Τελικά, δεν νομίζω πως ήταν η παράσταση στην Αμερική το πιο άπιαστο όνειρο. Ήταν το να περπατάς στον δρόμο, σε αυτό το μέρος που όλοι θεωρούμε χάος, και να σε σταματούν άνθρωποι να σου λένε ότι είδαν την παράσταση.
Ταξίδια

Το ημερολόγιο του Χρήστου Λούλη στη Νέα Υόρκη

Οι «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου ήταν η αιτία για τον δημοφιλή ηθοποιό να δει τη Νέα Υόρκη με μια φρέσκια ματιά

Λίγο πριν κλείσουν τα φώτα στο θέατρο St. Ann’s Warehouse του Μπρούκλιν και οι τεχνικοί αρχίσουν να πακετάρουν τους φοίνικες και το μικρό νησάκι, τα πολύχρωμα φαντεζί κοστούμια και τα ματαιωμένα όνειρα, την ποίηση της Νεφελοκοκκυγίας, ανοίξαμε μαζί με τον Χρήστο Λούλη το ημερολόγιό του και διαβάσαμε εκείνα που σημείωσε από την 20ήμερη παραμονή του στη Νέα Υόρκη.

 

Ο Έποπας της παράστασης του Νίκου Καραθάνου μπορεί στους «Όρνιθες» -που ανέβηκαν σε παραγωγή της «Στέγης» του Ιδρύματος Ωνάση- να αναρωτιόταν «τι σας λείπει από την Αθήνα και το ψάχνετε τόσο μακριά;», αλλά τουλάχιστον έμαθε –μετά τον θρίαμβό τους στο Μπρούκλιν– πόση συγκίνηση μπορεί να βρει ένας Αμερικανός σε ένα κείμενο αιώνων που μιλά για φτερωτά πλάσματα, ουτοπίες, κοινωνικούς παραδείσους, ερεθιστικές υποσχέσεις και αγνά συναισθήματα. Αυτό είναι το ημερολόγιό του: 

 

«Το πρώτο σημάδι στο ημερολόγιο μπήκε την πρώτη κιόλας μέρα που πατήσαμε το πόδι μας εδώ. Με το που φτάσαμε, μας πήγε ο Νίκος (Καραθάνος) βόλτα στα Brooklyn Heights και είδα το φωτισμένο Μανχάταν από απέναντι. Είναι αδύνατο να μην εντυπωσιαστείς, να μη νιώσεις κομμάτι της πόλης, να μην πεταρίσει η καρδιά σου, όταν συνειδητοποιήσεις ότι είσαι εδώ για να παίξεις.

 

Παρατηρώ πολύ συχνά τα μάτια των ανθρώπων και σε πληροφορώ ότι ακόμα κι εδώ καταλαβαίνω τους Έλληνες από μακριά. Έχουν αυτές τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια και τη μύτη που προκαλούνται από αυτήν τη διαρκή καχυποψία, την ασταμάτητη μελέτη τού τι είναι εκείνος που έχεις απέναντί σου. Αυτό το συνοφρύωμα, που δείχνει ότι κάποιος είναι μονίμως στον προθάλαμο του θυμού.

 

Ήρθα στη Νέα Υόρκη πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια, γιατί επρόκειτο να παίξουμε με τη Λυδία Κονιόρδου στο Λος Άντζελες, και αποφάσισα να περάσω λίγες διακοπές εδώ. Ήταν ένας σφοδρός έρωτας. Τη δεύτερη, το 2006, με τους “Πέρσες” του Εθνικού Θεάτρου, οι εντυπώσεις άλλαξαν και λίγο με τρόμαξαν το μέγεθος, οι ταχύτητες, η νοοτροπία, η διάθεση να μεταφράζονται όλα σε χρόνο και χρήματα.

 

Σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, η πόλη είναι εντελώς διαφορετική, αλλά και απολύτως ίδια: λαβύρινθος και παράδεισος μαζί. Έχουν προστεθεί κάποια ορόσημα και πολύ χαρακτηριστικά αξιοθέατα, όπως το High Line και –ολοκληρωμένο πια– το μνημείο στο σημείο όπου υψώνονταν οι Δίδυμοι Πύργοι, αλλά στον πυρήνα της παραμένει ίδια. Είναι εντυπωσιακό πώς μια τόσο ασφυκτικά πυκνοκατοικημένη πόλη εφευρίσκει χώρους και τρόπους να αναπλάθεται. Έχεις τόση συμπυκνωμένη πληροφορία, αλλά πάντα βρίσκεται τρόπος να προστεθεί κι άλλη. Όπου κι αν γυρίσεις το μάτι, θα σου πει μια ιστορία.

 

Το δεύτερο πράγμα που σημείωσα στο ημερολόγιο ήταν το πρωινό που μπήκαμε στο θέατρο St. Ann’s Warehouse και διαπίστωσα ότι αυτή η αίθουσα –που τα καθίσματά της στήθηκαν με τρόπο που να μας θυμίζουν στοιχειωδώς την Επίδαυρο– μου δημιούργησε μια μοναδική αίσθηση ζεστασιάς. Μπορεί να φταίει το παρελθόν του θεάτρου, καθώς πρόκειται για ένα υπέροχο, ιστορικό οικοδόμημα που χτίστηκε πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο.

 

Σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, η πόλη είναι εντελώς διαφορετική, αλλά και απολύτως ίδια: λαβύρινθος και παράδεισος μαζί.

 

Μπορεί η τοποθεσία (κάτω ακριβώς από τη Γέφυρα του Μπρούκλιν) να πολλαπλασιάζει τον μύθο. Μπορεί ακόμη και τα υλικά που είναι φτιαγμένο να βοηθούν. Ό,τι κι αν είναι, ένιωσα αμέσως ότι η πίστα είναι έτοιμη, στρωμένη, και τώρα πρέπει εμείς να τρέξουμε. Είχαμε δύο μέρες στη διάθεσή μας και κυριολεκτικά λιώσαμε για να τα προλάβουμε όλα. Ήμασταν εδώ νυχθημερόν. Βγάλαμε μια γενική δοκιμή που ήταν καλή και μια πρεμιέρα που πήγε χάλια. Συνήθως, πάντως, έτσι συμβαίνει. Η καλή τζενεράλε είναι σχεδόν πάντα κακός οιωνός.

 

Τους Έλληνες στο κοινό τούς καταλαβαίναμε γιατί γελούσαν πριν πέσουν οι υπότιτλοι. Οι Αμερικανοί ακολουθούσαν με διαφορά δευτερολέπτων. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια πώς ένιωσα όταν στην πρεμιέρα κατάλαβα πως οι θεατές –που στην πλειονότητά τους ήταν Αμερικανοί– άρχισαν να μας επιστρέφουν την ενέργεια. Δεν ξέρω τι απ’ όλα αυτά που αναφέρονται στο αρχαίο κείμενο κατάλαβαν, αλλά δεν περίμενα πως έπρεπε να φτάσουμε στην άλλη άκρη του πλανήτη για να δούμε ανθρώπους να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα των πουλιών, να ανεβαίνουν στο νησί μας και να γίνονται μαζί μας μούσκεμα.

 

Στην Ελλάδα κανείς ως τώρα δεν τόλμησε να έρθει στη σκηνή, ούτε στην Επίδαυρο ούτε και στη Στέγη. Κάναμε σαν παιδιά και κάθε μέρα από την αγωνία μετρούσαμε τους θεατές. Νομίζω, το ρεκόρ μας είναι γύρω στα 40 άτομα. Αυτό το πάρε-δώσε είναι μια μαγική κατάσταση στο θέατρο. Είναι σαν να βγαίνεις ερωτικό ραντεβού και να καταλαβαίνεις ότι υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί εκείνη τη στιγμή να μην μπορείς να πανηγυρίσεις μπροστά στον άλλον, αλλά είσαι ευτυχισμένος ως το τελευταίο σου κύτταρο.

 

Στην Ελλάδα ο κόσμος με γνωρίζει, ξέρει λίγο-πολύ τι να περιμένει από μένα και δεν αρνούμαι ότι συχνά επαναπαύομαι στα πράγματα που έχω κατακτήσει. Εδώ τα ελαφρυντικά είναι λιγότερα. Δεν μπορείς να κερδίσεις κάποιον με την επικοινωνία της γλώσσας, άρα πρέπει να βρεις άλλη ενέργεια για να τον κάνεις δικό σου.

 

Οι θεατές στην πλειονότητά τους ήταν Αμερικανοί. Δεν ξέρω τι απ’ όλα αυτά που αναφέρονται στο αρχαίο κείμενο κατάλαβαν, αλλά δεν περίμενα πως έπρεπε να φτάσουμε στην άλλη άκρη του πλανήτη για να δούμε ανθρώπους να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα των πουλιών, να ανεβαίνουν στο νησί μας και να γίνονται μαζί μας μούσκεμα. Φωτογραφία από την παράσταση στηνν Ελλάδα. Φωτο: Κική Παπαδοπούλου.

 

Η παράσταση είναι για μας τους ηθοποιούς εξοντωτική και, δυστυχώς, στερήθηκα τις πολλές βόλτες, γιατί δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Από περιοχές, έχω μια αδυναμία στο νότιο Μανχάταν (Soho, Village, Meatpacking District). Βέβαια τώρα, που γνώρισα πρώτη φορά το Μπρούκλιν, με σαγήνευσε η ηρεμία του.

 

Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη μαγική, και όχι μόνο, γιατί αισθάνεσαι ότι την ξέρεις από το πρώτο λεπτό. Αν ήμουν μαθητής γυμνασίου κι έγραφα έκθεση, θα έλεγα σίγουρα για την αποξένωση των ανθρώπων σε αυτή τη θηριώδη μητρόπολη.

 

Όμως σήμερα δεν μπορώ να μην εκτιμήσω αυτή την απόλυτη ελευθερία που μου δίνει μια πόλη όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είμαι, από πού έρχομαι, ποιες είναι οι πεποιθήσεις μου, τι χρώμα έχει το δέρμα μου, ποιο φύλο κρύβεται κάτω από τα ρούχα μου. Δεν καταθέτω πουθενά διαπιστευτήρια.

 

Επίσης, δεν μπορεί να μην αγαπώ μια καθημερινότητα από την οποία απουσιάζει εντελώς ο πανικός. Ναι, μας φαίνεται απίστευτο το ότι συχνά στον δρόμο κανείς δεν συγκινείται από το δράμα του διπλανού. Αλλά δεν έχουμε σκεφτεί πως αφενός οι επίσημες υπηρεσίες και το κράτος κάνουν πάντα τη δουλειά τους, αφετέρου η καλώς εννοούμενη ανθρωπιά ενίοτε είναι υπερτιμημένη.

 

Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, σε κάτι αντίστοιχο θα κλαίγαμε όλοι μαζί, θα φωνάζαμε, θα πασχίζαμε να δείξουμε τη συγκίνηση ή την ευαισθησία μας, αλλά αποτελεσματικότητα δεν θα είχαμε. Τι να το κάνω να με κλάψεις αν πριν δεν με έχεις σώσει;

 

Κρατώ επίσης από αυτήν τη χώρα το ότι ο κόσμος μοιάζει να κοιτά μπροστά χωρίς να ξεχνά. Ενδιαφέρεται για το σήμερα και το αύριο, ενώ εμείς επιμένουμε να κοιτάμε το παρελθόν μας. Πρόκειται για κλασική αντίδραση ανθρώπων με έλλειψη αυτοπεποίθησης. Δεν είναι πολλά αυτά για τα οποία μπορούμε να καμαρώσουμε σήμερα και ανατρέχουμε σε εκείνα που συνέβησαν στο παρελθόν –τα περισσότερα, δε, χωρίς τη συμβολή μας–, μπας και πάρουμε λίγη δόξα.

 

Ο Ελύτης το είχε περιγράψει πολύ ωραία όταν έλεγε ότι κρατάμε στα χέρια μας μια προτομή που δεν μας αφήνει από το βάρος να προχωρήσουμε. Πράγματι, στη χώρα αυτή δεν έχουν μεγάλη ιστορία. Αλλά ευτυχώς. Γιατί τη φτιάχνουν και επίσης έχουν διάθεση να τη μάθουν.

 

Από περιοχές, έχω μια αδυναμία στο νότιο Μανχάταν (Soho, Village, Meatpacking District). Βέβαια τώρα, που γνώρισα πρώτη φορά το Μπρούκλιν, με σαγήνευσε η ηρεμία του.

 

Παρατηρώ πολύ συχνά τα μάτια των ανθρώπων και σε πληροφορώ ότι ακόμα κι εδώ καταλαβαίνω τους Έλληνες από μακριά. Έχουν αυτές τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια και τη μύτη που προκαλούνται από αυτήν τη διαρκή καχυποψία, την ασταμάτητη μελέτη τού τι είναι εκείνος που έχεις απέναντί σου. Αυτό το συνοφρύωμα, που δείχνει ότι κάποιος είναι μονίμως στον προθάλαμο του θυμού.

 

Οι ξένοι μπορεί να έχουν χίλια άλλα θέματα, αλλά έχουν πιο ήρεμα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό τους. Οι ψυχές μας έχουν στριμωχτεί μέσα στα νεύρα, τα οποία πολλές φορές προκαλούν οι ουτοπίες που φτιάχνουμε.

 

Προτιμώ εκείνον που θα κοιτάξει τη δουλειά του και θα με αφήσει να κάνω τη δική μου από εκείνον που θα θελήσει να γίνει φίλος μου επενδύοντας σε κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Οι μεγάλες προσδοκίες κυοφορούν πάντα τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις.

 

Το θέατρο της St. Ann's Warehouse που φιλοξενήθηκε η παράσταση. Φωτο: Pavel Antonov

 

Στο ημερολόγιο της Αμερικής υπάρχει και μια τρομερά αστεία μέρα που πέρασα στην Αστόρια. Όπως ξέρετε, όσο καιρό εμείς δίνουμε παραστάσεις, ο Μπάμπης Μακρίδης κάνει γυρίσματα, καθώς ετοιμάζει την ταινία των “Ορνίθων”, μια κινηματογραφική παραγωγή που ισορροπεί μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας (θα προβληθεί την ερχόμενη σεζόν στη Στέγη).

 

Στο πλαίσιο των γυρισμάτων, λοιπόν, ντύθηκα κανονικά γριά με τα μαύρα ρούχα της παράστασης και στάθηκα σε ένα κεντρικό σημείο στην Αστόρια για να κάνω το κάλεσμα των πουλιών. Μεγάλο ρεζιλίκι, φίλε. Στην αρχή δεν έδινε κανείς σημασία σε μια που έμοιαζε με τρελή και φώναζε κάτι ακαταλαβίστικα, διότι εδώ βλέπουν πολλά τα μάτια τους.

 

Μόνο ένας σκύλος λίγο μου γάβγισε. Ωστόσο, οι Έλληνες που στην αρχή με αναγνώρισαν κι ενθουσιάστηκαν, γιατί τα βράδια βλέπουν στο YouTube Παπακαλιάτη, έφαγαν τη μεγαλύτερη ήττα. Η Έμιλυ (Κολιανδρή) με τη Γαλήνη (Χατζηπασχάλη) κάθονταν απέναντι, σε μια καφετέρια που λεγόταν “Λευκός Πύργος”, τραβούσαν βίντεο και άκουγαν τους θαμώνες να λένε “πω πω, τι κάνει, καλέ, αυτός εκεί; Μας ξεφτιλίζει τους Έλληνες”.

 

Τι να πει κι ο Σερβετάλης, που πήγε στο Central Park κι έψαχνε για πουλιά –επίσης στο πλαίσιο των γυρισμάτων– αλλά ο μόνος που ανταποκρίθηκε ήταν ένας τύπος ντυμένος Iron Man που ήθελε να φωτογραφηθεί μαζί του…

 

Τελικά, δεν νομίζω πως ήταν η παράσταση στην Αμερική το πιο άπιαστο όνειρο. Ούτε η κριτική των “New York Times” ή οι όρθιοι ενθουσιασμένοι Αμερικανοί που χειροκροτούσαν η μεγαλύτερη ικανοποίηση αυτού του ταξιδιού. Ήταν το να περπατάς στον δρόμο, σε αυτό το μέρος που όλοι θεωρούμε χάος, και να σε σταματούν άνθρωποι να σου λένε ότι είδαν την παράσταση.

 

Τις προάλλες έπινα κάπου καφέ κι απέναντί μου είχα μια κυρία 60 ετών, σχεδόν σαν τη μητέρα μου, που μου έστελνε με την παρέα της φιλάκια. Είναι τόσο απλή, τόσο πολύτιμη αυτή η “ανθρωπίλα”».

 

Ταξίδια
2 Σχόλια
avatar
σαλιγκάρι 21.5.2018 | 11:46
πάντα ωραίος ο Λούλης
μ'αρέσει τόσο πολύ ο πνευματώδης, εύστοχος, ευθύς και χωρίς καμία έκπτωση τρόπος του να δείχνει τί είμαστε χωρίς φόβο
avatar
atman 21.5.2018 | 13:02
αχ το σημειο που λεει για ανθρωπια: στην Ελλαδα της ανθρωπιας της "αλληλεγυης" σε καθε ειδους δραματα (προσωπικα, οικογενεια, μερικες φορες και παρακρατικα) , στους καφενεδες των επαναστατων και οχι μονο, αν εισαι με κινητικα προβληματα, αναπηρος, εγγυος, ηλικιωμενος, με σπασμενο ποδι, σπαστικος η δεν θα βγεις για καφε η θα φροντισεις να εχεις παμπερς μαζι σου - τουαλετα παντως στο υπογειο ή στον οροφο δεν θα μπορεσεις να πας.
Αν εχεις προβλημα υγειας και δνε μπορεις το καπνισμα οχι για καφε ουτε για το στοιχειωδη δικαιωμα στην μορφωση δεν εχεις ((Δες ιστορια "πανεπιστημιου" δυτικης ατιιικης)

Στην απανθρωπη Ν.Υ αν κανεις τετοιοι discimination σε πελατες του μαγαζιου σου στο εχουν κλεισει.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια