Χορός

Χορεύοντας πλάι στ' αγάλματα

Μπορεί ο χορός να συνυπάρξει με την ακινησία των μνημείων των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων; Οι χορευτές και οι χορογράφοι του Μπαλέτου της ΕΛΣ παρουσιάζουν, καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, μια σειρά χορευτικών soli στους εσωτερικούς χώρους αρχαιολογικών μουσείων σε όλη τη χώρα.

Μπορεί ο χορός, που κατά κύριο λόγο σημαίνει κίνηση, να συνυπάρξει με την ακινησία των μνημείων των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων; Και ποια είναι η δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί από αυτήν τη σχέση; Αυτό φαίνεται να είναι το στοίχημα στο οποίο ποντάρουν οι χορευτές και οι χορογράφοι του Μπαλέτου της ΕΛΣ μέσα από μια σειρά χορευτικών soli που έχουν ξεκινήσει να παρουσιάζονται και θα συνεχίσουν να λαμβάνουν χώρα στους εσωτερικούς χώρους αρχαιολογικών μουσείων σε όλη τη χώρα.

 

Ο χορός λοιπόν δίνει το δικό του ξεχωριστό στίγμα στις καλοκαιρινές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή χορευτών του Μπαλέτου της ΕΛΣ αλλά και του καταξιωμένου Γιώργου Κοτσιφάκη. Ως μια συνομιλία κίνησης και ακινησίας, θα παρουσιαστούν χορογραφίες των Ιωάννας Πορτόλου, Γιάννη Νικολαΐδη, Χρήστου Παπαδόπουλου, Κωνσταντίνου Ρήγου και χορευτών του Μπαλέτου της ΕΛΣ.

 

Τα χορευτικά soli πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού «Όλη η Ελλάδα, ένας πολιτισμός» ενώ οι παραστάσεις διεξάγονται μέσα στο ωράριο λειτουργίας των Μουσείων και προσφέρονται δωρεάν. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο για την είσοδο σε κάθε χώρο, όπου υπάρχει, όμως προσοχή διότι η προκράτηση θέσης είναι υποχρεωτική. Προκρατήσεις εδώ.

 

Η μεγαλύτερη πρόκληση σχετικά με αυτό το εγχείρημα είναι να καταφέρεις να δημιουργήσεις έναν διάλογο με το περιβάλλον και τα εκθέματα, να δημιουργήσεις μια νέα ισορροπία, μια σύγκρουση, που θα γεννήσουν μια καινούρια συνθήκη, ενδιαφέρουσα για τον θεατή.

 

Πόσο διαφορετικό όμως είναι ο σύγχρονος χορός να παρουσιάζεται μέσα σε δημόσιο χώρο και δη μέσα σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους σε σχέση με τη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής; Όπως λέει ο διευθυντής Μπαλέτου της ΕΛΣ, Κωνσταντίνος Ρήγος, «ο κάθε σκηνικός χώρος έχει τη δική του συνθήκη - ψυχολογία, ο θεατής τον αναγνωρίζει και είναι εξοικειωμένος με το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρακολουθεί μια παράσταση, στους δημόσιους χώρους, όμως, τα πλαίσια θέασης αλλάζουν, δημιουργείται ένα ξάφνιασμα, μια νέα συνθήκη τόσο για τον θεατή όσο και για τον περφόρμερ. Αυτή η νέα συνθήκη δημιουργεί έναν ηλεκτρισμό. Χωρίς τις γνωστές σκηνικές συνθήκες το θέαμα είναι γυμνό από το πλαίσιό του και άρα ευάλωτο, αλλά ίσως και πιο ουσιαστικό. Η σχέση απόστασης διαλύεται και δημιουργείται ένας καινούριος κώδικας επικοινωνίας. Είναι σαν την στιγμή που ερωτευόμαστε: ξεκινάμε από την αρχή.

 

Ελευθερία Στάμου. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Έλτον Ντιμρότσι. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους - μουσεία η συνθήκη αυτή φορτίζεται από το περιεχόμενο των εκθεμάτων που έχουν τη δική τους αφήγηση και με την οποία οφείλεις να συνδιαλλαγείς. Πλέον ο περφόρμερ δεν είναι μόνος του απέναντι στον θεατή αλλά πάνω του πέφτει και το μάτι των "ακίνητων" θεατών που παρευρίσκονται στον χώρο πριν από αυτόν, έχουν την δική τους ιστορία και θα μείνουν στο σκοτάδι, και όταν οι άλλοι θα έχουν φύγει».

 

Η μεγαλύτερη πρόκληση σχετικά με αυτό το εγχείρημα, σύμφωνα πάντα από τον ίδιο, «είναι να καταφέρεις να δημιουργήσεις έναν διάλογο με το περιβάλλον και τα εκθέματα, να δημιουργήσεις μια νέα ισορροπία, μια σύγκρουση, που θα γεννήσουν μια καινούρια συνθήκη, ενδιαφέρουσα για τον θεατή».

 

Στο χορευτικό solo κατά το οποίο χορογράφησε τον Βαγγέλη Μπίκο στον χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου (κεντρική φωτο), o Κωνσταντίνος Ρήγος εμπνεύστηκε από την περίοδο του εγκλεισμού και τη σιωπή της πόλης. «Ένα σώμα αρχετυπικό, αντρικό, στέρεο, εγκλωβισμένο μέσα σε καδρόνια αναστήλωσης αναπνέει από την αρχή. Ζωντανεύει από τον αέρα που εκπνέει ένα πνευστό όργανο δημιουργώντας τη μελωδία της αναπνοής του, αλλά και της τελικής του αποδέσμευσης από τον περιορισμό. Μια εικαστική κινητική διαδρομή όπου το σώμα δημιουργεί αρχιτεκτονικές χειρονομίες σε συνομιλία με τα "στατικά" αγάλματα στον χώρο» σημειώνει σχετικά με αυτό.

 

Ο χορευτής Γιώργος Κοτσιφάκης θα παρουσιάσει ένα χορευτικό σόλο σε χορογραφία Χρήστου Παπαδόπουλου, με τη συνοδεία του καλλιτεχνικού διευθυντή της Εστουδιαντίνας Νέας Ιωνίας Βόλου και δεξιοτέχνη στο σαντούρι Ανδρέα Κατσιγιάννη αρχικά την 1η Αυγούστου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σαλαμίνας, στο Αθανασάκειο Μουσείο Βόλου (31 Αυγούστου), στο Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας (2 Σεπτεμβρίου), στο Δίδυμο Οθωμανικό Λουτρό Τρικάλων (6 Σεπτεμβρίου) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καρδίτσας (7 Σεπτεμβρίου).

 

Σόλο του Γιώργου Κοτσιφάκη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά. Φωτ.: Βαλέρια Ισάεβα

 

Ο Χρήστος Παπαδόπουλος σημειώνει σχετικά: «Παρατηρώντας ένα έργο τέχνης που εκτίθεται σε ένα μουσείο και κυρίως ένα γλυπτό από την αρχαϊκή, κλασική ή ελληνιστική εποχή, το μυαλό μας νιώθω πως ελευθερώνεται σε ένα φαντασιακό τοπίο γεμάτο παλμό και κίνηση. Αυτό συμβαίνει με θαυμαστό τρόπο όταν η ιδέα του δημιουργού-γλύπτη υπερβαίνει την ύλη, αλλά και με τη σειρά της η ύλη που βρίσκεται μπροστά μας ξυπνά μέσα σε κάθε της μόριο την ιδέα. Αυτό επιτρέπει μια απόλυτα προσωπική, σχεδόν μοναχική σχέση του παρατηρητή με το γλυπτό, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ζωής. Αυτή η στιγμιαία εντύπωση ζωής της πέτρας, όπου σχεδόν μπορείς να διακρίνεις την αναπνοή της, αποτέλεσε και την πρωταρχική κινησιολογική μας αφετηρία.

 

Μέσα από αυτό το συναρπαστικό παιχνίδι ιδέας και ύλης, η μελέτη της σχέσης σώματος και ήχου μοιάζει κοντινή. Ο ήχος μπορεί να οπτικοποιείται, να μετουσιώνεται σε ύλη και σώμα, αποκτώντας χωρική διάσταση. Από τη μεριά του το σώμα επιχειρεί να οικειοποιηθεί την αφαίρεση του ήχου, να παίξει με τον τρόπο αναπαραγωγής του μέσα από το μουσικό όργανο, παράγοντας ένα πολύσημο αφήγημα.

 

Παίζοντας με αυτές τις σκέψεις φτιάξαμε μαζί με τον χορευτή και συνεργάτη μου, Γιώργο Κοτσιφάκη, και με τον μουσικό μας, Αντρέα Κατσιγιάννη, ένα σύντομο ντουέτο για ένα σώμα και ένα όργανο».

 

«Ο χορός, όπως και οποιαδήποτε παρασταστική τέχνη, μπορεί να υπάρξει παντού. Πόσο μάλλον σε ένα μουσείο ή έναν αρχαιολογικό χώρο όπου ο επισκέπτης είναι εκεί για να δει κάτι» λέει ο Γιάννης Νικολαΐδης που χορογραφεί την Ελευθερία Στάμου.

 

Η ίδια πιστεύει ότι κάθε έκθεμα κρύβει μια ιστορία από πίσω, σε κάθε ακινησία ενός αγάλματος υπάρχει κίνηση, έστω και στατική. «Αυτό που βλέπω είναι μεν κάτι στατικό και άψυχο, αλλά κοιτώντας το κάθε μνημείο δημιουργώ στο μυαλό μου την ιστορία, κοιτάζω τις γεωμετρίες, την ορμή, τα χρώματα, τις εκφράσεις, τις υφές και σκέφτομαι πως όλα αυτά είναι στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν μια ολόκληρη χορογραφία.

 

Το solo που φτιάξαμε με τον χορογράφο μου, Γιάννη Νικολαΐδη, είναι ιδιαίτερο και σαν ιδέα, αλλά και λόγω του κοστουμιού και της τεχνικής του δυσκολίας. Θέλαμε να δηλώσουμε πώς είναι κάποιος να ζει σε ένα ξένο σώμα και την προσπάθεια που μπορεί καταβάλλει ώστε να απαλλαγεί από αυτό» εξηγεί η χορεύτρια της ΕΛΣ.

 

Έλενα Κέκκου. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Φώτης Διαμαντόπουλος και Ρέα Τσαντούρη. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Στην προσέγγιση του Γιάννη Νικολαΐδη δεν υπάρχει απολύτως καμία σύνδεση της κίνησης των χορευτών με τα μνημεία ή τα εκθέματα. «Ωστόσο, ξεκινώ με τη βασική αίσθηση που έχω συχνά σε ένα μουσείο, ότι τα εκθέματα, δηλαδή, σε αυτό δεν προορίζονταν να είναι εκεί. Είναι αιχμάλωτα του χρόνου που έχει περάσει ή της ανθρώπινης απληστίας. Νιώθω το ίδιο, τις ελάχιστες φορές που έχω βρεθεί σε ζωολογικούς κήπους».

 

Αυτό που διερευνά με το συγκεκριμένο solo είναι «ο περιορισμός που μπορεί να επιβληθεί σε ένα ανθρώπινο σώμα, σε βαθμό που αυτός γίνεται εγκλωβισμός. Σε μια συνθήκη όπου το πνεύμα παγιδεύεται σε ένα σώμα, που αδυνατεί να το εξυπηρετήσει. Αυτή η συνθήκη είναι συνήθως μοιραία και τσακαλώνει ανεπανόρθωτα τον άνθρωπο που τη ζει. Τα σώματα των χορευτών μου εγκλωβίζονται σκόπιμα σε κοστούμια-πανοπλίες, τα οποία είναι κατασκευασμένα για να κρατούν τα περιεχόμενα τους ασφαλή, άκαμπτα και αυστηρά περιορισμένα. Είναι οι δικοί μου ιππότες της ασφάλτου» καταλήγει.

 

Για την χορεύτρια της ΕΛΣ, Μαργαρίτα Κώστογλου, που επίσης χορογραφείται από τον Γιάννη Νικολαΐδη, η τέχνη του χορού είναι και αυτή ένα μέρος του πολιτισμού μας. «Ο συνδυασμός της με τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία είναι πολύ συμβολικός, καθώς η δική μας τέχνη συναντά τις άλλες και μέσω της επαφής αυτής δημιουργείται ένα πάντρεμα μοναδικό και πρωτότυπο. Η συνομιλία του σώματός μας με τα εκθέματα των αρχαιολογικών χώρων είναι μια εμπειρία δύσκολη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα. Με την κίνηση μας, την έκφραση και τη ζωντάνια του τώρα ερχόμαστε σε επαφή με την ακινησία και την ιστορία του παρελθόντος, που έχει τόσα πολλά να μας πει και να μας διδάξει, παρόλο που μένει σιωπηλό και στατικό για αιώνες. Μέσω του σώματος και της ψυχής μας συνδεόμαστε με το άψυχο και όλη αυτή η εμπειρία προκαλεί δέος και είναι πηγή έμπνευσης και συγκίνησης για τον χορευτή.

 

Για μένα η αντίφαση μεταξύ της κίνησης των χορευτών και της ακινησίας των εκθεμάτων ουσιαστικά δεν υπάρχει. Πρόκειται για βαθιά σύνδεση. Αισθάνομαι ότι μέσα από τα κορμιά μας αναβιώνει και αποτυπώνεται η κίνηση που κάποτε είχαν τα εκθέματα, η κίνηση που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία τους. Είναι ένας φόρος τιμής που αποδίδουμε εμείς σήμερα μέσω της δικής μας έκφρασης και σωματικότητας, στην κίνηση και στην υπόσταση του παρελθόντος.

 

Αυτό που θα ήθελα να δηλώσω μέσα από το solo μου, σε χορογραφία του Γιάννη Νικολαΐδη, είναι η ιδέα του απεγκλωβισμού. Η φυγή δηλαδή από καθετί που μπορεί να μας κρατάει δέσμιους, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, είτε σωματικά είτε ψυχικά. Η φυγή από όλα αυτά που μας εμποδίζουν να ελευθερωθούμε, να αναπνεύσουμε και να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Η διαδικασία αυτή παίρνει χρόνο και είναι επίπονη, στοιχείο το οποίο προσπαθώ να αποδώσω με τις κινήσεις μου στην αρχή του solo. Έπειτα όμως από τη δύσκολη προσπάθεια για αποδέσμευση και απώλεια του "βάρους" έρχεται σταδιακά η κάθαρση και η λύτρωση, η οποία γίνεται πραγματικό βίωμα για μένα στο τέλος του συγκεκριμένου solo».

 

Η Ιωάννα Πορτόλου, που χορογραφεί τον Φώτη Διαμαντόπουλο και τη Ρέα Τσαντούρη, σημειώνει σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζει την τέχνη του χορού με τους αρχαιολογικούς χώρους πως «το σώμα υπάρχει και αναπνέει στο παρόν. Το παρελθόν υπάρχει καταγεγραμμένο στα σώματα που το έζησαν και μετά συνεχίζει να ζει στην συλλογική μνήμη», ενώ μας καλεί να ξαναθυμηθούμε το Άρθρο 1 του συντάγματος που λέει ότι «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα» αλλά και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948) που λέει ότι «Με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τη δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών η διεθνής κοινότητα ορκίστηκε να μην ξανασυμβούν ποτέ στο μέλλον οι αγριότητες και η κτηνωδία που προκάλεσε αυτός ο πόλεμος». Κι αναρωτιέται: «Πώς ακούγεται όμως σήμερα αυτό το κείμενο αν μπορούσαμε να το εκφωνήσουμε από ένα βάθρο; Πόσο επηρεάζει το ιστορικό πλαίσιο ή η έλλειψη του;».

 

Η Έλενα Κέκκου, που χορογραφεί τον εαυτό της, πιστεύει ότι όλες οι μορφές τέχνης συσχετίζονται διότι διέπονται από την ίδια ιδέα: την αποκωδικοποίηση του συναισθήματος. «Η κίνηση εμπεριέχει ακινησία και το αντίστροφο. Η έκφραση μέσα από τις δύο αυτές έννοιες είναι η σύνδεση μεταξύ τους. Κάθε ύπαρξη είναι μοναδική. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια ατέρμονη γραμμή που, κατά την πορεία της, τέμνεται με άλλες γραμμές δημιουργώντας αλληλεπίδραση. Ξεκινά μόνη και καταλήγει μόνη. Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται στο ενδιάμεσο. Η κίνηση εμπεριέχει έναν κώδικα που ξεκλειδώνει την ουσία της ύπαρξης και την οριοθετεί. Η επιλογή της θέσης είναι αυτή που καθορίζει την διαδρομή» καταλήγει.

 

Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο (21/7/20), Στέλιος Κατωπόδης. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Τέλος, σύμφωνα με τον χορευτή της ΕΛΣ Στέλιο Κατωπόδη, ο οποίος θα εκτελέσει χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου αλλά και του Αγάπιου Αγαπιάδη, τα χορευτικά soli στα μουσεία «είναι ευκαιρία να συναντηθεί με καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, αγιογράφους, σμιλευτές, γλύπτες, δημιουργούς που έχουν αφήσει κομμάτι τους επάνω στα δημιουργήματα τους, ψυχή-ενέργεια-έμπνευση, και να συνομιλήσω με την εποχή τους και το πνεύμα τους. Τα έργα και τα μνημεία είναι το σκηνικό και ο χορός η σκηνική δράση. Η διανόηση του σώματος συναντά το πνεύμα εποχών που χάραξαν ιστορία και έδωσαν συνέχεια στον πολιτισμό. Η τέχνη του χορού λειτουργεί καθόλα σαν σύνδεση στον χρόνο και ο χώρος αποκτά μια άλλη υπόσταση γιατί πλημμυρίζει από συναίσθημα και χειρονομία που ο συμβολισμός τους αποκωδικοποιεί τον λόγο που στέκεται αγέρωχα στο χρόνο. Μέσα από αυτό το solo, θέλω να δηλώσω ότι ο ελληνισμός και ο ανθρώπινος πολιτισμός έχουν συνέχεια, διαπνέουν και εμπνέονται στο τώρα, κάνοντας βουτιά στο παρελθόν, και ατενίζουν το φως που φέρνει το μέλλον».

 

Δείτε όλο το πρόγραμμα εδώ.

Θέατρο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια