Κόσμος

Kλικάροντας σε κάθε χώρα αυτού του χάρτη, βλέπετε πού πήγαν 4,8 εκατομμύρια Σύριοι πρόσφυγες

Οι μαζικές μεταναστεύσεις και οι προσφυγικές κρίσεις δεν είναι κάτι που απλώς τυχαίνει. Έχουν ιστορία και πορεία. Έτσι, πρέπει να αναρωτηθούμε: Ποιοι είναι οι Σύριοι πρόσφυγες; Τι προκάλεσε τη μετανάστευσή τους;

 

 

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έχει διαρκέσει ήδη πέντε χρόνια και δεν διαφαίνεται κάποια λύση σύντομα. Η σύρραξη έχει αναγκάσει πάνω από 13,5 εκατομμύρια Σύριων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι δεν έχουν εγκαταλείψει τη χώρα αλλά έχουν μεταβεί σε άλλες περιοχές, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τις ένοπλες συγκρούσεις.

 

Όμως, περίπου 4,8 εκατομμύρια έχουν διασχίσει τα σύνορα της Συρίας, αναζητώντας ασφάλεια.

 

Οι μαζικές μεταναστεύσεις και οι προσφυγικές κρίσεις δεν είναι κάτι που απλώς τυχαίνει. Έχουν ιστορία και πορεία. Έτσι, πρέπει να αναρωτηθούμε: Ποιοι είναι οι Σύριοι πρόσφυγες; Τι προκάλεσε τη μετανάστευσή τους; 

 

Είναι αδύνατον να χαρακτηρίσει κάποιος ενιαία 4,8 εκατομμύρια ανθρώπους, ένα εκατομμύριο περισσότερους απ' όσους ζούνε στο Λος Άντζελες. Οφείλουμε να ομολογήσουμε πως οι υποθέσεις που κάνουμε για τους πρόσφυγες από τη Συρία βασίζονται σε παραπληροφόρηση. 

 

Εκατομμύρια παιδιά από τη Συρία δεν έχουν πρόσβαση στο σχολείο και στο εκπαιδευτικό σύστημα...

 

Η έξοδος από τη Συρία ξεκίνησε το 2011, την ίδια χρονιά που ξεκίνησε και ο εμφύλιος πόλεμος. Η ανώτερη και μεσαία τάξη της χώρας, εκείνοι δηλαδή για τους οποίους ήταν προσιτό το να διασχίσουν τα σύνορα, έφυγε πρώτη.

 

Παρά τα όσα μας λένε οι πολιτικοί, η πλειονότητα των προσφύγων δεν είναι νεαροί άνδρες. Πάνω από το 75% των προσφύγων που εγκαταλείπουν τη Συρία είναι γυναίκες και παιδιά. Πάνω από το 40% των παιδιών αυτών είναι κάτω των 14 ετών. 

 

Το να αποβιβαστούν στις ακτές της Ευρώπης δεν είναι ο στόχος των περισσότερων εξ αυτών. Μόνο το 13,5% περίπου των προσφύγων πραγματοποίησε το δύσκολο και συχνά θανάσιμο ταξίδι προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λιγότεροι από το 0,5% του συνολικού αριθμού των Σύρων που φεύγουν από την πατρίδα τους κατέληξε στις ΗΠΑ. Oι περισσότεροι από αυτούς κατόρθωσαν να βρούνε καταφύγιο στην Ιορδανία, τον Λίβανο και την Τουρκία, περιμένοντας να κοπάσουν οι εχθροπραξίες στη χώρα τους. 

 

Ένας περίπλοκος πόλεμος

Η έξοδος από τη Συρία ξεκίνησε το 2011, την ίδια χρονιά που ξεκίνησε και ο εμφύλιος πόλεμος. Η ανώτερη και μεσαία τάξη της χώρας, εκείνοι δηλαδή για τους οποίους ήταν προσιτό το να διασχίσουν τα σύνορα, έφυγε πρώτη. 

 

Καθώς ο πόλεμος κλιμακωνόταν, το αρχικά περιφερειακό πρόβλημα έγινε πιο περίπλοκο. Ο αριθμός των προσφύγων που αναζητούσαν ασφάλεια αυξήθηκε, το ίδιο και οι ανάγκες τους. Το ρυάκι έγινε χείμαρρος, καθώς ακόμα και οι Σύριοι με περιορισμένα οικονομικά μέσα ρίσκαραν τα πάντα για να ξεφύγουν από την πολιτική αστάθεια και τη βία. 

 

Η πλειονότητα των Σύριων προσφύγων έχει διασπαρεί πλέον στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική. Περισσότεροι από 650.000 Σύριοι έχουν καταφύγει στην Ιορδανία. Ο Λίβανος έχει υποδεχθεί πάνω από ένα εκατομμύριο και τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια ζούνε στην Τουρκία, ενώ υπάρχουν και μικρότερες, αλλά πολυάριθμες ομάδες στο Ιράκ, την Αίγυπτο και τη Λιβύη.  

 

Κάποιοι Σύριοι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα σε χώρες όπως ο Καναδάς, που έχει δεχθεί περισσότερους από 20.000 πρόσφυγες και αποτελεί πρότυπο για άλλες χώρες. Με εξαίρεση τη Γερμανία, που είναι πια το σπίτι περισσότερων από 250.000 προσφύγων, και τη Σουηδία, όπου έχουν εγκατασταθεί πάνω από 30.000, πολλά από τα πλουσιότερα κράτη της υφηλίου, όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, έχουν δραστηριοποιηθεί ελάχιστα προκειμένου να βοηθήσουν τους Σύριους να ξεφύγουν από τον πόλεμο στην πατρίδα τους.  

 

Με τις πόλεις γεμάτες, τα στρατόπεδα να ξεχειλίζουν κι έναν πόλεμο που δεν φαίνεται να κοπάζει, οι περισσότεροι πρόσφυγες από τη Συρία βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια μετέωρη κατάσταση...

 

Οι συριακές οικογένειες βασίζονται στις οικονομίες τους και την αρωγή φίλων και συγγενών προκειμένου να καλύψουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, παραμένουν κάποια κενά τα οποία καλούνται να καλύψουν τα κυβερνητικά και μη κυβερνητικά προγράμματα.

 

Η Τουρκία, ο βόρειος γείτονας της Συρίας, έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού άχθους της κρίσης. Η χώρα δαπανά πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια σε μηνιαία βάση, ένα σύνολο που έχει ξεπεράσει τα 7,5 δισ. δολάρια μέχρι σήμερα, για τους πρόσφυγες από τη Συρία. Κι ενώ η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ δαπανά ετησίως για κάθε πρόσφυγα το ποσό των 1.057 δολαρίων, εκτιμά ότι υπάρχει ένα έλλειμμα 2,5 δισ. δολαρίων που πρέπει να καλυφθεί προκειμένου να στηριχθούν όλοι οι πρόσφυγες.

 

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία, μόνο το 10% ή, αλλιώς, 490.000 Σύριοι έχουν βρει καταφύγιο σε στρατόπεδο προσφύγων. Το υπόλοιπο 90% παλεύει να καλύψει τις δαπάνες του και αναγκάζεται να αναζητήσει καταφύγιο όπου αυτό είναι διαθέσιμο. Η ανθρωπιστική οργάνωση Mercy Corps αναφέρει πως πολλές οικογένειες Σύριων στο Λίβανο και την Τουρκία διαβιώνουν σε δωμάτια χωρίς θέρμανση και τρεχούμενο νερό, άλλοι ζούνε σε άδεια κοτέτσια και αποθήκες.

 

Όταν υπάρχουν εναλλακτικές, όπως συμβαίνει στα ελληνικά νησιά, δεν υπάρχει καμία νομική ή ηθική δικαιολογία για να κρατάει κάποιος τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες πίσω από τα κάγκελα. 

 

Όσοι καταλύουν σε στρατόπεδα, αντιμετωπίζουν άλλες δυσκολίες. Το στρατόπεδο προσφύγων Ζαατάρι στην Ιορδανία, το οποίο φιλοξενεί πάνω από 85.000 άτομα, έχει μετατραπεί, σύμφωνα με τον ρεπόρτερ των «New York Times», Michael Kimmelman, σε μια ιδιότυπη μητρόπολη. Πλέον το στρατόπεδο διαθέτει ξεχωριστές γειτονιές και μια αναπτυσσόμενη οικονομία που συμπεριλαμβάνει ντελίβερι πίτσας και υπηρεσία μεταφοράς στο αεροδρόμιο, δύο στοιχεία που τονίζουν πόσο προσπαθούν οι πρόσφυγες να επαναφέρουν, σε κάποιον βαθμό, τους φυσιολογικούς ρυθμούς στη ζωή τους. 

 

Παρ' όλ' αυτά, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες είναι πολλές. Ο ρυθμός αύξησης των πόρων δεν ακολουθεί την αύξηση του αριθμού των ατόμων και οι οικογένειες έχουν συνεχώς ανάγκη από φαγητό, φάρμακα και καταφύγιο. 

 

Το να βρεθεί απασχόληση είναι πάντα δύσκολο. Μέχρι την πρόσφατη χαλάρωση των νόμων περί απασχόλησης, ώστε να επιτραπεί σε κάποιους πρόσφυγες να εργάζονται σε εποχικές θέσεις, κάθε είδους εργασία απαγορευόταν. Οι Σύριοι πρόσφυγες που έχουν καταγραφεί και εγκατασταθεί στην Τουρκία εδώ και έξι μήνες τουλάχιστον έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης εργασίας για τον κατώτατο μισθό ύψους 575 δολαρίων περίπου. Ακόμα και με την αλλαγή στη νομοθεσία ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πως ελάχιστες θέσεις υπάρχουν. Ακόμα και επαγγελματίες με πτυχία και δεξιότητες αναγκάζονται συχνά να απασχολούνται σε χειρωνακτικές εργασίες και δουλειές του ποδαριού που δεν έχουν προοπτική.

 

Στην ανταπόκρισή του από τον Λίβανο, ο Βρετανός δημοσιογράφος Martin Armstrong μεταφέρει τα λεγόμενα ενός εργάτη: «Κάποιες φορές βρίσκω εργασία με μεροκάματο 30 δολάρια... Αλλά ορισμένες θα είναι μόνο για 4 ώρες. Δεν έχω εργαστεί εδώ και τρεις ημέρες. Δεν ξέρω πώς θα πληρώσω το νοίκι μου».

 

Εκατομμύρια παιδιά από τη Συρία δεν έχουν πρόσβαση στο σχολείο και στο εκπαιδευτικό σύστημα και πρέπει να περιμένουν για να μορφωθούν. Η έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες σημειώνει πως μια δεκαετία εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων στη Συρία κινδυνεύει να πάει στράφι και αναφέρει τα λόγια της Νάντια, μιας 14χρονης προσφυγοπούλας που ζει στην Ιορδανία: «Οι ζωές μας καταστράφηκαν. Δεν πηγαίνουμε σχολείο, και χωρίς παιδεία δεν υπάρχει τίποτα. Βαδίζουμε προς την καταστροφή».

 

Με τις πόλεις γεμάτες, τα στρατόπεδα να ξεχειλίζουν κι έναν πόλεμο που δεν φαίνεται να κοπάζει, οι περισσότεροι πρόσφυγες από τη Συρία βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια μετέωρη κατάσταση. Τον Μάρτιο του 2016 η συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Τουρκία προσπάθησε να ρυθμίσει κάποια θέματα. Στο κείμενο που δημοσιοποίησε η Ε.Ε. αναφέρονται λεπτομερώς οι σκοποί της, που είναι ο περιορισμός της μετακίνησης των προσφύγων και η κάλυψη των δαπανών της Τουρκίας με την παροχή 3 δισεκατομμυρίων ευρώ επιπλέον από την Ε.Ε. Ωστόσο, η συμφωνία προβλέπει και την κράτηση των προσφύγων σε ελεγχόμενες εγκαταστάσεις. Είναι πιθανόν, λοιπόν, να ενθαρρύνει τους πρόσφυγες να αναζητήσουν νέα μονοπάτια εισόδου στην Ευρώπη, εκτιθέμενοι έτσι σε μεγαλύτερους κινδύνους προκειμένου να τα καταφέρουν. 

 

Η Eva Cossé, η ειδικός για θέματα της Ελλάδας στο Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επικρίνει την τρέχουσα πολιτική, λέγοντας πως η πολιτική της Ε.Ε., όπως εφαρμόζεται από την Ελλάδα, έχει εγκλωβίσει οικογένειες και άλλους που διέφυγαν από τη φρίκη του πολέμου και της τρομοκρατίας του Ισλαμικού Κράτους, τις απειλές των Ταλιμπάν ή τους βομβαρδισμούς της συριακής κυβέρνησης. Όταν υπάρχουν εναλλακτικές, όπως συμβαίνει στα ελληνικά νησιά, δεν υπάρχει καμία νομική ή ηθική δικαιολογία για να κρατάει κάποιος τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες πίσω από τα κάγκελα.

 

Όπως είπε και μια πρόσφυγας, η Φράιχα, στην «Guardian»: «Αν δεν μπορέσω να πάω στην Ελλάδα, τότε, φυσικά, θα βρω έναν άλλο δρόμο».

 

Ο Πάπας Φραγκίσκος επισκέφθηκε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο τη Μυτιλήνη, προκειμένου να τονίσει το ανθρώπινο κόστος του συριακού εμφυλίου και της προσφυγικής κρίσης. Ζήτησε να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας και να αναζητήσουμε λύσεις που βασίζονται στην αξιοπρέπεια, στην ενότητα και στη συμπόνια. Για να ισχυροποιήσει το μήνυμα αυτό πήρε μαζί του στο Βατικανό 12 πρόσφυγες.

 

Το να ανοίξουν τα σύνορα και να καλωσορίσουμε τους πρόσφυγες δεν θα βάλει τέλος στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Θα μπορούσε, όμως, να συμβάλει στην αποφυγή των καταστροφών που προκύπτουν όταν οι κρίσεις περνούν στα ψιλά, όπως στο Κοσσυφοπέδιο τη δεκαετία του '90. Επίσης, θα δώσει στα παιδιά από τη Συρία τη δυνατότητα να επιστρέψουν στα θρανία τους, στους Σύριους εργαζόμενους την ευκαιρία να βρουν απασχόληση και στις οικογένειές τους την προοπτική να ζήσουν με ασφάλεια, χωρίς να φοβούνται. 

 

Στοιχεία από τα The Conversation και UNHCR