Φωτο: M. Hulot/LIFO

Διακοπές στο Περού #2: Στην Αρεκίπα για τη μούμια Χουανίτα και μία συγκλονιστική ανατολή στις Άνδεις

Η συνέχεια του ταξιδιού του M. Hulot είναι ακόμα πιο συναρπαστική

Φεύγοντας από τη Λίμα και στον δρόμο για το αεροδρόμιο (για να πετάξουμε για Αρεκίπα) σκέφτομαι ότι αν έπρεπε να προτείνω κάτι από την πόλη θα ήταν κυρίως το φαγητό, από το ταπεινό κοτόπουλο που βρίσκεις στις pollerias, όπως τα δικά μας σουβλατζίδικα, μέχρι εστιατόρια διάσημων σεφ που κάνουν περιζήτητη την κουζίνα του Περού. Το Central, το Kjolle, το Punto Azul (με το πολύ καλό σεβίτσε), τις περίφημες καρδιές της «La Esquina de la Grimanesa» (τις antichuchos) της ηλικιωμένης doňa Grimanesa που είναι κάτι σαν θρύλος στη Λίμα. Οι ψητές μοσχαρίσιες καρδιές περασμένες σε μικρές σούβλες που σέρβιρε για 30 χρόνια στον δρόμο, στη γωνία της Enrique Palacios και της Noviembre στη Miraflores, έχουν μεταφερθεί σήμερα σε ένα μικρό μαγαζί στην οδό Av. Ignacio Merino 465, πάντα μαριναρισμένες σε ξίδι, σκόδρο, κύμινο και πιπεριές τσίλι, σερβιρισμένες με βρασμένο choclo (το λευκό περουβιανό καλαμπόκι με τους τεράστιους σπόρους) και καυτερή σάλτσα.

 

Οι antichuchos είναι μία από τις συνταγές των Αφρικανών σκλάβων που ήρθαν στη Λίμα την εποχή της αντιβασιλείας (που οι Περουβιανοί ονομάζουν «μέρες Virreynato») για να δουλέψουν στα ορυχεία χρυσού και ασημιού και έπρεπε να βρουν τρόπους να φάνε τα εντόσθια, τα απομεινάρια δηλαδή από τα σφαχτά των αφεντικών τους, τα μόνα που τους επιτρεπόταν να μαγειρέψουν. Τα εντόσθια έγιναν από τα βασικά συστατικά της κρεολέζικης κουζίνας του Περού και εκτός από τις καρδιές μαγειρεύεται φανατικά το στομάχι του μοσχαριού και τα πνευμόνια. Οι καρδιές ήταν αγαπημένο φαγητό των Περουβιανών από την εποχή των Ίνκας, μάλιστα, όταν στις αρχές του 16ου αιώνα έφτασε ο Φρανσίσκο Πιζάρο στο Περού με τη συνοδεία 168 επιδρομέων, όλοι ταλαιπωρημένοι και κακοταϊσμένοι από το μακρύ ταξίδι στον Ειρηνικό Ωκεανό μέσω του Παναμά, οι Ίνκας τους υποδέχτηκαν με ξύλινες πιρόγες γεμάτες με τα πιο πολύτιμα φαγώσιμα της αυτοκρατορίας: εξωτικά φρούτα, πήλινες κανάτες γεμάτες με μοβ chicha και ψημένα κομμάτια από λάμα περασμένα σε μικρές σούβλες (φιλέτα, πόδια και καρδιές).

 

«Δεν τον βλέπεις πουθενά αλλού τόσο λαμπερό» μας είπε ο Χοσέ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι Ίνκας τον λάτρευαν εδώ σαν θεό. Ο Ήλιος ήταν ο θεός που έδωσε σε ένα ολόκληρο έθνος το όνομά του... 


Από τη Λίμα κρατάω και ένα γλυκάκι, το teja, που βρήκαμε σε ένα μικρό μαγαζί στη Miraflores, το «Sra. Buendía», χωρίς να έχουμε ακούσει ποτέ γι' αυτό. Το ανακάλυψε στην Ίκα, στην καρδιά της ερήμου, κάποια Ροζαλία που έφτιαχνε γλυκά στο σπίτι της για να πουλήσει στους γείτονες για λίγο έξτρα εισόδημα. Το περίεργο γλυκό με βασικά υλικά το γάλα και τη ζάχαρη που ανακατευόταν πάνω σε δυνατή φωτιά για ώρες διαδόθηκε αμέσως τόσο πολύ, ώστε οι άνθρωποι άρχισαν να ταξιδεύουν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να το βρουν. Στη σημερινή τους εκδοχή τα «σοκολατάκια της ερήμου» (chocoteja) περιέχουν καρύδια πεκάν, πηχτό manjarblanco (δηλαδή καραμελωμένο ζαχαρούχο γάλα) και λευκό φοντάν, κι είναι καλυμμένα με σοκολάτα, ενώ τα βρίσκεις και σε πολλές διαφορετικές γεύσεις, με ποικιλία υλικών στη γέμιση. Η φήμη τους έχει ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας και μαγαζιά με teja έχουν ανοίξει μέχρι και στο Μαϊάμι.

 

Aν έπρεπε να προτείνω κάτι από την πόλη θα ήταν κυρίως το φαγητό, από το ταπεινό κοτόπουλο που βρίσκεις στις pollerias, όπως τα δικά μας σουβλατζίδικα, μέχρι εστιατόρια διάσημων σεφ που κάνουν περιζήτητη την κουζίνα του Περού. Φωτο: M. Hulot/LIFO
Φωτο: M. Hulot/LIFO


Στο ταξίδι από τη Λίμα μέχρι την Αρεκίπα πετάμε πάνω ακριβώς από τις οροσειρές των Άνδεων και έχει αρκετές αναταράξεις, το ταξίδι όμως είναι σύντομο και δεν προλαβαίνουμε να πάθουμε κρίση πανικού. Πιο τρομακτικό ήταν το ύψος που πετούσε το αεροπλάνο, που κάποιες στιγμές ένιωθες να «γλύφει» τις κορυφές των βουνών. Λίγο πριν απογειωθούμε έχω διαβάσει ένα άρθρο στην Καθημερινή (το πρώτο που μου βγαίνει στο search) που έλεγε ότι «οι μελλοντικές πτήσεις των αεροπλάνων πάνω από τον Ατλαντικό θα απαιτούν από τους επιβάτες πιο γερά νεύρα, επειδή οι αναταράξεις θα αυξηθούν αισθητά εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών, λόγω ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, η οποία για πρώτη φορά φέρνει στο προσκήνιο μια τέτοια προοπτική. Ήδη τα αεροσκάφη αντιμετωπίζουν πιο δυνατούς ανέμους και στο μέλλον η κατάσταση θα χειροτερεύσει. Από το 1958 έως σήμερα, εκτιμάται ότι οι αναταράξεις πάνω από τον Ατλαντικό –και μάλιστα με καθαρό ουρανό– έχουν αυξηθεί κατά 40% έως 90%, αλλά η περαιτέρω αύξησή τους θα πρέπει να αναμένεται μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Σημειωτέον ότι η έρευνα εστίασε κυρίως στις αναταράξεις με καθαρό ουρανό, αφήνοντας στην άκρη τις αναταράξεις λόγω καταιγίδων, οι οποίες όμως επίσης αναμένεται να αυξηθούν, όσο ο πλανήτης γίνεται θερμότερος». Καλύτερα να μην το είχα διαβάσει.


Μπαίνοντας στην Αρεκίπα (μια πόλη που από μακριά μοιάζει με έναν τεράστιο μαχαλά στα Άνω Λιόσια, με σπίτια φτιαγμένα από λευκούς τσιμεντόλιθους) σταματάμε σε ένα σημείο όπου έχεις θέα σε όλη την κοιλάδα. Στο μαγαζί με τα τουριστικά είδη αγοράζουμε (με προτροπή του συνοδού που τον λένε Χοσέ) από ένα σακουλάκι με φύλλα κόκας, καραμέλες κόκας και σοκολάτες κόκας γιατί βρισκόμαστε ήδη σε υψόμετρο και πρέπει να προλάβουμε το soroche, την αδιαθεσία που προκαλείται από την έλλειψη οξυγόνου όταν ανέβεις πάνω από 2.500 μέτρα. Δεν την έχουμε ακόμα αισθανθεί, αλλά δεν αργούμε να έχουμε τα συμπτώματα: δυσκολία στην αναπνοή (σαν κάποιος να σου πιέζει το στήθος), δυσκολία στις κινήσεις (κόβονται τα πόδια σου), ζαλάδα και ίλιγγος.

 

Παρατηρούμε και φωτογραφίζουμε σαν βλαμμένοι τουρίστες τα αλπακά που μας φαίνονται πολύ εξωτικά (στη συνέχεια θα δούμε τόσα πολλά που δεν μας κάνουν καμία εντύπωση) και μετά αρχίζουμε να μασουλάμε φύλλα κόκας σαν μανιακοί. Βάζεις μερικά στο στόμα σου και αρχίζεις να μασάς, ανακατεύοντας τα φύλλα με σάλιο και καταπίνοντας το ζουμί που δημιουργείται. Είναι αηδία, έχει μια γεύση κομμένου γκαζόν και μια αμυδρή πικράδα, αλλά έχει και αποτέλεσμα.

 

Εκείνο το βράδυ στην Αρεκίπα, παρόλο το πρώτο σοκ, δεν είχαμε καμία παρενέργεια από το ύψος, ούτε ζαλάδες, ούτε κράμπες στο στομάχι, μόνο κόπωση, αλλά κι αυτή την ρυθμίζεις, περπατώντας αργά, τόσο αργά που είναι σαν να μιμείσαι τις κινήσεις σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας. Σαν να περπατάς στο φεγγάρι. Βέβαια, το υψόμετρο δεν είχε ακόμα αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο, γιατί η πόλη είναι χτισμένη στα 2.350 μέτρα.

 

Παρατηρούμε και φωτογραφίζουμε σαν βλαμμένοι τουρίστες τα αλπακά που μας φαίνονται πολύ εξωτικά (στη συνέχεια θα δούμε τόσα πολλά που δεν μας κάνουν καμία εντύπωση). Φωτο: M. Hulot/LIFO


Η Αρεκίπα είναι μια πόλη στην έρημο, στη σκιά του ηφαιστείου El Misti, που μοιάζει με μία αχανή φαβέλα, με μικρά σπιτάκια φτιαγμένα από την πέτρα σίρα, δηλαδή λευκή λάβα, γι' αυτό λέγεται και «λευκή πόλη». Οι υπόλοιποι Περουβιανοί αστειεύονται ότι χρειάζεσαι διαφορετικό διαβατήριο για να μπεις στη δεύτερη πιο μεγάλη πόλη τους, γιατί οι κάτοικοι της Αρεκίπα είναι φοβερά τοπικιστές, «nationalistas» τους αποκαλεί ο Χοσέ, γιατί θεωρούν ότι είναι καλύτεροι από όλους τους υπόλοιπους. Δεν θα πρέπει να έχουν και μεγάλο άδικο, γιατί η περιοχή τους έχει εκπληκτική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Οι περισσότεροι εργάζονται στα ορυχεία χρυσού της περιοχής, αλλά είναι πολλοί και αυτοί που ασχολούνται με αγροτικές δουλειές. Τα χωράφια τους είναι πολύ εύφορα λόγω της στάχτης από τα τρία ηφαίστεια που περιτριγυρίζουν την πόλη. Η λάβα που βγάζει το καθένα είναι διαφορετικού χρώματος, και εκτός από τη λευκή, βγαίνει και ροζ και μαύρη. Οι πεζούλες που βλέπεις μπαίνοντας στην πόλη καλλιεργούνται χωρίς διακοπή εδώ και 2.500 χρόνια.

 

Το κέντρο της Αρεκίπα είναι εξαιρετικά όμορφο, με μία κεντρική πλατεία αποικιακού στυλ, που την κυκλώνουν κτίρια με καμάρες και μπαλκόνια, με διαφορετικό σχέδιο στην κάθε πλευρά και έναν γιγαντιαίο καθεδρικό (τον μοναδικό στο Περού με μήκος όσο όλη η πλατεία), που χτίστηκε εκεί κατά λάθος. Όπως και όλα σχεδόν τα κτίρια της πόλης έχει καταστραφεί από τους σεισμούς και ξαναφτιαχτεί πολλές φορές – γι' αυτό και τα πιο πολλά σπίτια είναι χαμηλά και φτιαγμένα με λάσπη. Έχουμε τις καλύτερες συστάσεις για δείπνο, επειδή η κουζίνα της πόλης είναι ένας από τους λόγους να την επισκεφτείς, αλλά βρίσκουμε μια έρημη πόλη, με αστυνομικούς που θυμίζουν Ρόμποκοπ παραταγμένους σε όλο το κέντρο, και όλα τα μαγαζιά κλειστά. Πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε τι συμβαίνει βλέπουμε διαδηλωτές να τρέχουν στα σκεπασμένα δρομάκια, τους Ρόμποκοπ να τους κυνηγάνε και σκηνές που θυμίζουν Σύνταγμα την εποχή των αγανακτισμένων.

 

Σε ένα κιόσκι με εφημερίδες βλέπω ότι όλα τα πρωτοσέλιδα έχουν τον ίδιο τίτλο: «Vandalismo», «Erupciona Arequipa», «Caos y violencia», δεν θέλει και πολύ να καταλάβεις ότι οι άνθρωποι απεργούν και έχουν ξεσηκωθεί για να βρουν το δίκιο τους, κάνοντας συνεχώς εφόδους στους δρόμους του κέντρου. Η κυβέρνηση θέλει να φτιάξει και άλλα ορυχεία χρυσού, οι κάτοικοι δεν τα θέλουν, ζητάνε να μπορούν να ασχοληθούν περισσότεροι με τις αγροτικές δουλειές, θέλουν περισσότερα χωράφια για να περιοριστεί η μόλυνση του περιβάλλοντος και να μην διαβρωθεί και άλλο η γη. Δεν κατάλαβα και πολλά, αλλά ο Χοσέ μας λέει ότι οι ντόπιοι αγαπούν σε υπερβολικό βαθμό τα ζώα τους και σέβονται πάρα πολύ τη φύση, με την οποία έχουν πολύ ιδιαίτερη σχέση.

 

Το είδαμε και στα χωριά της Αρεκίπα που επισκεφθήκαμε αργότερα, ότι λατρεύουν ακόμα την Πάτσα Μάμα, τη Μητέρα Γη, παρόλο που έχουν περάσει εκατοντάδες χρόνια με τη χριστιανική θρησκεία. Έχουν βρει τρόπο να βάλουν την Πάτσα Μάμα μέσα στις εκκλησίες ως Αγία Άννα. «Έχουν κάνει αγία τη Μητέρα Γη και την λατρεύουν χριστιανικά» μας λέει, κι έχουν άτυπα δύο θρησκείες, μία αυτή που τους επιβλήθηκε με το ζόρι και μία των προγόνων τους, που δεν την εκδηλώνουν πλέον παγανιστικά. Η Πάτσα Μάμα είναι θηλυκή θεότητα, που τη γιορτάζουν χριστιανικά τον Αύγουστο, καίγοντας προς τιμή της τα προϊόντα που δίνει η γη. Προσφέρουν στην αγία-θεά και ένα νεαρό αλπακά, αρσενικό, γιατί έτσι θα το δεχτεί πιο εύκολα. Το βουνό, το νερό και ο ήλιος είναι αρσενικοί θεοί.

 

Μας λέει επίσης ότι τιμούν τη Μητέρα Γη με κάθε ευκαιρία. «Όταν μαζεύονται να πιουν, αντί να πουν όπως οι Έλληνες "στην υγεία μας", αυτοί σηκώνουν το ποτήρι τους στην υγεία της Πάτσα Μάμα και χύνουν το πρώτο ποτήρι στη γη. Πρώτα θα πιει η θεά και το δεύτερο ποτήρι είναι γι' αυτούς. Είναι κάτι που το βλέπεις σε όλη την επαρχία του Περού και το κάνουν όλοι, μικροί και μεγάλοι».

 

Σε ένα κιόσκι με εφημερίδες βλέπω ότι όλα τα πρωτοσέλιδα έχουν τον ίδιο τίτλο: «Vandalismo», «Erupciona Arequipa», «Caos y violencia», δεν θέλει και πολύ να καταλάβεις ότι οι άνθρωποι απεργούν και έχουν ξεσηκωθεί για να βρουν το δίκιο τους. Φωτο: M. Hulot/LIFO
Αστυνομικοί που θυμίζουν Ρόμποκοπ ήταν παραταγμένοι σε όλο το κέντρο. Φωτο: M. Hulot/LIFO


Μετά μας πάει σε ένα μουσείο που φιλοξενεί τη Χουανίτα, την πιο διάσημη μούμια του Περού, ένα κορίτσι από 12 μέχρι 15 ετών που θυσιάστηκε από τους Ίνκας στους θεούς στην κορυφή του όρους Nevado Ampato, στα 6.288 μέτρα. Για τους Ίνκας τα βουνά ήταν θεοί που όταν θύμωναν σκότωναν τους ανθρώπους με εκρήξεις ηφαιστείων, με χιονοστιβάδες και απότομες αλλαγές στο κλίμα που ήταν καταστροφικές, έτσι για να τους ηρεμήσουν έκαναν θυσίες ζώων. Η απόλυτη θυσία ήταν η θυσία ενός παιδιού, αγοριού για τη μητέρα γη και κοριτσιού για τις αρσενικές θεότητες. Η «παρθένα του χιονιού» θυσιάστηκε από το 1450 μέχρι το 1480 (με δυνατό χτύπημα στο κεφάλι) και θάφτηκε σε στάση εμβρύου κοιτάζοντας ψηλά (το βουνό), τυλιγμένη με ένα μάλλινο υφαντό ύφασμα με έντονα χρώματα. Το κεφάλι της ήταν στολισμένο με ένα καπέλο με φτερά κόκκινου παπαγάλου και φορούσε ένα σάλι από μαλλί αλπακά, πιασμένο με μια ασημένια καρφίτσα. Τα ρούχα της και τα αντικείμενα που την συνόδευαν ήταν εξαιρετικής ποιότητας, υφασμένα και κατασκευασμένα στο Κούσκο, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι ήταν υγιέστατη δείχνει ότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια του Κούσκο.

 

Την ανακάλυψαν το 1995 ο ανθρωπολόγος Johan Reinhard με τον συνεργάτη του Zárate σε μία αποστολή στο βουνό. Η έκρηξη του ηφαιστείου νωρίτερα είχε λιώσει τον πάγο στην κορυφή του και η Χουανίτα είχε κατρακυλήσει μέχρι στην πλαγιά, καλυμμένη ακόμα από πάγο. Ο πάγος είχε διατηρήσει άθικτο το σώμα της και τα υφάσματα που την τύλιγαν για 500 χρόνια. Από το μέρος του κεφαλιού που είχε λιώσει είχαν καταστραφεί μόνο τα χείλια της. Κι επειδή η αφήγηση έχει γίνει πολύ σπλάτερ την κλείνω εδώ, η Χουανίτα αφού πέρασε από αξονικό τομογράφο και μελετήθηκε εξονυχιστικά, έκανε και μια περιοδεία στην Ιαπωνία για να καταλήξει σήμερα κατεψυγμένη σε ένα δωμάτιο με θερμοκρασία παγετού στην Αρεκίπα, όπου είναι το πιο μεγάλο αξιοθέατο της πόλης.

 

Μαζί της εκτίθενται και όλα τα ευρήματα από τον τάφο της, μαζί με αντικείμενα από τους τάφους άλλων αγοριών και κοριτσιών που βρέθηκαν μουμιοποιημένα από τον πάγο (νομίζω άλλων τριών), ενώ συνολικά έχουν βρεθεί συνολικά πάνω από 20.000 μούμιες στο Περού. Η Χουανίτα ήταν από τα τελευταία θύματα ανθρωποθυσιών, όταν ήρθαν οι Ισπανοί φρίκαραν από τα έθιμα των αυτοχθόνων και οι ανθρωποθυσίες ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που απαγόρεψαν. Να σημειώσω εδώ ότι τα παιδιά που θυσιάζονταν ήταν κυρίως από οικογένειες ευγενών, προετοιμάζονταν πολύ καιρό γι' αυτό, από πολύ μικρά, και ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια να προσφέρει το παιδί τους στο θεό –ή τη θεά– για θυσία. Έχανε το παιδί της που πήγαινε στους θεούς, αλλά κέρδιζε ένα σωρό προνόμια. Αυτά μας έλεγε ο Χοσέ και μας αποτελείωσε.

 

Η Χουανίτα ήταν από τα τελευταία θύματα ανθρωποθυσιών, όταν ήρθαν οι Ισπανοί φρίκαραν από τα έθιμα των αυτοχθόνων και οι ανθρωποθυσίες ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που απαγόρεψαν.


Μετά την Χουανίτα, ό,τι και να βλέπαμε ήταν βαρετό, ακόμα και το εντυπωσιακό μοναστήρι της Αγίας Καταλίνας που είναι το πιο μεγάλο που έχω επισκεφτεί ποτέ, ένα ολόκληρο χωριό μέσα στην Αρεκίπα, αποκλεισμένο από την υπόλοιπη πόλη με μεγάλο τοίχος. Το ίδρυσε το 1580 μια πλούσια χήρα, η Ντόνα Μαρία ντε Γκουσμάν, επειδή βαριόταν τη ζωή της και για πολλά χρόνια ήταν το σπίτι των πλούσιων κοριτσιών της περιοχής που οι γονείς τους τις έταζαν να γίνουν καλόγριες, αλλά φρόντιζαν να μη χάσουν την πολυτέλεια από τη ζωή τους. Έτσι τους έφτιαχναν ένα κανονικό σπίτι με αυλή και κήπο (και όχι ένα απλό κελί) και τους έδιναν και τέσσερις υπηρέτριες να κάνουν όλες τις δουλειές για να μπορούν τα κορίτσια τους να προσεύχονται απερίσπαστα. Εκεί μέσα είχαν γίνει τα καλύτερα πάρτι της εποχής, γλέντια τρικούβερτα, επειδή η μοναστική ζωή θέλει καλοπέραση, ειδικά αν είσαι από πλούσια οικογένεια.

 

Η χλιδή που ζούσαν φαίνεται σε ένα δωμάτιο που εκτίθεται η προίκα τους, τα πορσελάνινα σκεύη, τα διακοσμητικά, τα πιάτα και τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα ασημικά μαχαιροπίρουνα κι άλλα πολλά. Κάποια στιγμή τα πάρτι τελείωσαν, ο πάπας έδωσε εντολή να γίνει κανονικό μοναστήρι και να μετακομίσουν υποχρεωτικά από τα σπίτια σε κελιά. Έφτιαξαν τότε ένα τεράστιο θάλαμο για να κοιμούνται όλες μαζί που είναι σαν γήπεδο του μπάσκετ (για να έχουν άπλα) και κουζίνες μισό στρέμμα, για να μη ζορίζονται στο μαγείρεμα, και άρχισαν να μειώνονται σε αριθμό, μέχρι που το μοναστήρι άρχισε να παρακμάζει. Μετά το έκαναν αξιοθέατο, έβαλαν ξεναγούς σε έξι γλώσσες και τσουχτερό εισιτήριο στην είσοδο, και άρχισε να ξαναζεί μέρες δόξας. Χωρίς καλόγριες. Στις καλές μέρες ζούσαν στο μοναστήρι 175 καλόγριες μαζί με περίπου 500 νεαρές υπηρέτριες. Σήμερα ζουν 15, όλες φτωχές.


Το βράδυ φάγαμε στο πιο τουριστικό μαγαζί της πόλης, το μόνο που ήταν ανοιχτό, με μία μικρή μεταλλική πορτούλα στην είσοδο για να μπαίνεις και να βγαίνεις και να μην σε παίρνουν είδηση οι απεργοί, ενώ την ώρα του φαγητού μάθαμε ότι για να προλάβουμε να φύγουμε από την πόλη και να μην μας σταματήσουν στα μπλόκα έπρεπε να μπούμε στα λεωφορεία που ξεκινούσαν στις 3μισι το πρωί, γιατί στις 7 θα έκλειναν όλοι οι κεντρικοί δρόμοι. Απελπισμένοι βγήκαμε μια βόλτα πίσω στην περιοχή πίσω από το ξενοδοχείο, όπου στο μόνο μαγαζί που ήταν ανοιχτό, έναν φούρνο-ζαχαροπλαστείο που θα πρέπει να εξυπηρετούσε και τους απεργούς, πήραμε δύο παστέλες, ένα μπισκότο τόσο τρυφερό που μας έλιωσε στο χέρι κι έμεινε όλο στο χαρτί, γεμισμένο με πηχτή κρέμα dulce de leche. Παρόλο που διαλύθηκε, ήταν το πιο ωραίο πράγμα που φάγαμε στην Αρεκίπα.

 

Έκαναν το μοναστήρι αξιοθέατο, έβαλαν ξεναγούς σε έξι γλώσσες και τσουχτερό εισιτήριο στην είσοδο, και ξαναζεί μέρες δόξας. Φωτο: M. Hulot/LIFO


Στις 3μισι στο σαλόνι του ξενοδοχείου οι περισσότεροι πελάτες ήταν ξύπνιοι και έτοιμοι να πάρουν τα λεωφορεία. Όλοι –μα όλοι– έπιναν τσάι κόκας, γιατί είχαμε μεγάλα υψόμετρα μπροστά μας, έτσι ήπιαμε κι εμείς. Ξεκινήσαμε το ταξίδι για την κοιλάδα Κόλκα με προορισμό το φαράγγι με τους κόνδορες μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, στις ερημιές, κυριολεκτικά στην έρημο, σε μία διαδρομή που δεν είχε ούτε ένα αυτοκίνητο, μόνο λεωφορεία και φορτηγά. Πού και πού προσπερνάγαμε κανένα χωμάτινο σπίτι κτηνοτρόφου, τόσο μικροσκοπικό που απορείς πώς μπορεί να χωρέσει εκεί μέσα ολόκληρη οικογένεια.

 

Κάποια στιγμή που το λεωφορείο ήταν εντελώς μόνο μέσα στην απεραντοσύνη του τοπίου, ο οδηγός έσβησε τα φώτα και ένα συγκλονιστικό θέαμα αποκαλύφθηκε στον ουρανό: τα αστέρια, τα πιο λαμπερά που είχαμε δει ποτέ, με πεντακάθαρους ακόμα και τους γαλαξίες και τα νεφελώματα άρχισαν να λάμπουν σαν εκατομμύρια μικρά φώτα. Αναφωνήσαμε σαν μικρά παιδιά με θαυμασμό, δεν είχαμε ποτέ ξαναδεί τόσο καθαρό τον ουρανό και τόσο έντονα τα αστέρια. Ήταν η αποζημίωση για τον χαμένο ύπνο και την ταλαιπωρία.

 

Λίγο πριν χαράξει, ο οδηγός σταμάτησε ξανά το λεωφορείο μέσα στην ερημιά και μας είπε «θα περιμένουμε το ξημέρωμα». Εκεί, στα 4.900 μέτρα πάνω στις Άνδεις, μέσα από τον πορτοκαλί ορίζοντα άρχισε να βγαίνει ένας μεγαλοπρεπής ήλιος, που από κόκκινος έγινε κίτρινος και φωτεινός, εκτυφλωτικός, ίσως ο πιο δυνατός που έχω δει στη ζωή μου. «Δεν τον βλέπεις πουθενά αλλού τόσο λαμπερό» μας είπε ο Χοσέ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι Ίνκας τον λάτρευαν εδώ σαν θεό. Ο Ήλιος ήταν ο θεός που έδωσε σε ένα ολόκληρο έθνος το όνομά του...

 

Εκεί, στα 4.900 μέτρα πάνω στις Άνδεις, μέσα από τον πορτοκαλί ορίζοντα άρχισε να βγαίνει ένας μεγαλοπρεπής ήλιος, που από κόκκινος έγινε κίτρινος και φωτεινός, εκτυφλωτικός, ίσως ο πιο δυνατός που έχω δει στη ζωή μου. Φωτο: M. Hulot/LIFO

 

Φύλλα κόκας. Φωτο: M. Hulot/LIFO
Τσάι κόκας. Φωτο: M. Hulot/LIFO

 

Το κέντρο της Αρεκίπα είναι εξαιρετικά όμορφο, με μία κεντρική πλατεία αποικιακού στυλ, που την κυκλώνουν κτίρια με καμάρες και μπαλκόνια. Φωτο: M. Hulot/LIFO

 

Ταξίδια
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
1 Σχόλια
avatar
Baron von Sternberg 28.8.2019 | 02:11
Ευχαριστώ πολύ για τη ζωντανή περιγραφή. Σε ένα μήνα από τώρα θα είμαι εκεί.