Λόρενς Ολίβιε
Θέατρο

Οι μεταφραστικές περιπέτειες του Άμλετ στην Ελλάδα

«Να είναι τις ή να μην είναι, ιδού το ζήτημα» ή «Nα ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία»;

Η πιο παλιά ελληνική μετάφραση του «Άμλετ» είναι του Περβάνογλου, σε αρχαΐζουσα, και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1858. Ο τίτλος αποδόθηκε ως «Αμλέτος, βασιλόπαις της Δανίας» και συμπληρωνόταν από τις εξής πληροφορίες: «Τραγωδία του Άγγλου Σαιξπήρου, ενστίχως μεταφρασθείσα υπό Ιωάννου Π. Περβάνογλου». Ο Γιάννης Σιδέρης δίνει την πληροφορία ότι ήταν η απόδοση που χρησιμοποιούσε τόσο ο Παντελής Σούτσας (το 1866) όσο και ο Διονύσιος Ταβουλάρης κάθε φορά που παρουσίαζε το έργο (στη διάρκεια της τριακονταετίας 1872-1905).


Έκτοτε, ο «Άμλετ» μεταφράστηκε πολλές φορές από σημαντικούς λογοτέχνες. Η συγκριτική ανάγνωσή τους επιτρέπει να δούμε αφενός τις περιπέτειες της γλώσσας σε μια διάρκεια σχεδόν 160 χρόνων, αφετέρου τον τρόπο που εξελίσσεται η κατανόηση και η απόδοση του σαιξπηρικού αριστουργήματος. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει ο γνωστός μονόλογος του Άμλετ από την πρώτη σκηνή της Γ' Πράξης, που αρχίζει με τον στίχο «To be, or not to be, that is the question». Κι ενώ στην απόδοση του Περβάνογλου ακούγεται αστείος, «Είναι ή μη, νυν τούτ' έστι το ζήτημα», η απόδοση του Βικέλα, «Να ζει κανείς ή να μη ζει, ιδού η απορία», έγινε τόσο δημοφιλής, που ανεξαρτητοποιήθηκε από το έργο και καθιερώθηκε ως λαϊκή ρήση.

 

Εκτός από ποιήματα (στη δημοτική) και διηγήματα (πιο γνωστό ο «Λουκής Λάρας»), μετέφρασε έξι σαιξπηρικά έργα: «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», «Οθέλλος», «Βασιλεύς Ληρ», «Μάκβεθ», «Αμλέτος», «Ο Έμπορος της Βενετίας» (1875-1884).

 

Στη βιβλιοθήκη μου έχω τη δεύτερη παλαιότερη μετάφραση του «Άμλετ», του Δημητρίου Βικέλα (1835-1908). Συριανός, με εμπορικές δραστηριότητες στο Λονδίνο και στο Παρίσι που του εξασφάλισαν αξιόλογη περιουσία, μπόρεσε μετά το 1876 να επικεντρωθεί στη λογοτεχνία, γράφοντας και μεταφράζοντας – και αργότερα να αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Εκτός από ποιήματα (στη δημοτική) και διηγήματα (πιο γνωστό ο «Λουκής Λάρας»), μετέφρασε έξι σαιξπηρικά έργα: «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», «Οθέλλος», «Βασιλεύς Ληρ», «Μάκβεθ», «Αμλέτος», «Ο Έμπορος της Βενετίας» (1875-1884).

 

Άμλετ, Εθνικό Θέατρο,1955. Σκηνοθεσία Αλέξη Mινωτή. Ο ίδιος ερμήνευσε τον ρόλο του νεαρού πρίγκηπα παρότι ήταν ήδη 57 ετών!

 

Στις μεταφράσεις ακολουθεί μεικτό ιδίωμα που δεν περιορίζεται, όπως ο ίδιος εξηγεί, «εντός του λεξικού και της φρασεολογίας της δημοτικής ανθολογίας» αλλά αποδίδει τον στίχο στην «καθομιλουμένην ως κοινώς λαλείται». Η στιχουργική του μπορεί να έχει αδυναμίες (ο Φώτος Πολίτης γράφει ότι ο μονότονος δεκαπεντασύλλαβός του, με «τις αφάνταστες χασμωδίες, την περισσή του πλαδαρότητα και τη γλώσσα του την ανάμικτη και την κακόζηλη δεν είναι πια ανεκτός» και ο Βασίλης Ρώτας σχολιάζει ότι ο πλαδαρός δεκαπεντασύλλαβός του δεν κάνει για τη σκηνή), αλλά ισχύει αυτό που σημειώνει ο Βάλτερ Πούχνερ («Κείμενα και Αντικείμενα», εκδ. Καστανιώτη 1997), ότι οι μεταφράσεις του αποτελούν «την πρώτη συστηματική προσπάθεια μιας ουσιαστικότερης πρόσληψης» των πιο σημαντικών τραγωδιών του Σαίξπηρ.


Ο περίφημος μονόλογος του Άμλετ στη μετάφρασή του, που εκδόθηκε το 1882, πάει ως εξής (απλοποιώντας την ορθογραφία):

 

Nα ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία.
Τι είναι πλέον ευγενές; Να ζει, να υποφέρει
της Τύχης τα τοξεύματα και σφενδονίσματά της
ή εις βασάνων πέλαγος τα όπλα ν' αντιτάξει
και να ιδεί το τέλος των με την αντίστασίν του;
Απέθανε – κοιμήθηκε· ιδού! Και μ' έναν ύπνο
να παύει ο πονόκαρδος και τα δεινά τα χίλια
που είν' η μοίρα της σαρκός, συντέλεια θα ήτο
να την ορέγεται κανείς ενθέρμως! ‒ Ν' αποθάνει,
να κοιμηθεί. ‒ Να κοιμηθεί; Να ονειρεύετ' ίσως!
Ιδού, ιδού το πρόσκομμα! Διότι στου θανάτου
τον ύπνον τούτον άραγε τι όνειρα θα έλθουν,
αφού αποτινάξομεν την σκέπην την φθαρτήν μας;
Αυτό μας φέρει δισταγμούς· αυτό είν' η αιτία
που κάμνει τόσον μακρινόν της συμφοράς τον βίον.
Διότι ποίος ήθελε ποτέ να υποφέρει
του κόσμου τον περίγελον και την καταδρομήν του,
τυράννων καταπίεσιν, τρανών υπεροψίαν,
τα βάσανα του έρωτος του καταφρονημένου,
του νόμου τη βραδύτητα, το ύφος των εντέλει
ή και τα κολαφίσματα οπού συχνοαρπάζει
η μετριόφρων αρετή από τους αναξίους,
ενώ του ήτο δυνατόν το παν να εξοφλήσει
μ' ένα κεντρί! Ποιος ήθελε φορτία να σηκώνει,
και να ιδρώνει, να βογγά απ' της ζωής το βάρος,
εάν του μετά θάνατον ο φόβος, ‒αν ο τόπος
ο άγνωστος, οπού ποτέ κανένας ταξιδιώτης
ακόμη δεν εγύρισεν από τα σύνορά του‒
εάν δεν μας εκλόνιζαν αυτά την θέλησίν μας,
ώστε κανείς να προτιμά τα βάσανα που έχει,
παρά να τρέξει μόνος του εις άλλα που δεν ξεύρει.

 

Άμλετ, Εθνικό Θέατρο,1955. Ο Θάνος Κωτσόπουλος, ο Νίκος Παρασκευάς και η Κατίνα Παξινού

 

Λίγα χρόνια μετά, το 1889, κυκλοφόρησε και η «έμμετρος μετάφρασις με προλεγόμενα και κριτικάς σημειώσεις» του «Αμλέτου» από τον Κερκυραίο Ιάκωβο Πολυλά (1825-1896). Ήταν ο πρώτος που εξέδωσε πλήρη μετάφραση έργου του Σαίξπηρ στην Ελλάδα, την «Τρικυμία» το 1855.

 

Να είναι τις ή να μην είναι, ιδού το ζήτημα·
αν θέλ' η ευγένεια της ψυχής όλα να στέργεις
τα πικρά βέλη που ακοντίζει τύχη αχρεία,
ή σ' ένα πέλαγος κακών αρματωμένος
αντίστασιν να κάμεις και να παύσεις όλα.
Θάνατος – ύπνος ‒ τίποτ' άλλο· κι αν ειπούμε
πως μ' έναν ύπνον παύει ο πόνος της καρδίας
κι οι τόσοι κτύποι, της σαρκός αρχαία κλήρα,
θα ήταν τέλος άξιο των θερμών ευχών μας.
Θάνατος –ύπνος –ύπνος! Α! Και όνειρα μήπως!
Εδώ είναι ο κόμπος· επειδή κει στου θανάτου
τον ύπνον ποιας λογής όνειρα θα 'λθουν, άμα
του κόσμου τούτου αποτινάξομε την ζάλην;
Τούτο εξ ανάγκης μας κρατεί, τούτ' είναι η σκέψις
που σέρνει τόσο την ζωήν της δυστυχίας.
Ότι ποιος θα δεχόνταν του καιρού τους τόσους
περιπαιγμούς και ραβδισμούς, την δυναστείαν
του αδικητού, την ύβριν των υπερηφάνων
την οδύνην αγάπης περιφρονημένης,
την άργητα του νόμου, τον αυθάδη τρόπον
της εξουσίας, και όσους λακτισμούς η αξία
η υπομονητική λαμβάνει απ' τον αχρείον,
εάν μ' ένα μαχαίρι μόνος του ημπορούσε
ν' απελευθερωθεί; Ποιος ήθελε απ' το βάρος
μιας άχαρης ζωής να ιδρώνει, να στενάζει;
Μόνος ο τρόμος μήπως κάτ' υπάρχει πέραν
του τάφου – ο τόπος ο ανεύρετος, απ' όπου
ποτέ κανείς ταξιδιώτης δεν γυρίζει‒
την θέλησιν στεναχωρεί, και αυτό βιάζει
τον άνθρωπον να μένει στα δεινά που πάσχει,
παρά να δράμει σ' άλλα αγνώριστά του πάθη.

 

Μεταφράσεις του 20ού αιώνα

Για πολλά χρόνια ο Βασίλης Ρώτας (1889-1977) παρέμενε ο μοναδικός που είχε μεταφράσει (σε συνεργασία με τη Βούλα Δαμιανάκου) όλα τα έργα του Σαίξπηρ ‒ ο Ερρίκος Μπελιές, που απεβίωσε πριν από λίγες μέρες, είναι ο δεύτερος που ολοκλήρωσε τη μετάφραση των απάντων του Σαίξπηρ σε διάστημα περίπου μιας εικοσαετίας (1980-2004). Ο Ρώτας ξεκίνησε τις σαιξπηρικές μεταφράσεις το 1927, με πρώτο έργο το «Όνειρο Μεσοκαλοκαιριάτικης Νύχτας» (1928). Το καλοκαίρι του 1937 παρέδωσε στο Εθνικό Θέατρο τη μετάφραση του «Άμλετ» για την παράσταση του Δημήτρη Ροντήρη, με Άμλετ τον Αλέξη Μινωτή (θεατρική σεζόν 1937-38). Σε βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1938 (εκδ. Κολλάρου).

 

Να 'ναι κανείς ή να μην είναι, — αυτό είν' το ζήτημα·
τι 'ναι στο πνεύμα ανώτερο, να υποφέρεις
πετριές και σαϊτιές αχρείας τύχης, ή
να παίρνεις τα όπλα ενάντια σ' ένα πέλαο βάσανα
κι αντιχτυπώντας να τους δίνεις τέλος; Θάνατος, —
ύπνος, και τίποτ' άλλο· κι αν μ' αυτόν τον ύπνο
παύουμε της καρδιάς τον πόνο και τις χίλιες
λαχτάρες, φυσική κληρονομιά της σάρκας,
είναι συντέλεια να την εύχεσαι με ζήλο.
Θάνατος·— ύπνος — ύπνος, ίσως όνειρα! ε,
εδώ είν' ο κόμπος· τι σ' αυτόν τον ύπνο του θανάτου
τι όνειρα θα 'ρθουν, όταν θα 'χουμε πετάξει τούτο
το σαρκοκούβαρο; Αυτό μας κόβει· τούτη η έγνοια
κάνει τη δυστυχία να ζει τόσο πολύ·
γιατί ποιος θα δεχότανε ντροπές και χάλια
της ηλικίας, τ' άδικο απ' τον δυνατόν,
τον εξευτελισμό απ' τον φαντασμένον,
τον πόνο από την περιφρονημένη αγάπη,
την άργητα του νόμου, τους τραμπουκισμούς
της εξουσίας και τις κλωτσιές που η ταπεινή
η αξία τρώει απ' τον ανάξιο, αν μπορούσε
να 'δινε μόνος του κανείς στον εαυτό του
τη λύτρωση μ' ένα μαχαίρι; Ποιος θα το 'θελε
να φέρνει ευθύνες, να γρυλίζει και να ιδρώνει
από το βάρος της ζωής, αν η τρομάρα
μην είναι κάτι μετά θάνατον, στον κόσμο
τον άλλο, απ' όπου δε γυρίζει ταξιδιώτης,
δε σάστιζε τη θέληση και δε μας έκανε
να προτιμάμε να τραβάμε αυτά τα βάσανα
παρά να πάμε σε άλλα που δεν τα γνωρίζουμε;

 

(«Άπαντα Σαίξπηρ», μτφρ. Βασίλη Ρώτα, εκδ. Επικαιρότητα, 1997)

 

Αμλετ από την Ορχήστρα των Μικρών Πράγματων (σε μετάφραση Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου), σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, 2014.

 

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923) μετέφρασε από το 1910 έως το 1916 «Άμλετ», «Βασιλιά Ληρ», «Οθέλλο», «Τρικυμία» και «Μάκβεθ». Η μετάφραση του «Άμλετ» στη δημοτική και με ενδεκασύλλαβο στίχο θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο το 1977 από την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (εξαντλημένο). Με το σαιξπηρικό αριστούργημα θα αναμετρηθεί και ο Κοσμάς Πολίτης (1888-1974), ένας από τους πλέον σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του '30, συγγραφέας του «Λεμονοδάσους», της «Εκάτης» και της «Εroica». Η απόδοσή του κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2014 από τις εκδόσεις Νεφέλη, στην επέτειο των 40 χρόνων από τον θάνατό του. Πρόκειται, βέβαια, για το συντομευμένο κείμενο που χρησιμοποίησε η Μαριέτα Ριάλδη στην παράσταση του Πειραματικού Θεάτρου της, τη χειμερινή σεζόν 1971-72. Το αρχικό, πλήρες κείμενο της μετάφρασης του Πολίτη δεν έχει διασωθεί.

 

Να ζει κανείς ή να μη ζει, αυτό είναι το ζήτημα·
τι δείχνει πιο γενναία ψυχή, να υποφέρεις
πετριές και σαϊτιές μιας άθλιας τύχης,
ή να παίρνεις τ' άρματα ενάντια σ' ένα πέλαγο από βάσανα
κι αντιβγαίνοντας να τους δίνεις τέλος; Ύπνος... θάνατος...
τίποτ' άλλο· και μ' έναν ύπνο αν βάζομε τέλος στης καρδιάς τον πόνο
και στα χίλια σωματικά μας βάσανα,
κληρονομία της σάρκας, είναι μια συντέλεια
που να την εύχεσαι θερμά! Θάνατος... ύπνος...
Ύπνος! Να ονειρεύεσαι ίσως – ναι, αυτού είναι ο κόμπος·
γιατί σ' αυτό τον ύπνο του θανάτου, μας βάζει σε έγνοια
τι όνειρα θα μας έρθουν όταν θα 'χουμε πετάξει αυτό
το θνητό κουβάρι· αυτή η έγνοια κάνει τόσο μακρόζωη τη δυστυχία·
Γιατί ποιος θ' ανεχότανε του χρόνου το ντρόπιασμα και τα χτυπήματα,
του τυράννου την αδικία, την ακαταδεξιά του φαντασμένου,
τον πόνο μιας αγάπης περιφρονημένης, τις αναβολές του νόμου,
της εξουσίας το θράσος και τις κλωτσιές
που η καρτερική αξία τρώει από τον ανάξιο,
αν μπορούσε μόνος του στον εαυτό του την ανάπαψη να δώσει
μ' ένα μαχαίρι; Ποιος θα 'θελε τούτα τα βάρη να σηκώνει,
να ιδρώνει και να βογγάει κάτω από μια καταθλιπτική ζωή,
αν ο τρόμος μην υπάρχει κάτι μετά τον θάνατο,
στην άγνωστη χώρα, που από την περιοχή της
κανένας ταξιδιώτης δεν γυρίζει, δε σάστιζε τη θέληση
και δεν μας έκανε να προτιμάμε αυτά εδώ τα βάσανα,
παρά να πάμε σε άλλα που μας είναι άγνωστα;

 

Αμλετ, Εθνικό, 2003 σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, 2003. Εθνικό Θέατρο

 

«Στη μετάφρασή μου έχω τηρήσει απόλυτα την αντιστοιχία των στίχων με το αγγλικό κείμενο όπως αποδίδεται στις εκδόσεις της Οξφόρδης, τις εναλλαγές από τον έμμετρο στον πεζό λόγο και όλες τις ομοιοκαταληξίες» σημειώνει ο Μιχάλης Κακογιάννης (1921-2011) για τη μετάφραση του «Άμλετ» που κυκλοφόρησε το 1985 από τις εκδόσεις Καστανιώτη (κι έχει εξαντληθεί). Την αφιέρωσε στην Έλλη Λαμπέτη, που τον παρακίνησε και τον βοήθησε με το θεατρικό της ένστικτο «σαν πρώτος ακροατής».

 

Να ζεις ή να μη ζεις; Αυτό είναι το ερώτημα.
Γενναιότερο άραγε στο νου λογιέται να υπομένεις
τα βέλη και τις πετριές μιας ανελέητης μοίρας,
ή ν' αντιτάσσεις τα όπλα σ' ένα πέλαγο από βάσανα
και, αψηφώντας τα, να δίνεις τέλος; Πεθαίνεις-κοιμάσαι...
Τίποτ' άλλο. Και μ' έναν ύπνο να μπορείς να λες
πως εξοντώνεις τους καημούς και μύρια τόσα ανθρώπινα δεινά
που 'ναι κληρονομιά της σάρκας, θα 'ταν
μια λύση πολυπόθητη. Πεθαίνεις - κοιμάσαι... Κοιμάσαι;
Κι αν ονειρεύεσαι; Αλίμονο, αυτό είναι που πονάει.
Γιατί στον ύπνο μέσα του θανάτου τι όνειρα ίσως ξεπροβάλλουν,
αφού αποτινάξουμε τούτο το θνητό φορτίο,
μας κάνουν να κοντοσταθούμε. Ιδού η αιτία
που η ζωή πάει τραβώντας μες στον όλεθρο. Αλλιώς
ποιος θ' άντεχε τα μαστιγώματα και την ταπείνωση του χρόνου,
του δυνάστη τ' άδικο, του αλαζόνα την αυθάδεια,
το σπαραγμό του απαρνημένου έρωτα, του νόμου τις αναβολές,
της εξουσίας το θράσος, κι όλους τους εξευτελισμούς
που εισπράττει η άξια υπομονή από τους ανάξιους,
αν ο καθένας μόνος του μπορούσε να ξοφλήσει
μ' ένα γυμνό μαχαίρι; Θα σήκωνε κανείς τ' αβάσταχτα,
γονατισμένος μια ζωή με βόγγους και με ιδρώτα,
μα να που ο φόβος για το τι παραμονεύει ύστερ' απ' το θάνατο
στη χώρα την ανεξερεύνητη που από τα σύνορά της
κανένας ταξιδιώτης δε γυρνάει, σαστίζει την απόφαση,
κάνοντας να υπομένουμε τα όσα βάσανα έχουμε
παρά να ορμάμε σε άλλα που αγνοούμε.

 

Αμλετ, σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 2015

 

Το 1988 κυκλοφόρησε και η ελεύθερη, ποιητικώ τω τρόπω, απόδοση του Γιώργου Χειμωνά (1938-2000). Έγνοια του ήταν να είναι ο «Άμλετ» όχι «σύγχρονος» αλλά παρών. «Όμως ο Άμλετ παρών που εννοώ, θα μιλάει, όπως σήμερα, που ο λόγος έχει γίνει σπάνιος, μπορεί να μιλήσει. Η οποιαδήποτε, λοιπόν, ελευθερία μου στην απόδοσή του αποσκοπεί στην έκθλιψη της περιστροφής και στη σφιχτή απλότητα της ειδικής εκείνης έμφασης που ενυπάρχει στον φύσει κραυγαλέο δραματικό λόγο» σημειώνει στο εισαγωγικό του σημείωμα (εκδ. Κέδρος).

 

Να ζεις. Να μη ζεις. Αυτή είναι η ερώτηση.

 

Τι συμφέρει στον άνθρωπο
Να πάσχει να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές
από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος
Ή να επαναστατεί. Να αντισταθεί
στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων
Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς. Αυτό είναι όλο
Να κοιμηθείς και να κοιμηθούν
όλοι οι πόνοι που από αυτούς είσαι πλασμένος
Να μην ξυπνήσουν πια ποτέ. Αυτόν τον ύπνο
να εύχεσαι για σένα. Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς
Κι αν στον ύπνο σου έρθει ένα όνειρο;
Τι θα είναι αυτό το όνειρο; Μετά τον αιώνα του σώματος
ποιος ύπνος αναλαμβάνει τα όνειρα; Πώς ονειρεύεται
ο θάνατος; Σε πιάνει φόβος αργείς
Και ζεις. Και η πανωλεθρία διαρκεί ζώντας
από τη ζωή σου. Τελείωσε τον κόσμο εσύ
Τέλειωσε την ζωή σου. Αυτήν την στιγμή. Τώρα. Μ' ένα μαχαίρι.
Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο
Να τον αδικεί ο ισχυρός να τον συντρίβει ο επηρμένος
να ερωτεύεται να εκλιπαρεί τον αδιάφορο να ανέχεται
την ύβρι της εξουσίας τη νύστα του νόμου
Να νικά ο ανάξιος τον άξιο. Που η αξία του η ίδια
τον έχει από πριν νικήσει. Ποιος θα άντεχε
να κουβαλάει το ασήκωτο βάρος της ζωής να σέρνεται
να ερημώνει να στραγγίζει ιδρώτας η ψυχή του
αν δεν ήταν ο τρόμος. Γι' αυτό που στέκεται εκεί
Εκεί που αρχίζει ο θάνατος. Σ' αυτήν την άγνωστη γη
Που σε κανέναν ορίζοντα μακριά κανείς. Ποτέ δεν είδε
Κι εκείνοι που ξεκίνησαν και φύγαν ποτέ
δεν ξαναφανήκαν στην πύλη. Ο φόβος
ταράζει την θέληση και θέλεις
να είναι ο εχθρός σου γνώριμος παρά να δεις
να έρχεται καταπάνω σου το αγνώριστο.

 

Συνομιλώντας με τον «Άμλετ» στον 21ο αι.

Οι μεταφράσεις του Παύλου Μάτεσι και του Διονύση Καψάλη είναι οι τελευταίες στη μακριά σειρά μεταφραστικών αναμετρήσεων με το ανυπέρβλητο σαιξπηρικό έργο στη γλώσσα μας. Στην πρώτη, που κυκλοφόρησε το 2009 (από τις εκδόσεις Τόπος), ο Μάτεσις (1933-2013) προτίμησε τη μορφή πεζού, εσωτερικού μονολόγου.

 

Ύπαρξη; Ανυπαρξία; Ιδού το ερώτημα. Τι είναι για την ψυχή το ευγενέστερο; Να ανεχτείς βέλη και λιθοβολισμό πρόστυχης μοίρας ή να σηκώσεις όπλο ενάντια σε ωκεανό από βασανιστήρια, να τους εναντιωθείς και να τα μηδενίσεις; Θάνατος. Ύπνος. Και μετά, μηδέν. Κι αν μ' έναν ύπνο βάζω τέλος στα μαρτύρια της καρδιάς και τα χιλιάδες άλλα πράγματα που κληρονόμησε η σάρκα; Αυτό είναι ολοκλήρωση ευλαβικότατα επιθυμητή. Θάνατος. Ύπνος. Ύπνος! Α! Και ίσως όνειρα. Μάλιστα. Εδώ η εμπλοκή. Γιατί σε τέτοιον ύπνο θανάτου, τι είδους όνειρα; Ενδέχεται να έρθουν, όταν θα 'χουμε ξεφορτωθεί αυτό το σάρκινο βασανιστήριο; Αυτό μας κόβει τη φόρα· ο συλλογισμός που κάνει αβάσταχτη μία ζωή που τόσο αβάσταχτα πολύ κρατεί. Γιατί, ποιος θα υπόμενε μαστίγιο, προσβολές εγκόσμιες, την αδικία του δυνάστη, τη βρισιά του αλαζόνα ή τις μαχαιριές του περιφρονημένου έρωτα, τον νόμο που θα λειτουργήσει καθυστερημένα, την προπέτεια της Εξουσίας, τα λακτίσματα που ο νομοταγής πολίτης δέχεται απ' τον αχρείο, όταν στο χέρι του είναι απ' όλα αυτά να απαλλαγεί μ' ένα μικρό, γυμνό μαχαίρι; Γιατί ποιος θ' ανεχόταν βόγγο, βάρος και ιδρώτα μιας άχαρης ζωής, εάν ο τρόμος πως κάτι που υπάρχει μετά θάνατον ‒η χώρα η άγνωστη που από το σύνορό της ταξιδιώτης κανείς δεν επιστρέφει‒ μουδιάζει τη βούληση και μας καταναγκάζει να υπομείνουμε τα τωρινά μαρτύριά μας, παρά ν' ανοίξουμε πανιά προς άλλα, άγνωστά μας;

 

O Oδυσσέας Παπασπηλιόπουλος υποδύεται τον Άμλετ στην παράσταση που σκηνοθετεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου το φετινό χειμώνα, στο Αμφι-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου.


Toυ Διονύση Καψάλη η μετάφραση δοκιμάστηκε στη σκηνή, στην περσινή παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά στη Στέγη, την ίδια εποχή που εκδόθηκε (εκδ. Gutenberg 2015). H σύγκριση με τις προηγούμενες, τουλάχιστον όσον αφορά τον διάσημο μονόλογο του Άμλετ, δείχνει ότι οι διαφορές από τη μία μετάφραση στην άλλη είναι επί της ουσίας μικρές. Η γλώσσα αλλάζει με τον καιρό, το γλωσσικό αίσθημα επίσης (κι αυτό φαίνεται συγκρίνοντας τη δημοτική του Ρώτα με τις σύγχρονες μεταφράσεις), αλλά όχι τόσο γρήγορα ώστε να υπάρχουν αξιόλογες διαφοροποιήσεις σε μεταφράσεις που μένουν κατά το δυνατόν πιστές στο πρωτότυπο.

 

Να ζεις ή να μη ζεις, να το ερώτημα·
πού βρίσκεται η ευγένεια του ανθρώπου:
να τον χτυπά, να τον εξευτελίζει
μοίρα αλλοπρόσαλλη και να υπομένει;
Ή να ξεσηκωθεί, να πάρει τα όπλα,
ενάντια σ' ένα πέλαγος δεινά
και να τα πολεμήσει ως το τέλος;
Πεθαίνεις και κοιμάσαι, τίποτ' άλλο:
και μ' έναν ύπνο λες ότι γλιτώνεις
τον πόνο της καρδιάς και τις χιλιάδες
πληγές που είναι πλασμένες με τη σάρκα:
είναι κι αυτό ένα τέλος, μια τελείωση,
να την ποθείς ευλαβικά. Πεθαίνεις
και κοιμάσαι· κοιμάσαι και μπορεί
να ονειρευτείς – να τος, εδώ είναι ο κόμπος:
γιατί σ' αυτό τον ύπνο του θανάτου
τι όνειρα θα έρθουν όταν πια
θα 'χουμε αποτινάξει από πάνω μας
το θλιβερό κουβάρι της θνητότητας;
Να τι μας σταματά. Κι η σκέψη αυτή
χαρίζει μια ζωή στη δυστυχία:
Ποιος θ' άντεχε τις πίκρες και τη χλεύη,
τον καταποντισμό της ηλικίας;
Ποιος θα υπέφερε την αδικία
του ισχυρού, το θράσος του επηρμένου,
τους πόνους του αναπόδοτου έρωτα,
τη χαύνωση του νόμου, την αναίδεια
και την αυθάδεια της εξουσίας;
Ποιος άξιος, γεμάτος καρτερία,
θ' άντεχε να τον φτύνει κάθε ανάξιος,
όταν μπορούσε ο ίδιος να εξοφλήσει
τον κόσμο αυτόν με μια γυμνή λεπίδα;
Ποιος θα το σήκωνε τέτοιο φορτίο,
να ιδρώνει, να βογγάει κάτω από
το βάρος μιας ζωής βαριεστημένης,
εάν αυτός ο τρόμος για εκείνο
το πέραν του θανάτου, το μετά
(τη χώρα την ανεύρετη απ' όπου
κανένας ταξιδιώτης δεν γυρίζει),
δεν γίνονταν φραγμός στη βούλησή μας
και δεν μας έκανε να προτιμάμε
τα τωρινά μας βάσανα παρά
να φύγουμε προς άλλα, άγνωστά μας;

 

 

Το πρωτότυπο:

 

To be, or not to be; that is the question:
Whether 'tis nobler in the mind to suffer
The slings and arrows of outrageous fortune,
Or to take arms against a sea of troubles,
And, by opposing, end them. To die, to sleep —
No more; and by a sleep to say we end
the heartache and the thousand natural shocks
that flesh is heir to — 'tis a consummation
devoutly to be wished. To die, to sleep.
Τo sleep, perchance to dream. Ay, there's the rub,
for in that sleep of death what dreams may come,
when we have shuffled off this mortal coil,
must give us pause. There's the respect
that makes calamity of so long life,
for who would bear the whips and scorns of time,
th' oppressor's wrong, the proud man's contumely,
the pangs of disprized love, the law's delay,
the insolence of office, and the spurns
that patient merit of th' unworthy takes,
when he himself might his quietus make
with a bare bodkin? Who would fardels bear,
to grunt and sweat under a weary life,
but that the dread of something after death,
the undiscovered country from whose bourn
no traveller returns, puzzles the will,
and makes us rather bear those ills we have
than fly to others that we know not of?

 

Hamlet, Act 3, Scene 1, 58-84 (The Oxford Shakespeare, The Complete Works, 1988)

 

 

Θέατρο
5 Σχόλια
maxvibus 6.5.2016 | 11:37
Μπράβο για την ωραία έρευνα!

Τελικά ποια είναι η σωστή χρήση για τα παραπάνω. Η λέξη μετάφραση ή η λέξη απόδοση;
avatar
Scifimom 6.5.2016 | 12:28
Πως μεταφράζεις το "be"; Έχει πολλαπλές ερμηνείες στα Ελληνικά, Υπάρχω/ζω/είμαι/υφίσταμαι. Δεν μπορεί να μεταφραστεί επακριβώς, η ποίηση ποτε δεν μπορεί να μεταφραστεί επακριβώς. Από εκει και πέρα ειναι προσωπικη η απόψη του καθενός. Εμενα ας πούμε μ αρεσει η μεταφραση του Β.Ρώτα. Αλλά αυτό είναι υποκειμενικό.
avatar
Scifimom 6.5.2016 | 12:24
Οπως και στο άρθρο εδώ, η φωτογραφία του Λώρενς Ολιβιε που κρατά το κρανίο είναι εξίσου διάσημη με την φράση "μα ζει κανείς ή να μη ζει. Μόνο που η σκηνή με το κρανίο δεν αντιστοιχεί σε αυτό το μονόλογο αλλά στον μονόλογο του Γιόρικ στο νεκροταφείο. Ο Άμλετ κρατά το κρανίο του γελωτοποιού και φίλου του και μονολογεί περί θανάτου "Αλίμονο, καημένε Γιόρικ! - Τον γνώρισα, Οράτιε• τι απέραντη εξυπνάδα που 'χε, τι έξοχη φαντασία• χίλιες φορές μ' είχε σηκώσει στην πλάτη του• και τώρα τι φρίκη που με πιάνει να τον φαντάζομαι! Αναγουλιάζω! Εδώ κρεμόντουσαν εκείνα τα χείλη που τα φίλησα κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές."
Μετάφραση: Β. Ρώτα
avatar
badhairyear 28.5.2016 | 11:20
Χίλια μπράβο στο LIFO και στην κ. Καλτάκη .Με συγκινεί περισσότερο η απόδοση του Βασίλη Ρώτα ενω του κ. Χειμωνά μου προκαλεί οργή.
thejohnnydebt 8.1.2020 | 17:48
Πολυ ωραιο αρθρο,μπραβο στην κυρια Καλτακη.
Μεταξυ Καψαλη και Μπελιες,
ποια μεταφραση να επιλεξω,ή ειναι και οι δυο ισαξιες ?