Θέατρο

Ποιο είναι το μέλλον του Ελληνικού Θεάτρου; Πέντε νέοι θεατρικοί δημιουργοί απαντούν

Ιόλη Ανδρεάδη, Ιώ Βουλγαράκη, Σοφία Μαραθάκη, Σάββας Στρούμπος και Κωνσταντίνος Χατζής μιλούν στο LIFO.gr με αφορμή την παγκόσμια μέρα Θεάτρου.

ME AΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ

Ποτέ άλλοτε το ελληνικό θέατρο δεν είχε περισσότερο ταλαντούχους, μορφωμένους και ταξιδεμένους σκηνοθέτες, δημιουργούς που να υπόσχονται τόσο πολλά σε τόσο δύσκολες συνθήκες. Παρά τη βαθιά ανησυχία για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, όταν έχεις απέναντί σου νέους ανθρώπους όπως η Ιόλη Ανδρεάδη, η Ιώ Βουλγαράκη, η Σοφία Μαραθάκη, ο Σάββας Στρούμπος και ο Κωνσταντίνος Χατζής (κατ’ αλφαβητική σειρά), το χαμόγελο και η πίστη στο μέλλον επανέρχονται. Για να μείνουν.

 

 

Ιόλη Ανδρεάδη

«Ίσως αυτή η αδυναμία, να πούμε καλά και καθαρά μια ιστορία, έχει να κάνει και με την έλλειψη συγκέντρωσης που ζούμε στην εποχή μας»

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι «θεατρικό», όπου όλοι ασχολούνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το θέατρο. Απ’ όσο μακριά κι αν ανακαλέσω τον εαυτό μου, με θυμάμαι να παρακολουθώ παραστάσεις. Στα δεκατέσσερά μου έπαιξα στην πρώτη μου επαγγελματική παράσταση, σε σκηνοθεσία του πατέρα μου, Γιάγκου Ανδρεάδη. Μου το πρότεινε ο ίδιος, για να ζήσω την εμπειρία. Μια ηθοποιός της παράστασης, που με αγαπούσε πολύ, μου είπε σε μια πρόβα: «Πάει τελείωσε, τώρα μπήκε μέσα σου το σαράκι». Μετά, 16 χρονών και για να μπορέσω να εκφραστώ μέσα σε ένα πολύ καταπιεστικό περιβάλλον, αυτό του σχολείου μου, διασκεύασα και σκηνοθέτησα μια παράσταση στα αγγλικά, το «Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο» του Γουάιλντ. Και στις δύο αυτές εμπειρίες μού βγήκε μια παράξενη ωριμότητα – ενώ σε άλλα πράγματα και σε άλλες στιγμές ήμουν πολύ ανώριμο παιδί. Η «επίσημη» αφετηρία μου, ωστόσο, ήταν το καλοκαίρι που τελείωσα τη δραματική σχολή και πρότεινα σε αποφοίτους της να τους σκηνοθετήσω σε ένα έργο που είχα γράψει στη διάρκεια του τρίτου έτους, εμπνευσμένο από τα «Ξυπνήματα» του Όλιβερ Σακς. Ένιωθα την ανάγκη να ειπωθεί αυτό το κείμενο και «να κάνω κάτι», μια που οι πιο «κανονικοί» δρόμοι, αυτοί των μαζικών ακροάσεων, ένιωθα πως δεν μου πάνε. Τότε ξεκαθάρισε μέσα μου το ότι η σκηνοθεσία μού αρέσει, είναι κάτι πολύ δύσκολο και θέλω να μάθω πώς γίνεται. Έτσι, σπούδασα αυτή την τέχνη και τεχνικές της, ταξίδεψα σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βερολίνο, Ρώμη, έκανα παραστάσεις και δούλεψα με πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο, διεισδύοντας σε γλώσσες και κώδικες που άλλαξαν τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα.

 

Η πιο μεγάλη δυσκολία για τον νέο σκηνοθέτη είναι να πιστέψει ότι η τέχνη του έχει σημασία – και πώς μπορεί να χωρέσει σε μια κοινωνία και σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα ακούει πως η κοινωνία και ο κόσμος αυτός τελειώνουν αύριο.

 

Τώρα πια νιώθω μια σιγουριά, πως ξέρω τι κάνω, παρόλο που κάθε φορά που αρχίζω μια νέα παράσταση είναι σαν να μην ξέρω τίποτα. Μετά το τέλος της, την αξιολογώ και βάζω προσωπικούς στόχους για την επόμενη, αλλά όταν μπαίνω στην επόμενη προσπαθώ απλώς να κάνω τη δουλειά μου. Είμαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου, κάτι που θέλω να περιορίσω, γιατί τις στιγμές που δεν είμαι τόσο αυστηρή τελικά ελευθερώνομαι και τολμάω περισσότερα πράγματα. Σε σχέση με τις επιδόσεις της γενιάς μου, ειλικρινά βλέπω γύρω μου πολλούς ταλαντούχους ηθοποιούς –και είναι υπέροχη συγκυρία τις φορές που αυτό το ταλέντο συνδυάζεται με ήθος και ευγένεια–, αρκετούς ταλαντούχους σκηνοθέτες, λιγότερους καλούς συγγραφείς και ελάχιστους καλούς δραματουργούς. Εννοώ ανθρώπους με αίσθηση του τι πρέπει να μπει «πριν» σε μια ιστορία, τι «μετά» και «γιατί». Δεν είναι πρόβλημα που εντοπίζεται μόνο στην Ελλάδα. Ίσως αυτή η αδυναμία, να πούμε καλά και καθαρά μια ιστορία, έχει να κάνει και με την έλλειψη συγκέντρωσης που ζούμε στην εποχή μας: συγκέντρωση σε μια ιστορία, σε έναν τόπο, σε ένα πρόσωπο.

 

Η πιο μεγάλη δυσκολία για τον νέο σκηνοθέτη είναι να πιστέψει ότι η τέχνη του έχει σημασία – και πώς μπορεί να χωρέσει σε μια κοινωνία και σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα ακούει πως η κοινωνία και ο κόσμος αυτός τελειώνουν αύριο. Απαιτεί γερό μυαλό, ανθεκτικό σώμα, ψυχική δύναμη, πίστη στο να επενδύσει σε κάτι εφήμερο, που μοιάζει «πλεονασμός». Η δεύτερη μεγάλη δυσκολία είναι οικονομικής φύσης. Το να μπορεί να ζει κάπως, έστω να «ψευτοζεί», όπως λέει ο Σεφέρης διά στόματος Τ.Σ. Έλιοτ στο «Φονικό στην εκκλησιά» που διαβάζω τώρα.

 

Οικογένεια Τσέντσι. Σκηνοθεσία: Ιόλη Ανδρεάδη. Ίδρυμα Κακογιάννη

 

Δυσκολεύομαι να ονειρευτώ, αλλά αν αφεθώ ελεύθερη, σκέφτομαι συνεργασίες (κάποιες πιο μόνιμες και κάποιες για μία φορά), σκέφτομαι την παράσταση «Διακόσιες δέκα χιλιάδες οκάδες βαμβακιού – Μια παράσταση στο Αρχείο» που ετοιμάζω στους χώρους του Ιστορικού Αρχείου του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς και θα ξεκινήσει σε λίγες μέρες, σκέφτομαι το «Φονικό στην εκκλησιά» που είχα τη χαρά να μου αναθέσει ο Θοδωρής Γκόνης για το Φεστιβάλ Φιλίππων το καλοκαίρι. Στο μυαλό μου έχω ακόμη μια πρόταση που δέχτηκα από έναν ηθοποιό που θαυμάζω, αλλά και κάποιες προτάσεις που για να τις κάνω ξενύχτησα με τους συνεργάτες μου, για τις οποίες, ωστόσο, δεν έχω ακόμη απάντηση. Θα ήθελα να είμαι τυχερή και ανοιχτή, ώστε να «ακούω» το ένστικτό μου σε σχέση με τα έργα και τους συνεργάτες, καθώς και τη συγκεκριμένη ανάγκη που κάθε φορά φέρουν, χωρίς να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου. Και να μαθαίνω από τη μια παράσταση στην άλλη, χωρίς να βαρεθώ ή να χάσω τη λαχτάρα που νιώθω γι’ αυτή την τέχνη. Και να μπορώ να ζω ή να «ψευτοζώ», βοηθώντας ψυχικά, αν όχι οικονομικά, και κάποιους ανθρώπους γύρω μου. Σαν προσευχή μού ακούγεται. Προσεύχομαι συχνά τελευταία.

 

Ιώ Βουλγαράκη

«Η γενιά μου στην Ελλάδα του 2016 ζει, δυστυχώς, την παντελή απουσία της πολιτείας στον χώρο των τεχνών»

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Δεν θα ήμουν πάνω από έξι ή εφτά χρονών όταν αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο. Οι γονείς μου με έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο και έβλεπα παραστάσεις έργων του Τσέχωφ, του Ο’Νηλ, του Ιονέσκο, του Αισχύλου – δεν θεωρούσαν ότι ήμουν πολύ μικρή, ευτυχώς. Με ενθουσίαζε η σκέψη ότι έχουν και οι μεγάλοι τα παραμύθια τους! Με θυμάμαι να «βουτάω» στα προγράμματα του Αμφι-Θεάτρου, που είχαν πάντοτε τα κείμενα των έργων, με μια ήσυχη μυστικότητα, να κλείνομαι στο δωμάτιό μου και να παίζω όλους τους ρόλους, γυναικείους και ανδρικούς. Στην εφηβεία περίμενα το Σαββατοκύριακο για να πάω στο Αμόρε ή στο Εμπρός – αυτό ήταν η δική μου μαγική «κανονικότητα». Έτσι, στην πραγματικότητα δεν χρειάστηκε ποτέ να αναρωτηθώ τι θέλω να κάνω ως ενήλικη – τελείωσα το σχολείο και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό.

 

Το βάσανο ήρθε μετά, όταν άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν θέλω να παίζω, όταν δεν με χωρούσε ο τόπος γιατί ήθελα να σπουδάσω κάτι που στην Ελλάδα δεν υπήρχε: σκηνοθεσία. Δεν ξέρω ποιο ευλογημένο ένστικτο με οδήγησε στη Ρωσία, νομίζω τελικά πως ήταν η ανάγκη μου να μάθω. Και έμαθα πολλά, όπως, ας πούμε, πως η δουλειά μας είναι επιστήμη, επιστήμη της ψυχής. Ο δρόμος που διανύει κανείς για να βρει τον εαυτό του, ή τους εαυτούς του, για μένα φαίνεται ότι έπρεπε να περάσει από κει. Πάντα ονειρευόμουν αυτή τη δουλειά σαν ένα μέσο συνύπαρξης, σαν έναν τόπο συνάντησης. Και σήμερα έτσι προσπαθώ να τη βιώνω. Είναι μια ακατάπαυστη άσκηση έκθεσης κι εμπιστοσύνης, κάτι που στην προσωπική μας ζωή δύσκολα τολμάμε, αν και μάλλον θα έπρεπε να ζούμε μονάχα γι’ αυτό.

 

Ίσως κάθε γενιά νομίζει πως βρίσκεται στην πιο οριακή στιγμή της Ιστορίας, δεν ξέρω... Εγώ πάντως νιώθω πως οι άνθρωποι παντού στον κόσμο βρίσκονται σε μια στιγμή που χρειάζονται την τέχνη και τους ανθρώπους της πιο πολύ από ποτέ.

 

Ίσως κάθε γενιά νομίζει πως βρίσκεται στην πιο οριακή στιγμή της Ιστορίας, δεν ξέρω… Εγώ πάντως νιώθω πως οι άνθρωποι παντού στον κόσμο βρίσκονται σε μια στιγμή που χρειάζονται την τέχνη και τους ανθρώπους της πιο πολύ από ποτέ. Τα διλήμματα του τύπου «μα σε τι θα δώσουμε λεφτά, σε νοσοκομεία ή σε θέατρα;» είναι ψευδή, έως και ύποπτα. Η γενιά μου στην Ελλάδα του 2016 ζει, δυστυχώς, την παντελή απουσία της πολιτείας στον χώρο των τεχνών. Είναι σαν το ελληνικό κράτος να βλέπει σε έναν νέο δημιουργό έναν Αρειανό που έπεσε στη Γη και θέλει να κάνει τέχνη, ενώ ο κόσμος καίγεται. Την ίδια στιγμή στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στη Ρωσία, της οποίας την αγορά γνωρίζω από μέσα, το κράτος κυριολεκτικά επενδύει στον πολιτισμό και στους δημιουργούς. Χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση, χωρίς χρήματα, χωρίς χώρους, χωρίς σχεδιασμό, πώς να μελετήσουμε, να ερευνήσουμε, να παράγουμε; Και δεν μιλάω για το τι ανέβασε η Βουλγαράκη ή ο τάδε ή ο δείνα φέτος ή πέρυσι, σε καλύτερες ή χειρότερες συνθήκες, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία. Μιλάω για το βάθος χρόνου. Ο πολιτισμός είναι ζήτημα συνέχειας και προοπτικής.

 

Στη δουλειά μου δεν βιάζομαι, χρειάζομαι πάντα χρόνο περνώντας από τη μια σκηνοθεσία στην επόμενη, χρόνο να αφήσω πίσω έναν κόσμο, να αφουγκραστώ έναν επόμενο και να προετοιμαστώ γι’ αυτόν. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό, απλώς έτσι είναι. Με τρομάζει ο ρυθμός της αγοράς, που υπαγορεύει σε έναν σκηνοθέτη τέσσερις δουλειές τον χρόνο ή πρόβες δύο-τριών μηνών. Όσο δεν έχω οικογένεια, μπορώ να αντιστέκομαι σε συνθήκες βιασύνης και ευκολίας. Αν κάποτε αποκτήσω, θα δω τι θα κάνω. Το να κάνεις θέατρο και να έχεις παιδιά είναι ηρωική πράξη!

 

Μισαλλοδοξία. Σκηνοθεσία: Ιώ Βουλγαράκη. Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

 

Με τροφοδοτεί και με ανανεώνει το να μη δουλεύω μόνο στην Ελλάδα – πέρυσι ήμουν στην Πολωνία, πριν από δύο χρόνια στη Μόσχα, όπου θα δουλέψω και πάλι του χρόνου. Υπάρχει μια άλλου είδους ελευθερία όταν δουλεύεις με αγνώστους, σε μια άλλη γλώσσα και συνομιλείς με ένα κοινό που δεν έχει καμία προκατάληψη απέναντί σου, θετική ή αρνητική. Φυσικά έπειτα νοσταλγείς το σπίτι σου κι επιστρέφεις σε αυτό, πιθανότατα όμως για να φύγεις ξανά. Έχω δουλέψει μόνο με ανθρώπους που εκτιμώ και θαυμάζω. Ο θαυμασμός είναι απαραίτητος στη δουλειά μου, όπως και στον έρωτα – κι έτσι ήταν από την πρώτη μου παράσταση, από τη γέννηση των ΠΥΡ, το 2013. Οι ΠΥΡ είμαστε η Δέσποινα η Κούρτη, ο Αργύρης ο Ξάφης κι εγώ. Είναι μια σχέση που βασίζεται στην ελευθερία και στην εμπιστοσύνη, ανοιχτή σε νέες κάθε φορά συνεργασίες και ζωντανή για όσο θα έχουμε πραγματική ανάγκη να δουλεύουμε μαζί.

 

Μου έχουν δοθεί ευκαιρίες εδώ, μόλις βγαίνω από τη «Μισαλλοδοξία» στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, προηγήθηκαν οι «Ληστές» στο Φεστιβάλ Αθηνών… Αλλά το να κάνεις θέατρο δεν είναι ποτέ ανεξάρτητο από αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Και τα πράγματα είναι ζόρικα για όλους, μέσα κι έξω από το θέατρο. Θέλω μεγαλώνοντας να μη χάσω το κουράγιο μου. Θέλω να μη γίνω γκρινιάρα, όπως τόσοι άνθρωποι προικισμένοι, σε μια χώρα που «κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα». Θέλω να μη μετατραπούμε σε χομπίστες. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω χωρίς εκπτώσεις. Α! Και θέλω να βιοπορίζομαι από το θέατρο, αλλά να μη φτάσω ποτέ να το κάνω μόνο για βιοπορισμό.

 

Σοφία Μαραθάκη

«Η λειτουργία του θεάτρου διδάσκει συλλογικότητα, κάτι που λείπει πολύ από την ελληνική κοινωνία»

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Από πολύ μικρή πήγαινα στο θέατρο, είχα την τύχη να μεγαλώσω σε μια οικογένεια που μου έδινε ερεθίσματα. Βιβλία, τραγούδια, μουσική… Κατά τη διάρκεια της δύσκολης εφηβείας μου η ενασχόλησή μου με το θέατρο με βοήθησε να συνεχίσω να επικοινωνώ με τον κόσμο γύρω μου. Μου άρεσε να συμμετέχω σε ομαδικές δραστηριότητες και πάντα περιβαλλόμουν από ανθρώπους με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ο παιδικός μου φίλος Βασίλης Τζαβάρας, πλέον επαγγελματίας μουσικός, έχει συνθέσει τη μουσική σε όλες τις παραστάσεις που έχω σκηνοθετήσει και η αδερφή μου, Εύα Μαραθάκη (εικαστικός), έχει σχεδιάσει το σκηνικό για τις πρώτες δύο παραστάσεις που σκηνοθέτησα («Το κόκαλο που τραγουδούσε», παράσταση βασισμένη στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ, και «Εσωτερικό» του Μ. Μαίτερλινκ). Πάντα το θέατρο ήταν το καταφύγιό μου, μου έδινε την αίσθηση μιας διευρυμένης οικογένειας όπου τα πιο τρελά, ονειρικά, παράδοξα πράγματα μπορούν να συμβούν. Έχω την ανάγκη να μοιράζομαι με άλλους κοινές ψευδαισθήσεις. Νομίζω, η βαθύτερη φιλοδοξία μου είναι να παίζω συνεχώς και να με αγαπάνε. Όσο για επιρροές, είναι άπειρες. Όταν αποφοίτησα από τη σχολή μου, δούλεψα για λίγο και μετά έλειψα αρκετά χρόνια από την Ελλάδα. Επιστρέφοντας, δυσκολεύτηκα πολύ να προσαρμοστώ…

 

Ο νέος δημιουργός πρέπει να ακούσει την εσωτερική του φωνή, να καταλάβει ότι είναι η δική του φωνή και να αρθρώσει τις δικές του λέξεις. Να καταλάβει με ποιους πρέπει να συμπορευτεί, με ποιους μοιράζεται κοινό αξιακό σύστημα και αισθητικά κριτήρια.

 

Σήμερα προσπαθώ να βλέπω τον στόχο μου, τη δουλειά μου, να εξασκώ τις ικανότητές μου. Συνειδητά δεν επικεντρώνομαι στα αρνητικά, όχι γιατί είμαι θετικός άνθρωπος αλλά γιατί μου είναι εύκολο να παραλύσω σκεφτόμενη συνεχώς τα εμπόδια και τα προβλήματα. Δεν έχω ιδέα πού στέκομαι μετά τις παραστάσεις που έχω σκηνοθετήσει… Το μόνο σίγουρο είναι ότι πιστεύω στους ανθρώπους με τους οποίους συμπορεύομαι, τη δραματολόγο Ελένη Τριανταφυλλοπούλου, την κινησιολόγο Βρισηίδα Σολωμού, τους ηθοποιούς Κωνσταντίνο Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Γιώργο Σύρμα και Λήδα Κουτσοδασκάλου, τον Βασίλη Τζαβάρα και την Εύα Μαραθάκη, που προανέφερα. Είναι πολύτιμοι συνεργάτες και πιστεύω πως έχουμε μέλλον. Πιστεύω ότι μόνο μέσα από τη σταθερή συνεργασία προκύπτει πραγματική καλλιτεχνική σχέση. Η λειτουργία του θεάτρου διδάσκει συλλογικότητα, κάτι που λείπει πολύ από την ελληνική κοινωνία. Η γενιά μου αποδεικνύεται ανώτερη των περιστάσεων. Καταφέρνει σε συνθήκες υλικής και ηθικής ένδειας να δημιουργεί, να επανανοηματοδοτεί αξίες και να υπενθυμίζει πως το κέντρο της ζωής είναι ο άνθρωπος, η φύση, η αλληλεγγύη. Τα ιερά τέρατα των προηγούμενων γενεών ίσως μας φαίνονται ιερά επειδή ο χρόνος που μεσολάβησε αφήνει την πατίνα του. Είναι πιο εύκολο να μοιάζουν σοφοί όταν σε χωρίζουν δεκαετίες, και εντελώς διαφορετικές συνθήκες, από αυτούς. Πιστεύω όμως ότι, αφού τιμήσεις τους δασκάλους σου, είναι σημαντικό να τιμήσεις επιτέλους τον «δάσκαλο» που κρύβεις μέσα σου. Γενικά συμπαθώ τα πιο ισότιμα σχήματα.

 

Ο νέος δημιουργός πρέπει να ακούσει την εσωτερική του φωνή, να καταλάβει ότι είναι η δική του φωνή και να αρθρώσει τις δικές του λέξεις. Να καταλάβει με ποιους πρέπει να συμπορευτεί, με ποιους μοιράζεται κοινό αξιακό σύστημα και αισθητικά κριτήρια. Να μπορεί να κάνει μια συζήτηση χωρίς προκατάληψη και να αμφισβητεί τη δουλειά του. Να αντέξει την απόλυτη αδιαφορία από την πολιτεία. Να αναπτύξει γόνιμο καλλιτεχνικό διάλογο με τους συναδέλφους του. Να μην ακούει τον «Άγγελο εξάγγελο που είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει».

 

Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί. Σκηνοθεσία: Σοφία Μαραθάκη. Θέατρο 104

 

Τι θα ήθελα για το μέλλον; Να πραγματώσω στη σκηνή τις πιο τρελές ιδέες μου. Να συνεργαστώ με καλλιτέχνες από άλλες χώρες. Να σκηνοθετήσω σπουδαία έργα. Να εμβαθύνω στη συνεργασία μου με τους συνεργάτες μου, να γνωρίσω και νέους και να κάνουμε μαζί ό,τι καλύτερο μπορούμε. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν σχέδια ακόμα, υπάρχουν όμως όνειρα! Πιστεύω ότι η συγκέντρωση σε έναν στόχο βοηθάει να αλλάξεις τον κόσμο. Αλλάζοντας κάτι μικρό, ίσως μπορείς να αλλάξεις κάτι άλλο, μεγαλύτερο. Το θέατρο είναι σπουδαίο εκπαιδευτικό όχημα, προωθεί την ανατρεπτική σκέψη, δείχνει πως τα πράγματα μπορούν να έχουν πολλές όψεις – όχι μόνο ανέχεται το διαφορετικό αλλά και αναδεικνύει την ομορφιά του. Δεν είναι τυχαίο το ότι στο Λονδίνο στα τέλη του 16ου αιώνα είχαν απαγορεύσει τις παραστάσεις σε όλα θέατρα και ότι στη Γαλλία, την εποχή του Μολιέρου, οι ηθοποιοί δεν είχαν δικαίωμα κανονικής κηδείας…

 

Σάββας Στρούμπος

«Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητοι, ούτε οικονομικά ούτε καλλιτεχνικά»

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Η πρώτη επαφή με το θέατρο έγινε στα μαθητικά μου χρόνια. Συμμετείχα στον θίασο των Κυβέλης-Μυράτ και του Ιορδάνη Μαρίνου. Παλαιικοί ηθοποιοί, αλλά μου έμαθαν τι σημαίνει χειρωνακτική δουλειά στο θέατρο και βαθιά αφοσίωση στην τέχνη του θεάτρου. Δουλεύαμε πάνω στην αρχαία τραγωδία, σε κείμενα όπως η «Ηλέκτρα», ο «Προμηθέας Δεσμώτης», η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Παίζαμε εμείς, παιδιά 10-17 ετών. Αυτά τα έργα με συγκλόνισαν. Τα διάβαζα ξανά και ξανά, σε διάφορες μεταφράσεις. Με απασχολούσαν όλη μέρα, εντός και εκτός σχολείου, και περίμενα με ανυπομονησία τη μέρα της πρόβας. Ταυτόχρονα, ήμουν πολιτικά ενεργός στον χώρο της Αριστεράς. Με έναν τρόπο μάλλον διαισθητικό την εποχή εκείνη, το θέατρο και η πολιτική κάπως συνδέονταν μέσα μου κι αυτό τον δρόμο ακολούθησα. Στη συνέχεια συνάντησα τον Μίνω Βολανάκη. Οι συζητήσεις πάνω στις μεταφράσεις του των τραγικών ήταν μεγάλη έμπνευση για μένα. Και τότε και σήμερα αρνούμαι να αντιληφθώ το θέατρο ως αγορά κι αυτό είναι λυτρωτικό και δημιουργικό ταυτόχρονα.

 

Στη σημερινή εποχή το θέατρο ως επάγγελμα (άρα και ως τέχνη;) διαλύεται. Ιδρύματα και επιχειρηματικοί όμιλοι ορίζουν τις τύχες του. Κατά τη γνώμη μου, αυτό υποσκάπτει σημαντικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της τέχνης του θεάτρου. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητοι, ούτε οικονομικά ούτε καλλιτεχνικά.

 

Η μεγάλη, βασική δυσκολία είναι η εξής: πώς ο νέος δημιουργός θα βρει το προσωπικό του στίγμα, πέρα από κόπιες, αντιγραφές από το YouTube και πρώτου επιπέδου αναπαραγωγή των κλισέ της κυρίαρχης και τρέχουσας κάθε φορά αισθητικής. Αυτό είναι κάτι δύσκολο. Χρειάζεται πολλή δουλειά, μελέτη, βαθιά σχέση με την παράδοση, διαρκή ρήξη με παραδεδομένα και έτοιμα σχήματα.

 

Όσο για τη γενιά μου, μεγαλώσαμε σε μια περίοδο ευμάρειας και λήθης. Έχουμε αποκοπεί από το βάθος της μνήμης και την ένταση των βιωμάτων που καθορίζουν την πορεία ενός καλλιτέχνη. Η κατάσταση των τελευταίων χρόνων μάς έχει ταρακουνήσει κάπως, αλλά εξακολουθούμε να φοβόμαστε να αναλάβουμε τολμηρές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της ανατροπής του σκηνικού. Πολλοί συνεχίζουν να ακολουθούν την πεπατημένη οδό, η οποία είναι ήδη χρεοκοπημένη.

 

Δεν είναι μόνο οι προφανείς οικονομικές δυσκολίες που ταλαιπωρούν τους νέους δημιουργούς του χώρου. Αυτές, άλλωστε, δεν αφορούν μονάχα τους καλλιτέχνες… Η μεγάλη, βασική δυσκολία είναι η εξής: πώς ο νέος δημιουργός θα βρει το προσωπικό του στίγμα, πέρα από κόπιες, αντιγραφές από το YouTube και πρώτου επιπέδου αναπαραγωγή των κλισέ της κυρίαρχης και τρέχουσας κάθε φορά αισθητικής. Αυτό είναι κάτι δύσκολο. Χρειάζεται πολλή δουλειά, μελέτη, βαθιά σχέση με την παράδοση, διαρκή ρήξη με παραδεδομένα και έτοιμα σχήματα. Αλλά πρώτα και πάνω απ’ όλα αυτοαμφισβήτηση, ρήξη με τον ίδιο μας τον εαυτό, προσπάθεια κάθε φορά να αφαιρούμε κάθε δίχτυ ασφαλείας, να σπάμε την κρούστα της συνήθειας. Και όλα αυτά, όχι απλώς για να ετοιμάσουμε μία ακόμη παράσταση αλλά για τη διαδρομή προς αυτήν, για την ίδια την περιπέτεια της δημιουργίας, που δεν έχει τέλος, ούτε οριστικό σκοπό.

 

Για μένα, βασικό σημείο αναφοράς είναι ο Θόδωρος Τερζόπουλος και το θέατρο Άττις, με το οποίο συνεργάζομαι από το 2003. Μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει, να συγκρουστεί μαζί του, ακόμα και να το αρνηθεί. Παραμένει, ωστόσο, πάντα πηγή έμπνευσης, κανάλι σύνδεσης με την παράδοση και οπτική υπό την οποία μπορείς να αντικρίσεις το μέλλον.

 

Εμείς του Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν. Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος. Νέος Χώρος του θεάτρου Άττις.

 

Από το 2008 δουλεύω με την ομάδα Σημείο Μηδέν. Στις παραστάσεις που μέχρι τώρα έχω σκηνοθετήσει, προσπαθώ μαζί με τους συνεργάτες μου να εμβαθύνουμε στην τέχνη του ηθοποιού, καθώς αναμετριόμαστε με συγγραφείς όπως οι Κάφκα, Καμύ, Μπύχνερ, Χάινερ Μύλλερ κ.ά. Με ενδιαφέρει η ερευνητική δουλειά, το πώς το θέατρο μπορεί να πάρει θέση στα προβλήματα του καιρού μας, χωρίς απαραίτητα να γίνεται επικαιρικό ή πολιτικό (σε ένα πρώτο επίπεδο).

 

Αυτή την περίοδο παρουσιάζουμε το «Εμείς» του Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν και δουλεύουμε πάνω στην «Αποστολή» του Χάινερ Μύλλερ. Στο μέλλον, και παρά τις όποιες δυσκολίες, θα ήθελα να συνεχίσω τη δουλειά με την ομάδα. Να προχωρήσουμε κι άλλο την έρευνά μας. Να συνεχιστεί η αναμέτρηση με τα μεγάλα κλασικά κείμενα, να ασχοληθούμε με την τραγωδία. Θα ήθελα επίσης να δουλέψουμε πάνω στον Μπέκετ και τον Μπρεχτ. Βέβαια, όλα αυτά δεν μπορούν να είναι αυτιστικά αποκομμένα από την αγωνία των καιρών μας. Πιστεύω ότι η τέχνη του θεάτρου είναι εδώ για να φωτίζει το ήδη ανοιχτό τραύμα, ώστε καλλιτέχνες και θεατές να σκεφτούμε και να δράσουμε στην κατεύθυνση της ριζικής επούλωσής του. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το θέατρο ως τέχνη της λήθης, του εντυπωσιασμού και των νόμων της αγοράς.

 

Κωνσταντίνος Χατζής

«Το μόνο σίγουρο είναι ότι στέκομαι στο ύψος των ονείρων και των ανθρώπων που αγάπησα, αγαπώ και πρόκειται να αγαπήσω»

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Κοιτώντας πίσω, διαπιστώνω πως τελικά η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν φυσική, παρά τις διαφορετικές φάσεις από τις οποίες πέρασα μέχρι να καταλήξω στο θέατρο. Μοιραζόμουν ανάμεσα στις σπουδές μου στο πιάνο (και την επιθυμία μου να ακολουθήσω τον δρόμο του σολίστ) και στην αγάπη μου για το θέατρο. Διάβαζα μανιωδώς θεατρικά και λογοτεχνικά κείμενα, έβλεπα παραστάσεις, μελετούσα πολλές ώρες πιάνο. Κάπου στην εφηβεία ανακαλύπτω τον Πίτερ Μπρουκ, την Αριάν Μνουσκίν, τον Ζακ Λεκόκ. Ταυτόχρονα συμμετείχα στη θεατρική ομάδα του σχολείου και άρχισα να σκηνοθετώ τις σχολικές παραστάσεις – στις τρεις τελευταίες τάξεις του Λυκείου κάναμε συνολικά οκτώ θεατρικές παραστάσεις. Πηγαίνω στη δραματική σχολή του Κώστα Καζάκου, αποφοιτώ αλλά δεν ασχολούμαι με το θέατρο – μια σπουδαία δασκάλα φωνητικής με προετοιμάζει για να γίνω κι εγώ δάσκαλος. Πράγματι, δουλεύω λίγα χρόνια ως δάσκαλος φωνητικής αλλά μετά από μια προσωπική δυσκολία αποφασίζω να ασχοληθώ πια μόνο με το θέατρο.

 

Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα χρόνια ξεκαθάρισε μέσα μου ποια είναι η πιο ισχυρή επιθυμία μου: πως ήθελα να μιλήσω για το πώς έβλεπα γύρω μου τη ζωή, μέσα από το θέατρο. Θυμάμαι πως την περίοδο που δούλευα πάνω σε κείμενα του Γιώργου Χειμωνά συναντούσα καθημερινά τον Νίκο Ξυδάκη για να δουλέψουμε τη μουσική. Ήταν ένα κείμενο στο οποίο διέκρινα τους ρυθμούς στον λόγο, τους τονισμούς, τις κινήσεις, τις μορφές, το φως. Αυτό το ίδιο κείμενο ο Ξυδάκης, όταν το πήρε για πρώτη φορά στα χέρια του, άρχισε, εκεί στον καναπέ που καθόταν, να το τραγουδάει και να γεννάει τη μουσική του. Ο Ξυδάκης, όπως κι εγώ, «τοποθέτησε» το έργο σε σχέση με το προσωπικό του υλικό και την οπτική του. Ήταν για μένα ένα μάθημα αυτές οι συναντήσεις. Σήμερα έχω καταλήξει ότι μέσω της σκηνοθεσίας κυριολεκτώ περισσότερο. Και αυτό που θέλω πια είναι να σταθώ αντάξια στην εσωτερική δύναμη που με ωθούσε, και με ωθεί, στη δημιουργία.

 

Η ανησυχία και η έμπνευση εντείνονται σε καιρούς αντικειμενικά δύσκολους. Η πιο μεγάλη δυσκολία είναι να μπορέσεις να αγνοήσεις τις διαφορετικές δυσκολίες που σε εμποδίζουν να προχωρήσεις.

 

Από το 2008, που σκηνοθέτησα την πρώτη μου παράσταση, μέχρι σήμερα, και παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που ορίζει η εν εξελίξει κρίση, αισθάνομαι ότι τον χώρο της δημιουργίας μπορείς να τον στηρίξεις και να σε στηρίξει, ακόμα κι αν το φόντο βομβαρδίζεται. Καθώς μεταβάλλεται η οικονομική και κοινωνική συνθήκη, αυτόματα αναπτύσσεται μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην τέχνη και στα νέα δεδομένα. Η ανησυχία και η έμπνευση εντείνονται σε καιρούς αντικειμενικά δύσκολους. Η πιο μεγάλη δυσκολία είναι να μπορέσεις να αγνοήσεις τις διαφορετικές δυσκολίες που σε εμποδίζουν να προχωρήσεις. Ωστόσο, το φαινόμενο της πληθώρας των παραστάσεων σε τόσο δύσκολους καιρούς, παρά τις παγίδες που κρύβει η ευκολία με την οποία καθένας μπορεί να κάνει θέατρο, ορίζει μια πραγματικότητα ανθρώπων που αντιστέκονται μέσω της έκφρασης και της σκέψης.

 

Πού στέκομαι εγώ μέσα σ’ αυτό το τοπίο; Δεν μπορώ να το απαντήσω, και δεν θα μπορώ να το απαντήσω ούτε σε πενήντα χρόνια. Αυτό που ξέρω είναι ότι το προσωπικό σημείο του καθενός ορίζεται από τη συνέπεια των επιλογών του, την ιδεολογική του τοποθέτηση και την ανάγκη του να μην επαναλαμβάνει ούτε καν τα προτερήματά του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στέκομαι στο ύψος των ονείρων και των ανθρώπων που αγάπησα, αγαπώ και πρόκειται να αγαπήσω. Η γενιά μου κατάφερε, χωρίς να απαξιώσει την παρακαταθήκη των προηγούμενων γενιών, να δράσει αυτόνομα, ανεξάρτητα, με άποψη και με νέες προτάσεις, που δείχνουν, αν μη τι άλλο, ότι είναι διατεθειμένη να ρισκάρει, να γίνει φορέας εξέλιξης της σκηνικής τέχνης.

 

Damiens / Φουκώ – Χειμωνάς. Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Χατζής. Ίδρυμα Κακογιάννη

 

Τους προηγούμενους μήνες παρουσίασα τους «Μεγάλους Αμαρτωλούς» (μια σύνθεση από τα τρία κορυφαία μυθιστορήματα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που φωτίζει τον Ρασκόλνικοφ, τον Σταυρόγκιν, τον Σμερντιακόφ και τον Ιβάν Καραμάζοφ) στο Ίδρυμα Κακογιάννης, «Το παιχνίδι του τέλους» του Μπέκετ στο Θέατρο Τέχνης και την παράσταση «Damiens / Φουκώ – Χειμωνάς» για την ιστορική πορεία της τιμωρίας πάλι στο Κακογιάννης. Με αυτήν έκλεισε ένας κύκλος μιας συγκεκριμένης θεματικής που εμμονικά με απασχολούσε για το δίπολο αμαρτία-τιμωρία. Ωστόσο, δεν έχω κλείσει με τον Ντοστογιέφσκι και αρχές της επόμενης σεζόν θα ασχοληθώ με τον «Μεγάλο Ιεροεξεταστή». Τον ερχόμενο Δεκέμβρη θα κάνω παράσταση το ποίημα «Άλμπα» του Θωμά Τσαλαπάτη, ο οποίος, αν και μόνο 30 χρονών, έχει ήδη διαγράψει μια σημαντική πορεία στον χώρο της ποίησης. Και ακολουθεί ο «Γλάρος» του Τσέχωφ. Όπως έλεγε και ο Σαίξπηρ, «σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα». Αυτό θα ήθελα να καταφέρω σε ένα βάθος χρόνου, να δώσω μέσα από κείμενα σχήμα στη ζωή.

 

 

Info:

 

• H παράσταση «Διακόσιες δέκα χιλιάδες οκάδες βαμβακιού – Mια παράσταση στο Αρχείο» της Ιόλης Ανδρεάδη ξεκινάει την 1η Απριλίου (και έως τις 23 Μαΐου) στο Ιστορικό Αρχείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς (Δωρίδος 2 & Λεωφ. Ειρήνης 141, Ταύρος). Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή στις 20:00, με ελεύθερη είσοδο.

 

• Η παράσταση της Σοφίας Μαραθάκη «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί» συνεχίζεται στο θέατρο 104 έως τις 19 Απριλίου.

 

• Η παράσταση «Εμείς» του Σάββα Στρούμπου συνεχίζεται στον Νέο Χώρο του θεάτρου Άττις έως τις 3 Απριλίου.

 

• Η παράσταση «Damiens / Φουκώ – Χειμωνάς» του Κωνσταντίνου Χατζή θα παρουσιαστεί στο θέατρο Λιθογραφείον της Πάτρας την Τρίτη 29 και την Τετάρτη 30 Μαρτίου στις 21:30.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ρίττερ, Ντένε, Φος» στο Θέατρο Τέχνης: Δύσκολη αποστολή, αξιοθαύμαστη παράσταση

Θέατρο «Ρίττερ, Ντένε, Φος» στο Θέατρο Τέχνης: Δύσκολη αποστολή, αξιοθαύμαστη παράσταση

6.12.2019
Μηνάς Χατζησάββας: «Να μπορώ να είμαι ευτυχισμένος μέχρι τέλους»

Θέατρο Μηνάς Χατζησάββας: «Να μπορώ να είμαι ευτυχισμένος μέχρι τέλους»

30.11.2019
 «Ωραία μου κυρία» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα: Απότομη προσγείωση σε ένα μεταμοντέρνο σύμπαν

Θέατρο «Ωραία μου κυρία» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα: Απότομη προσγείωση σε ένα μεταμοντέρνο σύμπαν

29.11.2019
Queer ήρωες στα αθηναϊκά θέατρα: Όσα σήμερα θεωρούνται δεδομένα ήταν κάποτε απαγορευμένα

Θέατρο Queer ήρωες στα αθηναϊκά θέατρα: Όσα σήμερα θεωρούνται δεδομένα ήταν κάποτε απαγορευμένα

28.11.2019
Passinho Carioca: Από τις φαβέλες του Ρίο στους «Όρνιθες» του Καραθάνου στη Στέγη

Θέατρο Passinho Carioca: Από τις φαβέλες του Ρίο στους «Όρνιθες» του Καραθάνου στη Στέγη

27.11.2019
Κριτική για το «Πριν την αποχώρηση» του Μπέρνχαρντ: Μπορούμε να γελάσουμε με τον ναζισμό;

Θέατρο Κριτική για το «Πριν την αποχώρηση» του Μπέρνχαρντ: Μπορούμε να γελάσουμε με τον ναζισμό;

23.11.2019
«Ωραία μου κυρία»: Η ιστορία του θρυλικού μιούζικαλ που ανεβαίνει στη Λυρική από τον Γιάννο Περλέγκα

Θέατρο «Ωραία μου κυρία»: Η ιστορία του θρυλικού μιούζικαλ που ανεβαίνει στη Λυρική από τον Γιάννο Περλέγκα

22.11.2019
Tom in Greece: Η ομοφοβική και μίζερη ελληνική επαρχία στη σκηνή της Στέγης

Θέατρο Tom in Greece: Η ομοφοβική και μίζερη ελληνική επαρχία στη σκηνή της Στέγης

21.11.2019
Ευριπίδη Λασκαρίδη, γιατί ονόμασες τη νέα σου παράσταση «Elenit»;

Θέατρο Ευριπίδη Λασκαρίδη, γιατί ονόμασες τη νέα σου παράσταση «Elenit»;

19.11.2019
«Το καινούργιο σπίτι» σε σκηνοθεσία Γ. Σκουρλέτη: Ένα απίθανο μπαρόκ νεκροταφείο στη σκηνή του Rex

Θέατρο «Το καινούργιο σπίτι» σε σκηνοθεσία Γ. Σκουρλέτη: Ένα απίθανο μπαρόκ νεκροταφείο στη σκηνή του Rex

18.11.2019