Σε ολόκληρη την Ιταλία δεν υπάρχει ούτε μία πόλη που να έπαθε αυτό που έπαθε το Μπέργκαμο. Το πρόβλημα είναι οι νεκροί, δεν είναι οι άρρωστοι. Σε όλη την Ιταλία αρρώστησε πολύς κόσμος, μα τους νεκρούς που είχε το Μπέργκαμο δεν τους είδα πουθενά.
Κόσμος

Όσα ζω στην πόλη-φάντασμα της πανδημίας: Γράμμα ενός Ελληνο-Ιταλού από το Μπέργκαμο

Πώς είναι τα πράγματα αυτήν τη στιγμή στο επίκεντρο της πιο φονικής εκδήλωσης του κορωνοϊού; Ο Ercole μιλάει στο LIFO.gr από το Μπέργκαμο.

Ο Ercole Baschenis γεννήθηκε στο Μπέργκαμο της Ιταλίας, στο οποίο ζει μέχρι σήμερα. Μητέρα Ελληνίδα, πατέρας Ιταλός. Ο ίδιος είναι τεχνικός καλωδίωσης στις τηλεπικοινωνίες, ένα επάγγελμα που απαιτεί να βρίσκεσαι συνεχώς στους δρόμους. Χτυπάει πόρτες, μιλάει με ανθρώπους, επισκευάζει και το βράδυ γυρίζει σπίτι, στη γυναίκα και στα τρία του παιδιά. Στον ελεύθερο χρόνο του βλέπει αγώνες της αγαπημένης του ομάδας, της Αταλάντα, την οποία και ακολουθεί πιστά.


Ήταν 19 Φεβρουαρίου 2020 όταν ο ίδιος, μαζί με χιλιάδες άλλους φίλους της ομάδας, ταξίδεψε στο Μιλάνο για να παρακολουθήσουν ένα από τα πιο λαμπρά παιχνίδια στην ιστορία του κλαμπ: Αταλάντα - Βαλένθια. Το σαλόνι του Champions League ήταν λαμπρό και η νίκη της Αταλάντα έκανε τη βραδιά ακόμα πιο σπουδαία. Αγκαλιές, φιλιά, ο ένας πάνω στον άλλον, οι φίλοι της ομάδας γιόρταζαν τη στιγμή. Γύρισαν σπίτια τους και κοιμήθηκαν με το χαμόγελο στα χείλη, χωρίς να έχουν ιδέα τι θα ακολουθούσε.

 

Λίγες μέρες αργότερα οι εφημερίδες θα έγραφαν ότι ο αγώνας επιτάχυνε τη μετάδοση του ιού σε μεγάλο βαθμό. Το ίδιο θα έλεγε και ο δήμαρχος του Μπέργκαμο. Από το σημείο αυτό και μετά τα πράγματα πήραν τη δική τους, δραματική τροχιά. Οι σειρήνες από τα ασθενοφόρα στην ήσυχη επαρχία ήταν το μόνο που ακουγόταν όσο οι κάτοικοι μάθαιναν από το τηλέφωνο ότι συγγενείς τους είχαν αρρωστήσει. Μερικοί, ανάμεσά τους και ο Ercole, κοιτούσαν από τα παράθυρα την τραγωδία οχήματα του στρατού να μεταφέρουν μαζικά φέρετρα λόγω έλλειψης χώρου. Οι αριθμοί στοιχειώνουν. Η περιφέρεια της Λομβαρδίας, στην οποία ανήκει το Μπέργκαμο, σήμερα μετράει πάνω από 16.800 νεκρούς από τον κορωνοϊό.

 

Εκείνη η εικόνα, εκείνες οι στιγμές που εγώ κοιτούσα από το παράθυρο, δεν θα φύγουν ποτέ. Γιατί τότε κατάλαβα ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Ο φτωχός, ο πλούσιος, ο γέρος, ο νέος, ο άντρας, η γυναίκα. Είμαστε όλοι ίδιοι. Αν σε έπιανε αυτό το πράγμα, είχες τελειώσει.


Πώς είναι τα πράγματα αυτήν τη στιγμή στο επίκεντρο της πιο φονικής εκδήλωσης του κορωνοϊού; Πώς συνεχίζουν τη ζωή τους οι άνθρωποι που μετά από μήνες καραντίνας παλεύουν να επιστρέψουν στην καθημερινότητα με τον κίνδυνο ακόμη παρόντα; Ο Ercole μιλάει για όσα έζησε και όσα συνεχίζει να ζει στην πόλη-φάντασμα της πανδημίας, θυμάται και αφηγείται τις στιγμές εκείνες που δεν θα ξεχάσει ποτέ.


Ο Αγώνας

Εγώ νομίζω ότι το πρόβλημα δεν ήταν το παιχνίδι. Ο κορωνοϊός ήταν στην Ιταλία, στο Μπέργκαμο, πριν από το παιχνίδι, μα κανένας δεν μας είχε ειδοποιήσει ότι υπήρχε κάτι τόσο σοβαρό. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

 

«Την ημέρα του ματς Αταλάντα-Βαλένθια όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί από το πρωί. Ήμασταν γύρω στους 35.000 ανθρώπους που πήγαμε από το Μπέργκαμο στο Μιλάνο. Ήμουν στο γήπεδο με τον γιο μου, που είναι 16 χρονών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ξέραμε τίποτα για τον κορωνοϊό. Είχαμε ακούσει αυτά που έλεγαν οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες, αλλά στην Ιταλία και προπαντός στο Μπέργκαμο δεν είχε εμφανιστεί ο κορωνοϊός. Πήγαμε στο γήπεδο χωρίς να φοράμε μάσκα, χωρίς κανένα πρόβλημα, είδαμε το ματς και μετά από λίγες μέρες έγινε αυτό που όλοι ξέρουμε. Η Αταλάντα δεν έχει παίξει ποτέ στην ιστορία της, δηλαδή από το 1907, σε μια τόσο μεγάλη διοργάνωση όπως το Champions League. Όταν παίζεται ένα παιχνίδι τόσο σοβαρό, τόσο δύσκολο, και πετυχαίνεις μια τέτοια νίκη, δεν ξέρεις τι να κάνεις. Ο κόσμος της Αταλάντα ήταν όλοι ο ένας πάνω στον άλλον.


Οι εφημερίδες, οι τηλεοράσεις, μίλησαν πολύ γι' αυτό το πράγμα. Εγώ νομίζω ότι το πρόβλημα δεν ήταν το παιχνίδι. Ο κορωνοϊός ήταν στην Ιταλία, στο Μπέργκαμο, πριν από το παιχνίδι, μα κανένας δεν μας είχε ειδοποιήσει ότι υπήρχε κάτι τόσο σοβαρό και το πρόβλημα είναι ότι, εκτός από αυτό, κανένας δεν ήξερε μέχρι πριν από λίγους μήνες πώς θα μπορούσε να το αποφύγει ή πώς τα νοσοκομεία θα μπορούσαν να πάρουν έναν άνθρωπο και να τον σώσουν, δίνοντάς του φάρμακα. Όταν πήγαμε στο γήπεδο κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργούνταν ένα δράμα σαν αυτό συνέβη μετά από λίγες μέρες. Σε ολόκληρη την Ιταλία δεν υπάρχει ούτε μία πόλη που να έπαθε αυτό που έπαθε το Μπέργκαμο. Το πρόβλημα είναι οι νεκροί, δεν είναι οι άρρωστοι. Σε όλη την Ιταλία αρρώστησε πολύς κόσμος, μα τους νεκρούς που είχε το Μπέργκαμο δεν τους είδα πουθενά.


Μια Κυριακή ο δήμαρχος του Μπέργκαμο έκλεισε όλα τα μπαρ, όλα τα εστιατόρια, όλα τα σινεμά και τις δουλειές. Εμείς αρχίσαμε λίγο πιο νωρίς το κανονικό lockdown. Όταν ο κόσμος πήρε είδηση ότι το πρόβλημα ήταν στο Μπέργκαμο και στα δυο χωριά πολύ κοντά στην πόλη, αυτά που χτυπήθηκαν πιο πολύ από τον Covid, εκείνη τη στιγμή, πολύ πριν από το lockdown της Ιταλίας, κλείστηκε στο σπίτι γιατί έτσι έλεγε η εφημερίδα της πόλης. Ο δήμαρχος το ζήτησε. Με μεγάλη δυσκολία οι περισσότεροι αποφάσισαν να τον ακούσουν και να κλειστούν στα σπίτια τους. Μετά ήρθε το lockdown και εκεί τα κλείσαμε όλα.


Φορτηγά, νεκροί, στάχτες

Aν πέθαινε ένας ασθενής, δεν υπήρχε περίπτωση να τον δει κάποιος ή να του κάνουν κηδεία. Τον έβαζαν στον τάφο, τον έπαιρναν με το φορτηγό, τον πήγαιναν στην Μπολόνια ή στην Πάρμα, εκεί όπου έκαιγαν όλους τους νεκρούς και μετά σου επέστρεφαν ένα κουτί με τη στάχτη.

 

Το πρόβλημα φάνηκε όταν οι τάφοι στα νεκροταφεία άρχισαν να συνωστίζονται και δεν υπήρχε χώρο για άλλους. Ήρθαν αυτά τα φορτηγά που είδατε στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις. Τα φορτηγά από τον στρατό που έπαιρναν τους νεκρούς για να τους πάνε για κάψιμο. Εκεί ο κόσμος κατάλαβε ότι το πρόβλημα ήταν σοβαρό και ότι ήταν καιρός να κλειστούμε όλοι στο σπίτι και να προσέξουμε για να αποφύγουμε τον κορωνοϊό.


Όταν είδατε αυτά τα φορτηγά που μετέφεραν τους νεκρούς, η πόλη ήταν τελείως άδεια. Για να το καταλάβει κάποιος έπρεπε να είναι εδώ και να το δει. Εκτός από τις σειρήνες των ασθενοφόρων, δεν ακουγόταν ούτε μία μηχανή, ούτε ένα αυτοκίνητο, ούτε ένα φορτηγό, ούτε ένα λεωφορείο. Δεν κυκλοφορούσε τίποτα στον δρόμο, ούτε ποδήλατο.


Την περίοδο εκείνη που ο κόσμος ήταν κλεισμένος στο σπίτι και χρειαζόταν τηλέφωνο και Ίντερνετ, εγώ δεν σταμάτησα να δουλεύω και τριγύριζα στην πόλη μόνος μου. Έκανα πενήντα, εξήντα, ογδόντα χιλιόμετρα τη μέρα χωρίς να βλέπω ούτε ένα όχημα, ούτε κόσμο στο πεζοδρόμιο. Δεν υπήρχε κανένας. Σαν ταινία. Λες και ήταν όλοι νεκροί. Μα δεν ήμασταν πεθαμένοι! Ήμασταν όλοι κλεισμένοι στο σπίτι. Αλλά δεν ανοίγαμε ούτε τα παράθυρα. Δεν υπήρχε τίποτα. Άκουγες μόνο σειρήνες και τίποτε άλλο.

 

Μέσα στα σπίτια, αν οι οικογένειες δεν είχαν κρούσμα κορωνοϊού, τα πράγματα ήταν, ας πούμε, ήσυχα. Εγώ, δυστυχώς, έχω μια φίλη, 54 χρονών, που πέθανε από τον κορωνοϊό, είχε όμως άλλα προβλήματα. Γιατί οι περισσότεροι που πέθαναν στην αρχή είχαν κι άλλα προβλήματα. Ο ιός τής έδωσε το τελευταίο χτύπημα. Εκτός από αυτή, έχω δύο πολύ καλούς μου φίλους που νόσησαν. Ο ένας έμεινε στο νοσοκομείο τέσσερις μήνες. Τον άλλον τον πήρανε στη Γερμανία και είχε τρεις μήνες οξυγόνο. Όταν σου λένε τι πέρασαν εκείνες τις μέρες, ανατριχιάζεις. Και τώρα, όμως, που έχουν περάσει τα δύσκολα, δεν είναι ήσυχοι. Μάλλον δεν θα το ξαναπεράσουν, αλλά φοβούνται ακόμη πολύ. Όταν είσαι με μάσκα και μισοπεθαμένος για τρεις-τέσσερις μήνες, η τρομάρα σίγουρα δεν φεύγει εύκολα.


Εκτός από αυτά, το πρόβλημα ήταν ότι εκείνη την περίοδο, όταν κάποιος ήταν άρρωστος και ερχόταν το ασθενοφόρο για να τον πάρει από το σπίτι, ο συγγενής δεν μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο, να βρει τον μπαμπά του, τη μαμά του, τον αδερφό του, τον θείο του. Κι αν πέθαινε, δεν υπήρχε περίπτωση να τον δει ή να κάνει κηδεία. Τον έβαζαν στον τάφο, τον έπαιρναν με το φορτηγό, τον πήγαιναν στην Μπολόνια ή στην Πάρμα, εκεί όπου έκαιγαν όλους τους νεκρούς και μετά σου επέστρεφαν ένα κουτί με τη στάχτη. Ποια στάχτη; Μα, ήταν ο μπαμπάς σου, ήταν η μαμά σου.


Εγώ είμαι παντρεμένος. Έχω δύο κορίτσια κι ένα αγόρι. Ήταν κλεισμένα στο σπίτι με τη γυναίκα μου, δεν βγήκαν μέχρι το τέλος του lockdown, από τις 25 Φεβρουαρίου μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου. Όλα τα πράγματα που χρειάζονταν στο σπίτι τα έφερνα εγώ, αφού εγώ ήμουν έξω. Σούπερ-μάρκετ, φαρμακείο και δουλειά. Και όταν επέστρεφα, άρχιζαν οι προσευχές. Γιατί μπορεί να είχα μάσκα, γάντια, φόρμα, τζελ, ό,τι θέλετε, αλλά ο κορωνοϊός υπήρχε. Και μπορείτε να καταλάβετε ότι με τη δουλειά που κάνω πήγαινα σε νοσοκομεία, σε γηροκομεία, εκεί όπου ήταν το κέντρο του κορωνοϊού. Είμαι τυχερός που, ενώ δούλεψα σε αυτά τα μέρη, δεν αρρώστησα.


Ο δρόμος της επιστροφής

Μέχρι τις 6 Ιουνίου ήμασταν όλοι κλεισμένοι, μετά μας επέτρεψαν να βγούμε λίγο ώστε να μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα και τώρα τον Αύγουστο, ας πούμε, το 90% των πραγμάτων τα κάνουμε όπως πριν. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

 

Να σας πω την αλήθεια, ακόμα η πόλη δεν έχει ανοίξει όπως πρέπει. Δεν έχουμε ξαναγυρίσει στη ζωή πριν από το lockdown, γιατί ο κόσμος ακόμα φοβάται, τα νούμερα δεν έχουν πέσει. Μπορώ να σας πω ότι ανεβαίνουν, γιατί το καλοκαίρι ο κόσμος άρχισε να πηγαίνει στη θάλασσα, στη λίμνη, και δεν είναι τόσο εύκολο να φοράς όλη την ώρα μάσκα και να προσέχεις όλους τους κανόνες του Covid. Μέχρι τις 6 Ιουνίου ήμασταν όλοι κλεισμένοι, μετά μας επέτρεψαν να βγούμε λίγο ώστε να μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα και τώρα τον Αύγουστο, ας πούμε, το 90% των πραγμάτων τα κάνουμε όπως πριν.

 

Το πρόβλημα είναι ότι σε μια βδομάδα αρχίζουν τα σχολεία. Όλος ο κόσμος, το κράτος, οι δάσκαλοι, οι οικογένειες, προσπαθούν να δουν πώς θα γίνει να ανοίξουν τα σχολεία, να μπαίνουν τα παιδιά στο λεωφορείο για να πάνε στο σχολείο και να έχουν την απαραίτητη απόσταση. Γιατί μέσα σε ένα λεωφορείο πώς μπορείς να κρατήσεις απόσταση; Τα λεωφορεία για το σχολείο είναι γεμάτα. Πώς θα γίνει να είναι 25-30 παιδιά μέσα σε 15 τετραγωνικά, όλα μαζί μέσα στην τάξη;

 

Περιμένουμε να δούμε γιατί αυτό θα μας πει πού είμαστε, πώς θα πάμε και αν θα μας αφήσει ήσυχους ο κορωνοϊός τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, τότε που οι μέρες είναι κρύες και είμαστε όλοι μέσα ‒ τότε φάνηκε το πρόβλημα πέρσι. Γιατί μπορεί να εμφανίστηκε τον Φεβρουάριο, αλλά στο Μπέργκαμο υπήρχε από πιο πριν. Κατά τη γνώμη μου, υπήρχε μάλλον από τις 15 Ιανουαρίου. Σας το λέω γιατί είμαι προπονητής σε μια ομάδα ποδοσφαίρου εδώ στο Μπέργκαμο και εκείνες τις μέρες, μετά τις 6 Ιανουαρίου, είχαμε ξαναρχίσει να κάνουμε προπόνηση. Είχα πάνω από τα τρία τέταρτα της ομάδας, παιδιά 17-18 χρονών, άρρωστα με πυρετό και χωρίς γεύση. Μετά το καταλάβαμε, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, ότι όλα τα παιδιά είχαν κορωνοϊό. Ευτυχώς, ήταν παιδιά κι έτσι απέφυγαν τα μεγάλα προβλήματα.

 

Νομίζω ότι αυτό που έγινε πέρσι είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξαναγίνει, γιατί μάλλον το πρόβλημα δεν θα είναι τόσο έντονο όσο τότε. Τώρα τα νοσοκομεία ξέρουν πώς να διαχειριστούν την αρρώστια, μετά από τόσο πολλούς νεκρούς. Εκτός από το εμβόλιο που όλοι ψάχνουν, έμαθαν πώς να προσέχουν καλά αυτόν που έχει πρόβλημα. Εκείνες τις στιγμές τα πράγματα ήρθαν τόσο απότομα που ο κόσμος πήγαινε στο νοσοκομείο, ο ένας πίσω από τον άλλον, και δεν υπήρχαν ούτε κρεβάτια ούτε τίποτα. Νομίζω ότι δεν θα ξανασυμβεί αυτό γιατί τώρα ο κόσμος προσέχει. Φοράει μάσκα, βάζουμε ειδικό σαπούνι στα χέρια, αν μπούμε σε νοσοκομεία, φοράμε ειδική φόρμα.


Οι νέοι είναι οι πρώτοι που κατάλαβαν ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο. Είναι οι πρώτοι που κλείστηκαν στο σπίτι και άργησαν πιο πολύ να ξαναβγούν και να ξανακάνουν αυτά που έκαναν πρώτα. Και οι γέροι. Αυτοί που είναι στην ηλικία μου, 40-50 χρονών, πρέπει να προσέχουν περισσότερο, γιατί ξανάρχισαν τη δουλειά, το τρέξιμο όλη μέρα. Πολλές φορές, όταν βιάζεσαι, δεν προσέχεις αυτά που πρέπει.


Μια εικόνα που έμεινε ανεξίτηλη

Αυτή την εικόνα με τα φορτηγά να φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο δεν ξέρω πώς να την περιγράψω.Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

 

Εγώ, δυστυχώς, μένω πολύ κοντά στο σημείο όπου ήρθαν τα φορτηγά του στρατού. Δεν ξέραμε ότι θα ερχόταν ο στρατός να πάρει τους νεκρούς και να τους πάει σε άλλες πόλεις. Εκείνη η εικόνα, εκείνες οι στιγμές που εγώ κοιτούσα από το παράθυρο, δεν θα φύγουν ποτέ. Γιατί τότε κατάλαβα ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Ο φτωχός, ο πλούσιος, ο γέρος, ο νέος, ο άντρας, η γυναίκα. Είμαστε όλοι ίδιοι. Αν σε έπιανε αυτό το πράγμα, είχες τελειώσει.

 

Αυτή την εικόνα με τα φορτηγά να φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο δεν ξέρω πώς να την περιγράψω. Όταν γύριζα από τη δουλειά με τη μάσκα, έκανα ντους με σαπούνι ειδικό για να απολυμανθώ από όλα τα μικρόβια. Αυτό είναι εύκολο, όπως το να πας τώρα στο σπίτι και να φοράς τη μάσκα μέχρι να πλυθείς και να αλλάξεις ρούχα. Δύσκολο είναι να ακούς τις σειρήνες και να βλέπεις τους τάφους τον έναν πάνω στον άλλον. Αυτό ήταν το πρόβλημα.

Κόσμος
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια