Ταξίδια

Εικονικά ταξίδια την εποχή της πανδημίας

Μπορείς να ταξιδέψεις ακόμα και αν είσαι σε καραντίνα. Ο ταξιδιωτικός συντάκτης Reif Larsen γράφει στους New York Times πως το μυστικό είναι το Google Street View.



Πριν λίγες μέρες, ενώ καθόμουν αγχωμένος στην καρέκλα του γραφείου μου, ταξίδεψα εικονικά χαζεύοντας φωτογραφίες δημόσιων χώρων που είχαν ερημώσει εξαιτίας της πανδημίας κορωνοϊού: ένας αγώνας ποδοσφαίρου στη Γερμανία να παίζεται μπροστά σε χιλιάδες άδεια καθίσματα, η πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία τελείως άδεια, με εξαίρεση μερικά περιστέρια σε σύγχυση, η τεράστια αυλή του Μεγάλου Τεμένους στη Μέκκα εντελώς κενή. Μέρη που έχουν φτιαχτεί για τον άνθρωπο, χωρίς καθόλου ανθρώπους. Ήταν σαν να έβλεπα πώς θα είναι το μέλλον όταν εξαφανιστούμε. Σαν ταινία καταστροφής που είχε γίνει πραγματικότητα.

 

Οι Η.Π.Α. συλλαμβάνουν σιγά σιγά την καταστροφή αυτή που εκτυλίσσεται σε slow motion. Είναι ξεκάθαρο ότι η ζωή μας δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως πριν, τουλάχιστον όσον αφορά στο άμεσο μέλλον. Μπαίνουμε σε μια εμπόλεμη κατάσταση μοναξιάς. Ο καθένας μας πρέπει να κάνει το καθήκον του. Πριν από λίγες μέρες ένας φίλος μου ακύρωσε το ραντεβού που είχαμε για φαγητό γράφοντάς μου «Προσπαθώ να τηρήσω την κοινωνική απόσταση σ' αυτήν τη φάση. Μην το πάρεις προσωπικά».


Δεν το πήρα προσωπικά. Μαθαίνουμε όλοι ένα νέο λεξιλόγιο: αυτοπεριορισμός, κάμψη της καμπύλης, χρόνος επώασης. Χαιρετιόμαστε με τους αγκώνες, λέμε το «Happy Birthday» δυο φορές όταν πλένουμε τα χέρια, δουλεύουμε απ' το σπίτι, συμμετέχουμε σε αμήχανα διαδικτυακά μαθήματα, αγοράζουμε (για λόγους που ακόμα αδυνατώ να κατανοήσω) γελοίες ποσότητες χαρτιού υγείας. Την ώρα που διαβάζετε αυτό το κείμενο μπορεί να έχει εδραιωθεί μια εντελώς καινούργια πραγματικότητα.

 

Κάτι που βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτικό στο Google Street View είναι πως σκοπός του αποτελεί να καταγράψει τελείως ουδέτερα τον κόσμο μας. Είναι προϊόν ενός αυτοκινήτου που περνάει βγάζοντας φωτογραφίες. Φυσικά όμως απέχει πολύ από ένα ουδέτερο αρχείο. Οι άνθρωποι μπαίνουν στη μέση, όπως κάνουν πάντα, γεμίζοντας κάθε σκηνή με ιστορίες.


Το άλλο που κάνουμε είναι να ακυρώνουμε τα ταξιδιωτικά σχέδιά μας, με ρυθμούς 11ης Σεπτεμβρίου. Εξού και οι φωτογραφίες με τα άδεια μέρη. Με την οικογένειά μου είχαμε κανονίσει να ταξιδέψουμε στο Τσάρλεστον στη Νότια Καρολίνα για λίγες μέρες στα μέσα Μαρτίου, αλλά σοφά αποφασίσαμε να μην πάμε. Όπως και τόσες άλλες αμερικανικές οικογένειες με μικρά παιδιά, περιμένουμε και εμείς με αγωνία στο κουκούλι της εκούσιας καραντίνας μας, με ντουλάπια γεμάτα φασόλια, μια στοίβα παραμύθια του Ρόαλντ Νταλ και μπόλικη αβεβαιότητα.


Με τη γυναίκα μου προσπαθούμε να μετριάσουμε κάπως τη δόση που παίρνουμε κάθε μέρα από ειδήσεις για τον Covid-19. Το κοκτέιλ ιστοριών από τα ιταλικά νοσοκομεία, αυξανόμενων αριθμών και γενικού άγχους για κάθε μεγαλύτερο συνάνθρωπό μας δεν κάνει και πολύ καλό στην πίεση. Πως γίνεται να μαθαίνεις τόσα πολλά και ταυτόχρονα τίποτα από το Twitter; Περιττό να αναφέρω πόσες σακούλες Cheetos έχω φάει νευρικά αυτές τις μέρες.


Και πώς το περίμενα αυτό το ταξίδι! Ο χειμώνας φέτος κράτησε πολύ και ήταν ιδιαίτερα κρύος. Λαχταρούσαμε ένα διάλειμμα από το συνηθισμένο πρόγραμμα και τις ρουτίνες μας. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που ταξιδεύουμε: να αναγκάσουμε τον εαυτό μας να πάρει μια ανάσα, να παρακάμψουμε τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, έστω και για λίγο. Πάμε εκεί για να γυρίσουμε και να μπορούμε να εκτιμήσουμε το εδώ.

 

Με την κλιματική αλλαγή να με απασχολεί έντονα τον τελευταίο χρόνο, είχα αρχίσει να επισκέπτομαι όλο και λιγότερο αυτό το «εκεί». Αναγκαστικά ερχόμουν αντιμέτωπος με το ερώτημα: πόσο ηθικό είναι πια να ταξιδεύει κανείς για αναψυχή; Υπαρξιακό ερώτημα για έναν ταξιδιωτικό συντάκτη σαν και εμένα.

 

Με δυσκολία, ζυγίζοντας στο μυαλό μου το βάρος της υπαιτιότητας της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων έναντι της ατομικής επιλογής, κατέληξα στην απόφαση να μειώσω σημαντικά τα ταξίδια μου με αεροπλάνο επιλέγοντας με προσοχή τους προορισμούς μου, χωρίς όμως να λέω συνολικό όχι στα ταξίδια. Θα προσπαθούσα να οργανώσω περισσότερα κοντινά ταξίδια και θα αναζητούσα εναλλακτικούς τρόπους να βρω αυτό που ήθελα, τη «μαγεία».


Ο ίδιος τρόπος σκέψης αποδεικνύεται χρήσιμος τώρα σε καιρό πανδημίας και εθελοντικής καραντίνας. Λίγο αφότου ακυρώσαμε το ταξίδι στη Νότια Καρολίνα, μαζί με τον 3χρονο γιο μου τον Μαξ κάναμε ένα διάλειμμα από τα επιτραπέζια και προσπαθήσαμε να ζήσουμε το ταξίδι μας εικονικά, χρησιμοποιώντας ένα από τα πιο αγαπημένα μου εργαλεία στον κόσμο, το Google Street View.


Από την οθόνη του υπολογιστή μου, κάναμε ότι προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο του Τσάρλεστον. Είχα τον ρόλο του αφηγητή. Νοικιάσαμε ένα αμάξι που μύριζε καραμέλες και τσιγάρο. Αφήνοντας πίσω μας το αεροδρόμιο, ο Μαξ είδε έναν φύλακα που διάβαζε ένα βιβλίο ενώ περπατούσε. (Θέλω να πιστεύω πως ήταν η Πανούκλα του Καμύ.)


Στον δρόμο αγοράσαμε φρέσκο ψάρι από το Crosby's για να το ψήσουμε αργότερα. Ο Μαξ πέταξε πετρούλες στο νερό. Περιπλανηθήκαμε λίγο και πέσαμε πάνω σε ένα απίθανο πάρτι στην παραλία. Χαζέψαμε τον φάρο. Γρήγορα ο Μαξ βαρέθηκε και έφυγε απ' το δωμάτιο ενώ εγώ συνέχισα να τριγυρνάω και κάθισα για λίγο με αυτόν τον κύριο στη παραλία. Παρόλο που διαφωνήσαμε πάνω σε διάφορα πολιτικά ζητήματα, μας έδεσε το γεγονός ότι είμαστε και οι δύο πατεράδες. Το ίδιο έκαναν και οι κοινές απόψεις μας για το ποδόσφαιρο.


Με λίγα λόγια, ταξίδευα, ανακάλυπτα. Χωρίς το σώμα μου να είναι εκεί, εγώ εξερευνούσα. Εδώ και μια δεκαετία λατρεύω το Google Street View. Συχνά το χρησιμοποιώ ως εργαλείο έρευνας όταν πρόκειται να γράψω ένα βιβλίο, αλλά ακόμα πιο συχνά το χρησιμοποιώ για να ικανοποιήσω την ανθρώπινη περιέργειά μου. Τι απίστευτη πηγή! Μια ατέλειωτη θάλασσα λεπτομερειών. Σε αφήνει να τριγυρίσεις σε όποιο δρομάκι του κόσμου θες, χωρίς να σε εμποδίζει το χιόνι, η βροχή ή το σκοτάδι, απόλυτα ασφαλής, τρώγοντας Cheetos. Και αν σε κουράσει αυτό το δρομάκι μπορείς να τηλεμεταφερθείς σε κάποιο εντελώς διαφορετικό μέρος, σε άλλη ήπειρο.


Κάτι που βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτικό στο Google Street View είναι πως σκοπός του αποτελεί να καταγράψει τελείως ουδέτερα τον κόσμο μας. Είναι προϊόν ενός αυτοκινήτου που περνάει βγάζοντας φωτογραφίες. Φυσικά όμως απέχει πολύ από ένα ουδέτερο αρχείο. Οι άνθρωποι μπαίνουν στη μέση, όπως κάνουν πάντα, γεμίζοντας κάθε σκηνή με ιστορίες. Ντυνόμαστε άλογα. Αφήνουμε τα μωρά μας μόνα τους μπροστά από καταστήματα Gucci. Βλέπουμε το αμάξι της Google να περνάει τη ώρα που ποτίζουμε το γρασίδι και νιώθουμε την ανάγκη να δείξουμε στον κόσμο τις ρώγες μας. Έτσι είμαστε εμείς. 

  

To Google Street View αποκαλύπτει και κάτι άλλο που δεν δείχνουν τα κανονικά ταξίδια: πως ένα μέρος αλλάζει με τον χρόνο. Κάθε φορά που περνάει το αυτοκίνητο της Google, δημιουργείται και μια νέα συλλογική ανάμνηση.

 

Μπορείς να το δοκιμάσεις με τη γειτονιά σου. Το Street View έχει έναν μοναδικό τρόπο να κάνει το οικείο να μοιάζει ανοίκειο. Πόσες φορές έχω πάει πίσω στο πατρικό μου και το παλιό μου σχολείο; Ή στο σημείο που έδωσα το πρώτο μου φιλί – εξαφανισμένο τώρα κάτω απ' το εμπορικό κέντρο που χτίστηκε εκεί. Έχει κάτι το γαργαλιστικό το να είσαι εκεί και να μην είσαι, το να είσαι παντού αλλά και πουθενά. Η φυσική απόσταση σε αφήνει να αποζητάς κάτι παραπάνω, σε αφήνει πεινασμένο.

 

Δεν υπάρχει υποκατάστατο για τα πραγματικά ταξίδια. Όταν επισκέπτεσαι ένα μέρος στη γη ακουμπάς ανθρώπους, αγγίζεις επιφάνειες, γεύεσαι καινούργια φαγητά, μπαίνεις σε νέα νερά, μυρίζεις, βλέπεις άλλο φως, ακούς άγνωστες γλώσσες. Αυτή τη στιγμή καλούμαστε να αρνηθούμε κάθε επαφή, κυκλωμένοι από την απειλή της μόλυνσης, να μαζευτούμε, να προστατέψουμε το σώμα μας από τον κόσμο.

 

Τι κάνουμε λοιπόν όταν δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε και να ακουμπήσουμε το «εκεί»; Πώς μπορούμε να βρούμε στον εικονικό κόσμο το αίσθημα της ανακάλυψης;

 

Από ένα σημείο και μετά αυτό που επιθυμούμε σε ένα ταξίδι είναι να περιηγηθούμε μόνοι μας, να κάνουμε λάθη, να πάρουμε ρίσκα. Όπως έγραψε κάποτε ο Καμύ: «Αναγνωρίζει κανείς την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ανακαλύπτοντας τα μονοπάτια που τον απομακρύνουν από αυτήν».

 

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν online αναρίθμητοι τρόποι για εικονική εξερεύνηση. Υπέροχα έργα διαδικτυακής τέχνης, τα οποία όμως δεν μοιάζουν με τα πραγματικά ταξίδια.

 

Ίσως η απάντηση για τώρα να βρίσκεται στα βιβλία τα οποία εξακολουθούν να είναι η πιο όμορφα επιμελημένη μορφή τέχνης και ιδιαίτερα βολικά για περιστάσεις καραντίνας. Μόλις διάβασα στον Holt, τον εξάχρονο γιο μου, το «The Voyage of the Dawn Treader» από τα Χρονικά της Νάρνια του C.S. Lewis. Το βιβλίο αφηγείται μια απίθανη θαλάσσια αποστολή, το ταξίδι ενός πλοίου μέσα στο μαγικό αρχιπέλαγος, γεμάτο δουλεμπόρους, δράκους και μια γοργόνα που θέλει να φτάσει στην άκρη του κόσμου. Κάναμε πολλές συζητήσεις με τον γιο μου για το αν υπάρχουν άκρες στον δικό μας κόσμο. Ήταν ένα ταξίδι που θα θυμάμαι πιο έντονα από τα περισσότερα πραγματικά μου ταξίδια.

 

Μπορεί η προφανής απάντηση στην ανάγκη μας για εξερεύνηση την εποχή αυτή να είναι πως τα ωραιότερα ταξίδια μας περιμένουν εδώ ακριβώς που βρισκόμαστε. Σήμερα σπάσαμε για λίγο την καραντίνα με τον Μαξ και πήγαμε μια βόλτα στο δάσος. Ψάξαμε για πεσμένα κλαδιά, θαυμάσαμε το σκουλήκι που δεν φαινόταν να στεναχωριέται που δεν είχε πόδια, κάναμε πως ψάχναμε μια μυθική αρκούδα. Κάποια στιγμή είδαμε ακόμα και ελάφια να κάνουν πιρουέτες.

 

Το ταξίδι μας είχε τελειώσει. Γυρίσαμε σπίτι και φτιάξαμε ζεστή σοκολάτα. Ο κόσμος έξω έμοιαζε ταυτόχρονα κοντινός και πολύ μακρινός.

 

Ο Μαξ έπινε τη σοκολάτα του πολύ αργά, σαν να ήθελε να τη θυμάται για καιρό.

 

Τελικά σταμάτησε για λίγο και είπε: «Πήγαμε μακριά σήμερα ε;»

 

«Ναι» του απάντησα. «Να το ξανακάνουμε αύριο».

 


Γράφει ο Reif Larsen για τους New York Times.

 

Ταξίδια
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια