Θέατρο

Η επιστροφή του Αλέξανδρου Αβρανά στο θέατρο

Ο βραβευμένος στη Βενετία σκηνοθέτης ανεβάζει το «Σ' εσάς που με ακούτε», το τελευταίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, στο Εθνικό Θέατρο και παραμένει ενθουσιώδης με κάθε του νέο πρότζεκτ, παρά τις αναποδιές που του έχουν συμβεί στο παρελθόν.

Η επιστροφή του Αλέξανδρου Αβρανά στα θεατρικά δρώμενα ήταν προγραμματισμένη στο ανοιξιάτικο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας της πανδημίας. Έπειτα από τις απαραίτητες σκηνικές προσαρμογές και αρκετές αλλαγές στην αρχική διανομή, το Σ' εσάς που με ακούτε, το τελευταίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη που πρωτοανέβασε ο Λευτέρης Βογιατζής, είναι έτοιμο να συναντήσει ξανά το κοινό του. Τοποθετημένο στο Βερολίνο των αρχών του νέου μιλένιουμ, το έργο πραγματεύεται τη διαφυγή και το τίμημά της.


Φτάνω στην πρόβα την ώρα που δουλεύουν πάνω σε μια σκηνή ξέφρενου ομαδικού χορού με τις οδηγίες της χορογράφου Αμάλια Μπένετ. «Δείξ' τους πώς διασκεδάζαμε στην Πόλη». Βλέπω σχεδόν όλο το πρώτο μισό του δεύτερου μέρους, ένα άβολο δείπνο στο τεράστιο τραπέζι που δεσπόζει τη σκηνή, στην κεφαλή του οποίου κάθεται η ανατριχιαστικά καίρια Αγλαΐα Παππά.

 

Οι ατάκες μοιάζουν ασύνδετες («οι χαρακτήρες είναι ως επί το πλείστον μονολογικοί», θα μου πει αργότερα ο σκηνοθέτης, «λένε αυτά που θέλουν να πουν, αλλά δεν περιμένουν απάντηση»), όμως ο Αβρανάς επιμένει πάρα πολύ στις συνδέσεις, στις ανάσες, στα βλέμματα, στην απόδοση της «κοινωνικής βλακείας», δημιουργώντας εντυπωσιακές θεατρικές εικόνες. Αεικίνητος και ο ίδιος, με απρόσκοπτο και συνειρμικό λόγο, απαιτητικός από τους ηθοποιούς του, ο βραβευμένος στη Βενετία δημιουργός μού μιλά για τα ζωτικά ψεύδη των ηρώων του έργου, το τέλος των ιδεολογιών που ζούμε σήμερα, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε με τις προηγούμενες ταινίες του και το ενθουσιώδες νέο κινηματογραφικό του πρότζεκτ.

 

Ουσιαστικά η Αναγνωστάκη έχει φτιάξει επτά χαρακτήρες οι οποίοι, ως επί το πλείστον, είναι μονολογικοί. Λένε αυτά που θέλουν να πουν, μονολογούν, και δεν περιμένουν κανέναν αντίλογο. Αυτό υπάρχει έντονα και στην εποχή μας.

 

— Η επιστροφή σου στο θέατρο γίνεται με το τελευταίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, μια όχι τόσο προφανής επιλογή για σένα, θεωρώ. Γιατί επέλεξες το «Σ' εσάς που με ακούτε»;

Η Νίκη και ο Ήχος του όπλου έχουν ανέβει αρκετές φορές. Με αυτό το έργο έχω μια σύνδεση, λόγω του Βερολίνου, όπου διαδραματίζεται. Επίσης, έχει ένα ενδιαφέρον «κρυφό» πολιτικό κομμάτι. Μιλά γι' αυτούς τους χαρακτήρες που βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο και, όπως και να το κάνουμε, η εποχή που ζούμε είναι πολύ μεταιχμιακή. Έχουν τελειώσει οι πολιτικές ιδεολογίες, έχει έρθει μια πρωτοφανής πανδημία που κανείς δεν περίμενε, σαν ταινία sci-fi ‒ κακή κιόλας, χωρίς δράση. Εμένα, λοιπόν, με ενδιέφεραν πολύ αυτοί οι χαρακτήρες.

 

Είναι δύσκολο έργο, είχε πρωτοανέβει από τον Λευτέρη Βογιατζή το 2003, έχει πολύ μεγάλη αποσπασματικότητα, γιατί η Αναγνωστάκη προσπαθεί εδώ να ξεπεράσει τον μοντερνισμό, να μιλήσει για το τέλος του. Μες στην προσπάθειά της να φτιάξει όλον αυτόν τον παράλογο κόσμο, χάνει λίγο αυτό που σήμερα το θέατρο και ο κινηματογράφος χρησιμοποιούν περισσότερο, τη straight forward αφήγηση. Αυτή την αφήγηση προσπαθώ να φτιάξω εγώ.

 

Προερχόμενος και από τον κινηματογράφο και έχοντας σχέση με τα σενάρια, προσπάθησα να κρατήσω την ουσία του έργου, κάνοντας μια δραματουργική επεξεργασία. Δεν με ενδιαφέρει να υποτιμήσω το έργο αλλά να το αναδείξω. Ξέρεις, τα έργα που είναι σε άμεση σχέση με την εποχή τους, πολλές φορές παλιώνουν. Αυτό, τότε, ήταν μια παράσταση κάπως πιο devised theatre, που ήταν ένα πιο «θεμιτό» είδος, την περίοδο της απελευθέρωσης του θεάτρου.

  

— Το είδαμε πολύ στην Ελλάδα, το εξάντλησαν, θα μπορούσαμε να πούμε, οι δημιουργοί.

Το φέραμε από τη Γερμανία και την Αγγλία, το είδαμε αρκετά. Απλώς, κάποια στιγμή, τελείωσε η εποχή που μιλούσαμε μπροστά από ένα μικρόφωνο. Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα, και έχω βρει μια φόρμα υπερβολής, βασίζεται στην έννοια του μελοδραματισμού. Έχοντας σπουδάσει στο Βερολίνο, έζησα αρκετά τους Γερμανούς, οι οποίοι είναι ένας πολύ παγωμένος λαός. Για να μπορέσουν να κρύψουν αυτήν τη συναισθηματική αποστασιοποίηση, υιοθετούν μια φόρμα εξωτερική –την οποία βλέπουμε στον γερμανικό κινηματογράφο, στο θέατρο δεν υπάρχει τόσο–, στο πλαίσιο της οποίας υποτίθεται ότι παίζουν όπως θα έπρεπε να παίζουν. Η κοινωνία τους είναι έτσι δομημένη και νομίζω ότι αυτή η κοινωνία υπάρχει παντού πια.

 

Αυτοί οι άνθρωποι, για να μπορέσουν να υπάρξουν, έχουν φτιάξει ένα ζωτικό ψεύδος. Για παράδειγμα, ο ένας χαρακτήρας λέει «θα πάω να τελειώσω το βιβλίο μου». Δεν πιστεύω καν ότι έχει γράψει παραπάνω από μία σελίδα, αλλά είναι σαν αυτούς τους καλλιτέχνες που περιφέρονται και λένε «θα κάνω μια ταινία, θα γράψω ένα βιβλίο», για να αντέξουν την ανυπαρξία τους. Η άλλη, μετανάστρια δεύτερης γενιάς, λέει «θα γυρίσω στην Ελλάδα, στους δικούς μου ανθρώπους», ενώ ζει σε ένα σπίτι με Έλληνες και πιστεύει ότι, ερχόμενη στην Ελλάδα, θα βρει ξανά την ταυτότητα που ούτε εκεί έχει, αλλά ούτε εδώ θα αποκτήσει, γιατί εδώ θα είναι μια μετανάστρια της Γερμανίας και εκεί μια Ελληνίδα μετανάστρια.

 

Γενικότερα, όλοι οι χαρακτήρες ζουν ένα ζωτικό ψεύδος που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν, για να μην αποκαλύψουν τον φόβο τους. Ο φόβος είναι πολύ σημερινό πράγμα. Η ανασφάλεια και η ανημπόρια μπροστά σε καταστάσεις είναι πολύ εμφανείς. Η οικονομική κρίση κάπως ξαναέρχεται με την πανδημία, το μέλλον είναι αβέβαιο. Αυτά είναι στοιχεία που με ενδιέφεραν στο έργο.

 

Η ιδέα του μεγάλου τραπεζιού, που είναι έξι μέτρα ‒κάπως αφύσικο‒, προέκυψε από την ανάγκη τα επτά άτομα που θα κάθονται γύρω από το τραπέζι να έχουν ενάμισι μέτρο απόσταση μεταξύ τους. Βέβαια, το έργο πραγματεύεται και την απόσταση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων. Φωτ.: Ορφέας Ερμιζάς

 

— Αυτές οι θεματικές είναι που θες να αναδείξεις εν έτει 2020 από ένα έργο του 2003;

Ακριβώς. Ουσιαστικά το 2003 ήταν πολύ κοντά με το '89, που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Τώρα πια δεν είναι, εμείς βλέπουμε τα απόνερά του. Ζούμε το τέλος των ιδεολογιών, που πάρα ταύτα κάπου υπάρχουν ακόμη. Ειδικά στην εποχή μας, ποια ιδεολογία επιβιώνει μπροστά στο «θα ζήσω ή θα πεθάνω»;

 

— Το έργο ήταν να ανέβει πέρσι και φέτος έπρεπε να γίνει προσαρμογή στα μέτρα για τον Covid-19. Τι αλλαγές έκανες; Έχεις ένα μεγάλο τραπέζι για σκηνικό.

Είναι η έννοια του σπιτιού. Όλα είναι μαύρα γιατί έτσι δημιουργείται ένα κινηματογραφικό focus στους χαρακτήρες. Τα κοστούμια και τα σκηνικά της Παπαγεωργακοπούλου για μένα είναι εξαιρετικά. Όλοι μου οι συνεργάτες είναι εξαιρετικοί, κάποιοι προέρχονται από τον χώρο του κινηματογράφου. Η ιδέα του μεγάλου τραπεζιού, που είναι έξι μέτρα ‒κάπως αφύσικο‒, προέκυψε από την ανάγκη τα επτά άτομα που θα κάθονται γύρω από το τραπέζι να έχουν ενάμισι μέτρο απόσταση μεταξύ τους. Βέβαια, το έργο πραγματεύεται και την απόσταση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων.

 

Ουσιαστικά η Αναγνωστάκη έχει φτιάξει επτά χαρακτήρες, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, είναι μονολογικοί. Λένε αυτά που θέλουν να πουν, μονολογούν και δεν περιμένουν κανέναν αντίλογο. Αυτό υπάρχει έντονα και στην εποχή μας. Και τα social media το τροφοδοτούν αυτό, όλοι αισθάνονται σπουδαίοι ή νομίζουν ότι υπάρχει ανάγκη να μιλήσουν, χωρίς καν να έχουν λόγο πολιτικό. Μέσα από αυτή την απόσταση, που υποχρεωτικά υπάρχει, αλλά ενυπάρχει και στο έργο από το 2003, νομίζω ότι μπορέσαμε να χτίσουμε ένα σκηνικό updated, που προάγει τον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων. Ζούμε και με την καθημερινή αβεβαιότητα, είναι πολλές οι παράμετροι. Θέλουμε να κρεμάσουμε έναν πολυέλαιο κοντά σκηνή και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Η απόσταση θα παραμείνει τέσσερα μέτρα από τον θεατή; Θα μεγαλώσει;

  

— Είχες αλλαγές στη διανομή των ηθοποιών σου. Γιατί;

Είμαι πολύ αυστηρός και απαιτητικός με τους ηθοποιούς. Σε ένα έργο του οποίου η δομή είναι δύσκολη και η αφήγησή του κρατιέται μέσα από τους χαρακτήρες, εκείνοι είναι που κάνουν την παράσταση μαγική. Ο μελοδραματισμός των συμπεριφορών είναι που κρατάει τον θεατή και βλέπουμε την εξέλιξη των χαρακτήρων, που φαινομενικά έχουν υιοθετήσει στάσεις οι οποίες κρύβουν τρόμο και αδυναμία. «Οι αδύναμοι, όταν ενωθούν, θα μας φάνε». Θεωρώ ότι οι ηθοποιοί είναι μια δύσκολη περίπτωση. Στο Miss Violence και στο Love me not έκανα 4 και 8 μήνες πρόβα, αντίστοιχα.

 

— Εντελώς θεατρικές οι πρόβες σου και στον κινηματογράφο, σωστά;

Ίδιες, όπως εδώ. Η διαφορά είναι ότι στο σινεμά μπαίνει και μία κάμερα, ενώ εδώ προσπαθώ να κάνω το ίδιο με το βλέμμα του θεατή. Η έννοια του μοντάζ και της σκηνοθεσίας υπάρχει και στην παράσταση. Οπότε ταυτόχρονα απαιτείται μεγάλη τεχνική και συγκέντρωση. Το πιο σημαντικό είναι ότι χρειάζεται εμπλοκή, πρέπει να δούμε ότι διακυβεύεται κάτι για τον ηθοποιό. Αλλιώς παίζουν τον ίδιο ρόλο από παράσταση σε παράσταση.

 

— Είσαι ευχαριστημένος από την τελική σου διανομή;

Πολύ. Κοίτα να δεις, οι αντικαταστάσεις εμένα δεν με φοβίζουν, γιατί όλα είναι για το καλό της παράστασης. Είχα 5 στις 10 αντικαταστάσεις, κάποιες ήταν για τον κορωνοϊό. Ο Γιάννης Βογιατζής, ας πούμε, που ήταν στην αρχική διανομή, δεν μπόρεσε να έρθει λόγω ηλικίας.

 

— Το sound design έχει φοβερά οργανική θέση στην παράσταση. Ακούμε στοιχεία γουέστερν, καράτε και μια τσόντα.

Υπάρχει ένας χαρακτήρας λίγο αδικημένος, ο Χανς, που πρέπει να τον υποδυθεί ένας ηθοποιός 70 χρονών, αλλά δεν έχει σχεδόν ούτε μία ατάκα. Ταυτόχρονα, είναι πολύ σημαντικός γιατί το σπίτι στο οποίο διαδραματίζεται το έργο είναι δικό του και έχει παντρευτεί την Ελληνίδα μετανάστρια που ήταν μαθήτριά του. Εγώ έχω εγκιβωτίσει την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας, διότι αυτός, ως ανοϊκός διπολικός γέρος, δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι ο λύκος ή η γιαγιά. Ήταν και κατά της ένωσης των δύο Γερμανιών.

 

Όλο το sound design είναι η τηλεόραση που ακούει ο γέρος μόνος του. Τα κανάλια που αλλάζει δημιουργούν μια ψυχολογική πίεση στους χαρακτήρες στο σπίτι και βάζουν τους θεατές σε έναν κόσμο δικό του. Βοηθάει πολύ και το surround, γιατί αγαπώ πολύ τον κινηματογραφικό ήχο. Στο τέλος σπάει την τηλεόραση, σαν μια μικρή αιχμή στο μέσο, που έχει κατακτήσει τον κινηματογράφο.

 

— Πάμε στα κινηματογραφικά. To «Miss Violence» βραβεύτηκε στη Βενετία πριν από λίγα χρόνια. Ωστόσο δεν είδαμε στα σινεμά ούτε το «Dark Crimes» με τον Τζιμ Κάρεϊ ούτε το «Love me not», που ακολούθησαν. Περιμέναμε να δούμε νέο υλικό από σένα και δεν το είδαμε. Γιατί;

Το Dark Crimes είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπήρξε πρόβλημα με τους παραγωγούς και τους χρηματοδότες. Δεν είχα το final cut, γι' αυτό και δεν το υποστήριξα.

 

 

Love Me Not (Trailer)

 

— Είναι ένα φαινόμενο που έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις στο Χόλιγουντ, από το «Blade Runner» του Ρίντλεϊ Σκότ μέχρι το «Alien 3» του Φίντσερ.

Είναι μάθημα κινηματογράφου το να δεις πώς γίνεται μια ταινία από έναν σκηνοθέτη και πώς τελικά μπορεί να βγει. Το Dune του Ντέιβιντ Λιντς είναι κλασική περίπτωση, επίσης. Δυστυχώς, αυτή η ταινία θα μπορούσε να έχει βγει πάρα πολύ ωραία. Την τράβηξα σε δύσκολες συνθήκες, γιατί, ενώ ήταν αμερικανική και είχε μεγάλο μπάτζετ, είχαμε μόνο 32 μέρες για γύρισμα. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ αντιαμερικανικό. Δεν ήταν μια ταινία του Τζιμ Κάρεϊ που τη σκηνοθέτησε ο Αβρανάς αλλά μια ταινία του Αβρανά, όπου έπαιζε ο Τζιμ Κάρεϊ.

 

— Τι σου άφησε αυτή η εμπειρία;

Πολύ μεγάλη στενοχώρια. Ενδιαφέρονταν πολύ τα φεστιβάλ να την επιλέξουν και τελικά βρεθήκαμε με μια μέτρια ταινία, παρότι είχε όλο τον τσαμπουκά ενός Ευρωπαίου σκηνοθέτη. Τους είπα «this is not my vision». Θύμωσα, γι' αυτό στη συνέχεια έκανα μια πολύ θυμωμένη ταινία, το Love me not.

 

— Για πες γι' αυτή ‒ ούτε αυτή την είδαμε.

Κοίτα, για μένα είναι αριστούργημα. Στο Σαν Σεμπαστιάν ήταν μεγάλο φαβορί. Τελικά, αποφάσισαν να παίξουν το αμερικανικό χαρτί, γι' αυτό έδωσαν τα βραβεία σε αμερικάνικες ταινίες.


Εμένα με ενδιαφέρει το σινεμά να είναι controversial. Είδα τις προάλλες ξανά την Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας του Μπουνιουέλ και θυμήθηκα γιατί μπήκαμε στον κινηματογράφο. Θέλαμε να προβληματίσουμε, να βάλουμε τον κόσμο να σκεφτεί. Ξέρω ότι ο κόσμος έχει προβλήματα, αλλά λύνονται διαφορετικά, με ένα ανώτερο επίπεδο σκέψης. Έχουμε μπερδέψει πια την έννοια του προβλήματος με τον προβληματισμό.


Τέλος πάντων, αυτή η ταινία ήταν πολύ τολμηρή και σκληρή. Βέβαια, έγινε κάπως πιεσμένα οικονομικώς, όπως γίνονται όλες οι ταινίες στην Ελλάδα, παρότι ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος (σ.σ. ο παραγωγός της Faliro House) πάντα με στηρίζει. Είχε ένα φινάλε πολύ σκοτεινό, χωρίς καμία κάθαρση, γιατί αυτό ήταν το ζητούμενο. Μάλλον η εποχή μας δεν το θέλει αυτό. Εκεί μπαίνει το κομμάτι των διανομέων.

 

Προερχόμενος και από τον κινηματογράφο και έχοντας σχέση με τα σενάρια, προσπάθησα να κρατήσω την ουσία του έργου, κάνοντας μια δραματουργική επεξεργασία. Δεν με ενδιαφέρει να υποτιμήσω το έργο αλλά να το αναδείξω. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Έχεις πλάνο για την επόμενη ταινία σου;

Έχω. Το Apathy. Γαλλική-δανέζικη-βελγική-ρωσική παραγωγή. Γνωρίζεις το «σύνδρομο των παρατημένων παιδιών»; Έχει παρατηρηθεί σε παιδιά των μεταναστών των πρώην ανατολικών χωρών, Ρώσων, Βούλγαρων, Γιουγκοσλάβων, που αναζητούν στη Σουηδία πολιτικό άσυλο. Η Σουηδία έχει αλλάξει στάση τα τελευταία χρόνια στο μεταναστευτικό λόγω της ανόδου της ακροδεξιάς, αλλά εξακολουθεί να κάνει πολλά για τους μετανάστες. Προσφέρει τροφή, στέγη, χρήματα και παιδεία στα παιδιά τους. Όταν, λοιπόν, έρχεται η διαδικασία του ασύλου, έχοντας περάσει περίπου ένας χρόνος, και τα παιδιά τελικά δεν πάρουν άσυλο, πέφτουν σε κώμα. Δεν ξυπνάνε για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο όταν αισθανθούν ξανά την ελπίδα. Δεν υπάρχει κανένα φάρμακο. Τώρα έχει εμφανιστεί αυτό το σύνδρομο και στην Ελλάδα και στην Αυστραλία και είναι μια πολύ ωραία αλληγορία για τα παιδιά και την κοινωνία στην οποία έρχονται να μεγαλώσουν.

 

— Γυρίσματα πότε;

Αν όλα πάνε καλά, την άνοιξη. Οι πρωταγωνιστές είναι Ρώσοι και Σουηδοί. Τα γυρίσματα θα γίνουν στη Σουηδία.

 

— Θα έχεις και ανήλικους πρωταγωνιστές.

Οι πρωταγωνίστριες είναι 8 και 10 ετών.

 

— Δύσκολο, ε;

Ωραίο! Είναι πολύ συναισθηματική ταινία. Σκληρή, πολιτική, αλλά καμία σχέση με τις προηγούμενες.

 

— Παρά τις απογοητεύσεις, δείχνεις πολύ ενθουσιασμένος για την επόμενη ταινία σου.

Πάντα! Εγώ, όπως έχεις παρατηρήσει, δεν κάνω πολλά πράγματα. Δεν είμαι σκηνοθέτης-επαγγελματίας. Κάνω αυτά που αγαπώ και γουστάρω.

 

«Σ' εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη

Δραματουργική επεξεργασία - σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς

Σκηνικά-κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ

Φωτισμοί: Ολυμπία Μυτιληναίου

Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης

Μιξάζ: Κώστας Βαρυμπομπιώτης

Sound design: Νίκος Μπουγιούκος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικήτας Αναστόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Σωτήρης Μελανός

Βοηθός ενδυματολόγου: Τζίνα Ηλιοπούλου

Δραματολόγος: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή (με αλφαβητική σειρά): Στάθης Κόικας, Λάμπρος Κτεναβός, Aλέξανδρος Μαυρόπουλος, Μιχάλης Μουλακάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Αγλαΐα Παππά, Αρετή Πασχάλη, Ξένια Παυλοπούλου, Ελένη Ρουσσινού, Γιώργος Στάμος

 

Εθνικό Θέατρο – Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

30/10/2020-3/1/2021

Τετ.-Κυρ. 20:30

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θέατρο Online: διεθνείς και εγχώριες παραστάσεις σε live streaming και on demand

Θέατρο Θέατρο Online: διεθνείς και εγχώριες παραστάσεις σε live streaming και on demand

22.11.2020
Radio Plays από το Φεστιβάλ Αθηνών: Τα 5 νέα έργα που κάνουν πρεμιέρα στα podcasts της LIFO

Θέατρο Radio Plays από το Φεστιβάλ Αθηνών: Τα 5 νέα έργα που κάνουν πρεμιέρα στα podcasts της LIFO

19.11.2020
Δημήτρης Λιγνάδης: «Αντί να χτίζω, προσπαθώ να δω τι δεν θα γκρεμιστεί»

Θέατρο Δημήτρης Λιγνάδης: «Αντί να χτίζω, προσπαθώ να δω τι δεν θα γκρεμιστεί»

14.11.2020
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου τραγουδά για την Όλια Λαζαρίδου

Θέατρο Ο Άγγελος Παπαδημητρίου τραγουδά για την Όλια Λαζαρίδου

10.11.2020
Δείτε δωρεάν την παράσταση «Αντιγόνη - Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου στο YouTube της Στέγης

Θέατρο Δείτε δωρεάν την παράσταση «Αντιγόνη - Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου στο YouTube της Στέγης

8.11.2020
«Ριγιούνιον»: Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ζωντανεύει τον μονόλογο της Γλυκερίας Μπασδέκη

Θέατρο «Ριγιούνιον»: Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ζωντανεύει τον μονόλογο της Γλυκερίας Μπασδέκη

4.11.2020
Στάθης Λιβαθινός: Η «Αντιγόνη» είναι η δική μου εποποιία του κορωνοθεάτρου

Θέατρο Στάθης Λιβαθινός: Η «Αντιγόνη» είναι η δική μου εποποιία του κορωνοθεάτρου

1.11.2020
«Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα»: Μια ξεκαρδιστική μουσική σάτιρα, γεμάτη θλίψη

Θέατρο «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα»: Μια ξεκαρδιστική μουσική σάτιρα, γεμάτη θλίψη

31.10.2020
Ελευθερία Στάμου: Από τη ρυθμική γυμναστική στο μπαλέτο της ΕΛΣ

Θέατρο Ελευθερία Στάμου: Από τη ρυθμική γυμναστική στο μπαλέτο της ΕΛΣ

24.10.2020
Η Στέγη άνοιξε ξανά με «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα»

Θέατρο Η Στέγη άνοιξε ξανά με «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα»

23.10.2020
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια