρίσκονταν σε άμεση επαφή μαζί του, μάτια με μάτια. Σε αυτά τα έργα έβαζα, σαν βάση της λαϊκής μουσικής, μυθολογικές αφηγήσεις, που αφορούσαν τη σύγχρονη μυθολογία μας. Διαπίστωσα στη συνέχεια, δεν ξέρω αν έγινε συνειδητά ή τυχαία, ότι στις Τρίχες λόγου χάρη –που είδα στη Νέα Υόρκη και πολύ μου άρεσαν (σ.σ. να κι ένας τρίτος Έλληνας, μετά τον Λευτέρη Βουρνά και τον Γιάννη Πετρίτση, που είχε δει την παράσταση)– υπάρχει το ίδιο πάντρεμα ανάμεσα στη σύγχρονη μουσική και στη μυθολογία του καιρού μας, την αμερικανική μυθολογία. Βρίσκεις εκεί τα σύμβολα τής αμερικανικής ζωής: τον νέγρο, τον στρατιώτη, τη σημαία, τον ερωτισμό. Είναι τα σύμβολα της εποχής μας, και έχω την εντύπωση ότι από αυτά ακριβώς τα πράγματα θα ξεπηδήση ένα μεγάλο σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο, ένα είδος μεγάλης τραγωδίας, ένα μεγάλο ορατόριο».

 

Παρακάτω ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει για τον Bob Dylan και την Joan Baez, τους Beatles, τα φεστιβάλ στο Woodstock και στο Isle of Wight και άλλα διάφορα.

 

Όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, μετά τα μέσα του 1972, το βιβλίο του Μουσική για τις Μάζες, ο ίδιος ο Θεοδωράκης βρισκόταν εκτός της χώρας, αυτοεξόριστος, με το μουσικό έργο του να είναι επισήμως και από παντού απαγορευμένο.

 

Το βιβλίο αποτελείτο από την Εισαγωγή, τρία κεφάλαια (που τιτλοφορούνταν «Το άξιον εστί», «Για μια σύγχρονη τραγωδία / Τα τραγούδι του νεκρού αδελφού», «Η μουσική μας κληρονομιά»), Επίλογο και Παράρτημα, όμως κάθε κεφάλαιο είχε και ξεχωριστά συμπληρώματα – άρα μιλάμε για «συμπλήρωμα στο πρώτο κεφάλαιο», για «συμπλήρωμα στο δεύτερο κεφάλαιο» και για «συμπλήρωμα στο τρίτο κεφάλαιο».  Το «συμπλήρωμα στο δεύτερο κεφάλαιο» είναι ουσιαστικά αφιερωμένο στο Hair!

 

Μίκης Θεοδωράκης και Γιάννης Πετρίτσης. Πηγή: facebook


Σημειώνει στην αρχή ο Μίκης Θεοδωράκης:

 

«Όταν έγραφα το Β κεφάλαιο "Για μια σύγχρονη τραγωδία" δεν είχα υπ' όψη μου το περιεχόμενο του πιο γνωστού μιούζικαλ της εποχής μας που έχει τον τίτλο ΤΡΙΧΕΣ. Εντελώς τυχαία έπεσε στα χέρια μου η μαρτυρία του κ. Γιάννη Πετρίτση που δημοσιεύτηκε στο τεύχος αριθ. 10 του περιοδικού Ψυχαγωγία. Δεν έχω παρά να προσθέσω αυτούσια τα πιο σημαντικά αποσπάσματα απ' αυτό το άρθρο. Τα συμπεράσματα νομίζω ότι βγαίνουν μόνα τους».

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει να σχολιάσει δεκατρία διαφορετικά σημεία της παράστασης, στα οποία, αφού αναφέρει τα αποσπάσματα που τον ενδιαφέρουν από το κείμενο του Πετρίτση, προβαίνει στις δικές του παρατηρήσεις. Στο υπ' αριθμόν 8 σημείο, διαβάζουμε:

 

«Αμερικάνικη σημαία. Τι σατιρίζουν άραγε; Τον οποιοδήποτε εθνικισμό; Είναι, όπως γράφει ο κ. Πετρίτσης, η σημαία το σύγχρονο σύμβολο καταπίεσης του εθνικισμού; Είναι ποτέ δυνατόν να εξισώσουμε λ.χ. τον αμερικάνικο με τον βιετναμέζικο εθνικισμό; Το πιο πιθανό είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, της σημαίας των ΗΠΑ, θα πρέπει να καταδικάζεται το πνεύμα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Επίσης δεν θα πρέπει, νομίζω, να περιμένουμε απαστράπτουσα ιδεολογική καθαρότητα από το κίνημα των χίππυς. Όλη του η αξία και η δύναμη έγκειται στο φαινόμενο και το χαρακτήρα της διαμαρτυρίας. Οι προηγούμενες γενιές αφομοιώθηκαν αδιαμαρτύρητα μέσα στο τερατώδικο στομάχι του καπιταλιστικού κόσμου. Η τωρινή γενηά βγάζει κραυγές. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρώτη μορφή συνειδητοποίησης των αυστηρών προβλημάτων, που θέτει ο ιμπεριαλισμός μπροστά στη σύγχρονη νεολαία».

 

Η «ανάγνωση» του Μίκη Θεοδωράκη στο Hair καθορίζεται, βεβαίως, από την γενικότερη ιδεολογία του. Μέσα στο έργο εντοπίζονται σύμβολα (τα ρομπότ, ο ήλιος, τα συνθήματα, ο χορός κ.λπ.), στα οποία προσδίδονται ευρύτερες, πανανθρώπινες θα λέγαμε, διαστάσεις, πέραν ακόμη και από τις προθέσεις των ίδιων των δημιουργών του, όμως αυτά συμβαίνουν συχνά στις αναλύσεις.

 

Το βασικό ζήτημα, της τοποθέτησης του Hair μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της ποπ-ροκ κουλτούρας, παρά τις ενδιαφέρουσες ιδεολογικοπολιτικές αναγωγές τού Μ. Θεοδωράκη, εξακολουθεί να παραμένει ένα ζητούμενο για την εποχή. Πώς επηρέασαν δηλαδή την ελληνική ποπ-ροκ σκηνή, το θέατρο (Χίπισσα Ιωάννα) κ.λπ., ακόμη και την λαϊκή δημοσιογραφία, τα προεόρτια της «εποχής του Υδροχόου». Όμως αυτό είναι ένα άλλο θέμα...

 

 

Γιώργος Ρωμανός - Η ζωή είναι ένα όνειρο

 

Το 1977 το Hair ανεβαίνει ξανά στο Broadway για λίγες παραστάσεις, περνώντας απαρατήρητο και δύο χρόνια αργότερα, το 1979, γίνεται ταινία από τον εμιγκρέ Τσεχοσλοβάκο (τότε) σκηνοθέτη Miloš Forman – με τη μουσική και τα τραγούδια του Galt MacDermot εννοείται.

 

Η ταινία προβάλλεται στην Ελλάδα, προς τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς και οι κριτικές, γενικώς και δικαίως, δεν είναι ικανοποιητικές.

 

Ο Forman καταπιάνεται μ' ένα θέμα που είχε κλείσει τον κύκλο του. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ είχε τελειώσει με την συντριβή των Αμερικανών, το κίνημα των hippies ήταν πλέον παρελθόν, η αντικουλτούρα είχε οριστικώς ενταφιαστεί και θα περίμενε κανείς, πως, μέσα στο φιλμικό Hair, όλα αυτά κάπως θα εντάσσονταν. Πως θα υπήρχαν εν πάση περιπτώσει κάποιοι υπαινιγμοί για το πώς όδευσαν τα πράγματα ή μια βαθύτερη ματιά σε σχέση με τα γεγονότα τού τότε (του '67) και τον απόηχό τους στα κατοπινά πράγματα. Τίποτα απ' αυτά.

 

To εσωτερικό άνοιγμα του δίσκου βινυλίου, σάουντρακ, με την μουσική από την ταινία «Hair», σε σκηνοθεσία Miloš Forman (1979)

 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην εφημερίδα Το Βήμα (13 Νοεμβρίου 1979) έγραψε πως ο Φόρμαν «θεώρησε σκόπιμο να νεκραναστήσει τις Τρίχες και τη ρομαντική εποχή τους, προσπαθώντας όμως επιμελέστατα να απαλύνει όλες τις αναρχικές και προκλητικές αιχμές, ώστε η φιλμαρισμένη και μουμιοποιημένη, μέσα στη ζελατίνα, ποπ όπερα να γίνει θέαμα αξιοπρεπές και κατάλληλο για τους παπιονάκηδες»... και είχε δίκιο.

 

Καλύτερη τύχη είχε πάντως το 2LP με το σάουντρακ, που κυκλοφόρησε σε τρεις τουλάχιστον κοπές, σε ετικέτα RCA Victor (που την διακινούσε τότε στην Ελλάδα η MINOS) και που περιλάμβανε τα κλασικά κομμάτια, συν κάποια που δεν μπήκαν στο φιλμ, συν ένα νέο τραγούδι του MacDermot και ό,τι άλλο. Η ενορχήστρωση ήταν καινούρια φυσικά (πιο funky χοντρικώς – ουδεμία σχέση με τον ήχο των sixties), ενώ και οι πιο νέες φωνές (Ren Woods, John Savage, Beverly D'Angelo...) ήταν κι εκείνες προσαρμοσμένες στο τότε.

 

 

Beverly D'Angelo - Good Morning Starshine, 1979 (Hair)

 

Το 2017 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Hair σε θεατρική σκηνή (στο Joseph Papp's Public Theater της Νέας Υόρκης, την 17η Οκτωβρίου 1967) και αυτό γιορτάστηκε δεόντως. Και στις ΗΠΑ και στη Μεγάλη Βρετανία και αλλού στον κόσμο.

 

Στην Ελλάδα το Hair ανέβηκε στο θέατρο Χώρα, στις 15 Νοεμβρίου 2017, σε απόδοση-σκηνοθεσία Δημήτρη Μαλισσόβα (με πρωταγωνιστές τους Αιμιλιανό Σταματάκη, Μαίρη Συνατσάκη, Ίαν Στρατή, Άρη Πλασκασοβίτη, Angelika Dusk κ.ά.).

 

Η παράσταση διαφημίστηκε δεόντως –προσωπικά δεν την είδα– και ανάμεσα στα πολλά που διάβαζες γι' αυτήν στα μίντια ήταν κι εκείνο το «ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα». Φυσικά δεν ήταν η πρώτη φορά, μα η δεύτερη.

 

Κανένας, ως φαίνεται, δεν ήξερε ή δεν θυμόταν εκείνη την πρώτη απόπειρα τού Γιάννη Πετρίτση, από τον Μάιο του 1970, την οποία είχαν παρακολουθήσει (είναι απίστευτο – το γράψαμε) και η Joni Mitchell με τον Cary Raditz.

 

Μαίρη Συνατσάκη και Αιμιλιανός Σταματάκης από το δεύτερο ελληνικό ανέβασμα του «Hair», στο θέατρο Χώρα, τον Νοέμβριο του 2017.

Θέατρο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια